Με αφορμή την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του τεμένους Χαμζά Μπέη, του γνωστού στους Θεσσαλονικείς ως Αλκαζάρ, και την επανένταξή του στην πολιτιστική ζωή της πόλης, αξίζει να εγκύψουμε σε μια πτυχή της ιστορίας της που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή δεν είναι άλλη από τη μοίρα των μουσουλμάνων κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι την εγκατέλειψαν οριστικά έως την ολοκλήρωση της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών το 1925.
Στα καθ’ ημάς, ο Σεπτέμβριος δικαίως αποτελεί στιγμή μνήμης για την καταστροφή της Σμύρνης και, ευρύτερα, τη Μικρασιατική Καταστροφή. Δίχως να λησμονεί την τραυματικότητα των γεγονότων και το βάρος της συλλογικής μας μνήμης, το παρόν άρθρο επιχειρεί να μετακινήσει ελαφρώς το βλέμμα, αναδεικνύοντας την πανανθρώπινη οδύνη που επιφέρει η προσφυγιά.
«Η πρωτεύουσα των προσφύγων», όπως συλλαμβάνει ο Γιώργος Ιωάννου τη Σαλονίκη, εδραιώνεται στο συλλογικό μας φαντασιακό ως η κατεξοχήν μεγάλη ελληνική πόλη όπου εγκαταστάθηκαν ελληνορθόδοξοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο τη δεκαετία του 1920. Ως αποκύημα των εθνικισμών του 20ού αιώνα, ο όλεθρος που υπέστησαν οι κοινότητές τους στην άλλη πλευρά του Αιγαίου χάραξε ανεξίτηλα την ιστορική πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Καθώς οι οδύνες της προσφυγιάς είναι συγκροτητικές της νεοελληνικής ταυτότητας, μια ματιά στην αντίστοιχη μοίρα των μουσουλμάνων της πόλης μπορεί, χάριν της ιστορικής αυτογνωσίας, να φωτίσει την πανανθρώπινη διάσταση του δράματος του ξεριζωμού.
Οι καταβολές της παρουσίας μουσουλμανικών πληθυσμών στη Θεσσαλονίκη ανάγονται στην κατάκτησή της από τους Οθωμανούς κατά τον 15ο αιώνα. Ήδη κατά τον 16ο αιώνα, οπότε πληθαίνουν οι μαρτυρίες περιηγητών και οι οθωμανικές απογραφές πληθυσμών, αρχίζει να διαμορφώνεται σαφέστερη εικόνα για την εγκατάσταση των μουσουλμάνων της πόλης σε διακριτές γειτονιές.
Οι μαχαλάδες τους εκτείνονταν στο λεγόμενο «μπαΐρι», δηλαδή στα ευρύχωρα οικόπεδα της Άνω Πόλης και στις πεδινές πλαγιές κατά μήκος των ανατολικών τειχών. Η εγκατάστασή τους εκεί αντανακλούσε την προνομιακή τους θέση στην κοινωνικοθρησκευτική πυραμίδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συγκριτικά πιο αραιοκατοικημένοι μαχαλάδες τους, ευνοημένοι από την πληθώρα κρηνών που ανέβλυζαν καθαρό νερό, αποτελούσαν ένδειξη της ιεραρχικής διαφοροποίησής τους από τους εβραϊκούς και χριστιανικούς μαχαλάδες της Κάτω Πόλης.
Σύμφωνα με την Απαρίθμηση των Κατοίκων των Νέων Επαρχιών της Ελλάδος του 1913, από τους σχεδόν 158.000 κατοίκους της πόλης περίπου 46.000 ήταν μουσουλμάνοι, αποτελώντας έτσι τη δεύτερη πολυπληθέστερη κοινότητα μετά τους Εβραίους. Θα ήταν ιστορική αβλεψία, ωστόσο, να συσκοτιστεί η ετερογένεια του μουσουλμανικού πληθυσμού και να θεωρηθούν αναχρονιστικά όλοι οι μουσουλμάνοι απλώς Τούρκοι. Κάτω από την ομπρέλα του θρησκεύματος υπάγονταν αλβανόφωνοι, βουλγαρόφωνοι, Ρομά, Ντονμέδες (απόγονοι εξισλαμισμένων Εβραίων), καθώς και τουρκόφωνοι. Καθεμιά από αυτές τις ομάδες είχε τις δικές της ιδιαιτερότητες μέσα στην πολυθρησκευτική και πολυγλωσσική Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ οι μεταξύ τους διαχωριστικές γραμμές δεν ήταν πάγιες και αμετακίνητες.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912–1913 αποτέλεσαν καμπή, εξωθώντας μεγάλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς πέρα από τα νεότευκτα σύνορα των αντιμαχόμενων βαλκανικών κρατών. Μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων εγκατέλειψε άρον άρον χωριά, ορεινές περιοχές και λιμάνια της Βαλκανικής, με προορισμό τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε πλέον περιοριστεί στην Ανατολική Θράκη και στις περιοχές ανατολικότερα αυτής. Αυτή η ιστορία προσφυγιάς θα συνεχιστεί στα Βαλκάνια έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1920, με αποκορύφωμα στην Ελλάδα τα έτη 1924–1925.
Η Σαλονίκη, ως θαλάσσια πύλη της Βαλκανικής προς την Ανατολική Μεσόγειο, θα αποτελέσει μέσα σε αυτή την περίοδο των 15 περίπου ετών πύλη τόσο για τη μαζική έξοδο μουσουλμάνων της Μακεδονίας όσο και για την είσοδο ελληνορθοδόξων στη μετά το 1912 ελληνική επικράτεια. Σε αυτή την πόλη αποκρυσταλλώνεται η διττή όψη της προσφυγιάς: οι διαπλεκόμενες μοίρες χιλιάδων ανθρώπων που εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους, γνώρισαν νέες και, ένθεν κακείθεν, κυνηγήθηκαν και στιγματίστηκαν.
Πριν, ωστόσο, από αυτά τα γεγονότα, στην πιο φιλελεύθερη και κοσμοπολίτικη πόλη της Αυτοκρατορίας, ξημερώνει η 23η Ιουλίου 1908. Όπως περιγράφει ο Μαρκ Μαζάουερ στο Salonica, City of Ghosts (σ. 257), στις δέκα το πρωί, ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος, ο πρόεδρος του βουλγαρικού κομιτάτου και ο μουφτής, ομόφωνα και εναγκαλιαζόμενοι, θα βροντοφωνάξουν στα τουρκικά τα συνθήματα «Ζήτω το Σύνταγμα» και «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη και Δικαιοσύνη».
Την επόμενη ημέρα, στο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε σε κάθε δρόμο, πλατεία και καφέ της πόλης θα προστεθεί το διάγγελμα του Ενβέρ Μπέη, ηγετικής μορφής των Νεοτούρκων, στην Πλατεία Ελευθερίας: «Είμαστε όλοι αδέλφια. Δεν υπάρχουν Βούλγαροι, Αλβανοί, Έλληνες, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι. Κάτω από τον γαλάζιο ουρανό είμαστε όλοι ίσοι, είμαστε περήφανοι που είμαστε Οθωμανοί!» (Μαζάουερ, σ. 258).
Αυτό το επεισόδιο σηματοδότησε την επικράτηση της Επανάστασης των Νεοτούρκων, πίσω από την οποία βρίσκονταν αξιωματικοί, πολιτικοί, αστοί και διανοούμενοι που συσπειρώνονταν γύρω από την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου (Comité Union et Progrès – CUP). Τα οράματα αυτού του κοσμοπολίτικου οθωμανισμού επιχείρησαν, έστω εφήμερα και αποσπασματικά, να υπερβούν τους αλληλοσπαρακτικούς εθνικισμούς και να μιλήσουν τη γλώσσα του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού — ένα εγχείρημα που τελικά οδηγήθηκε στην πολυδιάσπαση.
Ήδη πριν από την Επανάσταση των Νεοτούρκων, το ζήτημα των μουσουλμανικών μειονοτήτων απασχολούσε τις κυβερνήσεις των βαλκανικών κρατών. Χαρακτηριστικά, την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διήγγελε πως :
«H μεγένθυνσις του ελληνικού Βασιλείου δεν δύναται να επέλθη χωρίς η μεγεθυνθύσα Ελλάς να περιλάβη στοιχεία αλλογενή ή αλλόθρησκα. Ο ξενικός δε λόγω του αλλοθρήσκου πληθυσμός, ο οποίος πιθανότατον είνε να περιληφθή εις τα όρια της αυξηθήσας Ελλάδος, θα είνε μουσουλμανικός. Η Ελλάς λοιπόν οποίαν την ευχόμεθα και οποίαν βασίμως την προσδοκώμεν είνε προωρισμένη να καταστή ημέραν τινά και μουσουλμανική δύναμις όπως η Ρωσσία και η Αγγλία» (Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας, Συνεδρίασις 33, 25 Νοεμβρίου 1906)
Η εδαφική επέκταση πράγματι έφερε εντός των ελληνικών συνόρων έναν πολυπληθή μουσουλμανικό πληθυσμό. Η μετάβαση, ωστόσο, κάθε άλλο παρά αναίμακτη υπήρξε. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912 – Μάιος 1913), τα στρατεύματα των Βαλκάνιων συμμάχων, κατά την προέλασή τους, επιδόθηκαν σε βιαιοπραγίες εις βάρος μουσουλμανικών πληθυσμών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, το γεγονός ότι, όπως καταγράφει ο Μαζάουερ, τα ελληνικά στρατεύματα επέδειξαν συγκριτικά μικρότερη βία απέναντι στους μουσουλμάνους αμάχους από ό,τι τα σερβικά και τα βουλγαρικά, με αποτέλεσμα μουσουλμάνοι χωρικοί να καταφεύγουν σε περιοχές που ήλεγχε ο ελληνικός στρατός.
Η στάση αυτή θα μπορούσε να ιδωθεί σε συνάρτηση με την πολιτική αντίληψη που είχε διατυπώσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τη θέση των μουσουλμανικών πληθυσμών σε μια διευρυμένη Ελλάδα και η οποία αποτυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά το 1912 και σε ορισμένες επιλογές της ελληνικής διοίκησης. Χαρακτηριστική πολιτική χειρονομία, που διευκόλυνε την ομαλότερη μετάβαση στο νέο καθεστώς διακυβέρνησης, υπήρξε η διατήρηση του Οσμάν Σαΐτ Μπέη στη θέση του δημάρχου της Θεσσαλονίκης έως το 1916 (επανήλθε μάλιστα το 1920 και παρέμεινε στη θέση του μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή).
Παρά τις διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια και την προστασία των μουσουλμάνων, τις οποίες ο ίδιος ο Βενιζέλος παρείχε προς τους εκπροσώπους των κοινοτήτων τους, η πραγματικότητα, ιδίως στην ύπαιθρο, διέφερε κατά πολύ. Όπως καταγράφει ο Μαζάουερ, στην ύπαιθρο οι φτωχοί μουσουλμάνοι χωρικοί —καπνοκαλλιεργητές, αγωγιάτες και κτηνοτρόφοι— θα δουν τα νεκροταφεία τους να καταστρέφονται, τους μεντρεσέδες τους να απαλλοτριώνονται και τα τζαμιά τους να χρησιμοποιούνται για τον σταβλισμό προβάτων και χοίρων. Είναι ενδεικτικό τεκμήριο της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας, που αντλεί ο Μαζάουερ από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι λόγοι της μεταναστεύσεως» (ΓΔΜ, φάκ. 76):
«Κανείς θα έπρεπε να είναι στο παζάρι των Σερρών την περασμένη Τρίτη για να δεις με τα μάτια του πώς γίνεται η δουλειά εκεί. Ήταν αδύνατον να μην κλάψει βλέποντας τους χωρικούς από τα αμιγή μουσουλμανοχώρια … να αδειάζουν τα μαγαζιά του και νά’ ρχονται στις Σέρρες πουλώντας τα πάντα μη σκεπτόμενοι τις τιμές. Ρώτησα όλους αυτούς που ετοιμάζονταν να μεταναστεύσουν γιατί θα το έκαναν κι αυτοί μου είπαν, με δάκρυα στα μάτια και ψελίζοντας πως: “Είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε ελεύθερα και τίμια αλλά βλέποντας, πώς υφαρπάζουν τα χωράφια κι ακόμη μπαίνουν στα σπίτια μας, νιώθουμε πως η ζωή έχει γίνει αδύνατη για τους μουσουλμάνους”». (Salonica, City of Ghosts, σ. 314)
Και κάπως έτσι, ολόκληρα μουσουλμανοχώρια της μακεδονικής ενδοχώρας κατευθύνθηκαν προς το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, απ’ όπου, με ατμόπλοια, θα κατέφευγαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την ακριβώς αντίστροφη πορεία, με κατεύθυνση δηλαδή προς τη Θεσσαλονίκη, θα ακολουθήσουν στα τέλη του 1913 Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, που παρέμενε οθωμανική, καθώς και από τη Δυτική και τη Βόρεια Θράκη, που βρίσκονταν τότε υπό βουλγαρικό έλεγχο. Έχοντας υποστεί εκεί βιαιότητες στο πλαίσιο εθνοτικών εκκαθαρίσεων, περίπου εκατό χιλιάδες από αυτούς θα περάσουν τον Νέστο και θα βρεθούν σε ελληνικό έδαφος, όπου θα εγκατασταθούν, καταλαμβάνοντας συχνά ιδιοκτησίες μουσουλμάνων.
Έως την άνοιξη του 1914, δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι —λιγότεροι πλέον από την ελληνική Μακεδονία και περισσότεροι από τις μακεδονικές κτήσεις της Σερβίας και της Βουλγαρίας— συνέρρευσαν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Αν και στοιβαγμένοι στα προαύλια τζαμιών, σε παραπήγματα και ακατοίκητα σπίτια, οι πρόσφυγες έλαβαν επισιτιστική βοήθεια τόσο από τις ελληνικές αρχές όσο και από τη Μουσουλμανική Επιτροπή της πόλης.
Για τον τουρκικό Τύπο της εποχής, η μαζική έξοδος περίπου 140.000 μουσουλμάνων από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αποδιδόταν σε ένα «συντονισμένο σχέδιο εξαναγκασμού των Μουσουλμάνων να μεταναστεύσουν». Ο Μαζάουερ, ωστόσο, δεν διαπιστώνει την ύπαρξη ενός τέτοιου οργανωμένου σχεδίου. Άλλωστε, για την ελληνική κυβέρνηση η μαζική αναχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού συνεπαγόταν και την απώλεια πολύτιμων εργατικών χεριών από τα γόνιμα εδάφη των Νέων Χωρών —ενώ το 1914 κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει όσα θα ακολουθούσαν μία δεκαετία αργότερα.
Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, ο ερχομός των εκτοπισμένων μουσουλμάνων της Βαλκανικής έφερε στο προσκήνιο την αντίστροφη όψη του ίδιου φαινομένου. Στην Ανατολία, μουσουλμάνοι πρόσφυγες, έχοντας χάσει τις περιουσίες και τις πατρίδες τους, βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον ολοένα εντονότερης εθνοτικής βίας. Παράλληλα, άτακτες ένοπλες ομάδες, οι λεγόμενοι τσέτες, συμμετείχαν σε διώξεις και βιαιοπραγίες εναντίον των ελληνορθόδοξων πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες σχηματίστηκαν τα πρώτα μεγάλα ρεύματα χριστιανών προσφύγων προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Διάχυτη και σπειροειδής, η βία που εκδηλώθηκε εκατέρωθεν στο βαλκανικό και μικρασιατικό τοπίο των αρχών του 20ού αιώνα —με εκτοπισμούς πληθυσμών να τροφοδοτούν νέες εντάσεις και νέους εκτοπισμούς— ερμηνεύει σε σημαντικό βαθμό τα αλλεπάλληλα προσφυγικά ρεύματα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ενώ στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας τα περιστατικά βίας πολλαπλασιάζονταν —φτάνοντας στο αποκορύφωμά τους το 1922 εις βάρος των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων—, η Θεσσαλονίκη, έως και το 1914–1915, παρέμενε ένας σχετικά ασφαλής χώρος για τους μουσουλμάνους κατοίκους της και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, πέρα από τη διατήρηση του μουσουλμάνου δημάρχου, άφησε ανέγγιχτους και ορισμένους από τους θεσμούς της οθωμανικής περιόδου. Με τη Συνθήκη των Αθηνών (Νοέμβριος 1913) οι μουσουλμάνοι κάτοικοι απέκτησαν το δικαίωμα να επιλέξουν, εντός τριετίας, την οθωμανική υπηκοότητα, ενώ συγκροτήθηκε η λεγόμενη «οθωμανική κοινότητα», που εκπροσωπείτο από τον μουφτή και, αργότερα, τον Οθωμανό πρόξενο. Αυτές οι θεσμικές εγγυήσεις δεν απέτρεψαν, ωστόσο, τους βανδαλισμούς και τις απαλλοτριώσεις μουσουλμανικών περιουσιών, ενώ η απώλεια εσόδων από βακουφικές και άλλες κοινοτικές ιδιοκτησίες συνέβαλε στον οικονομικό μαρασμό της κοινότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της καταστροφής της μουσουλμανικής παρουσίας στον αστικό χώρο υπήρξε ο τεκές των Μεβλεβήδων, ο οποίος βρισκόταν έξω από τα βορειοδυτικά τείχη της πόλης. Ο Μεβλεβί χανές, όπως είναι ευρύτερα γνωστός, αποτελούσε λατρευτικό και εκπαιδευτικό κέντρο του σουφικού τάγματος των Μεβλεβήδων, το οποίο συγκροτήθηκε μετά τον θάνατο του Πέρση ποιητή και μυστικιστή Τζελαλεντίν Ρουμί τον 13ο αιώνα. Ήδη με την επανάσταση των Νεοτούρκων το τάγμα τέθηκε υπό ακόμη αυστηρότερο κρατικό έλεγχο, προτού καταργηθεί στην κεμαλική Τουρκία το 1925. Στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια αυτής της προσφυγόπληκτης δεκαετίας, το κτίριο στέγασε πρόσφυγες, έως ότου γκρεμίστηκε στα 1925–1927.
Η οριστική έξοδος του μουσουλμανικού πληθυσμού της Σαλονίκης, έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923 και την εφαρμογή της σύμβασης για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση πολλών από τα αρχιτεκτονήματα που μαρτυρούσαν τη μακραίωνη παρουσία του στην πόλη. Στην αστική τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης, ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα επί σχεδόν πέντε αιώνες ήταν οι δεκάδες μιναρέδες των τεμένων της. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 άρχισαν να κατεδαφίζονται συστηματικά, με αποτέλεσμα η πόλη να απογυμνωθεί σταδιακά από εκείνα τα λευκά πυργίδια που υψώνονταν σαν κυπαρίσσια στον ορίζοντά της. Αν, ωστόσο, έναν αιώνα αργότερα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τα ηθικά και ιδεολογικά προτάγματα της εποχής, μπορούμε τουλάχιστον να αντιληφθούμε το βάρος των μνημών που έφεραν αυτά τα αρχιτεκτονήματα για μια πόλη η οποία είχε πλέον κατακλυστεί από ελληνορθόδοξους πρόσφυγες.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να μνημονευθεί και η χαρακτηριστική τοποθέτηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ως πρωθυπουργός συνέδεσε τη θητεία του με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπήρξε εξέχων εκπρόσωπος του δημοκρατικού και κοινωνικού μεταρρυθμισμού και υποστήριξε τη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Αναφερόμενος στις κατεδαφίσεις των μιναρέδων, δήλωσε: «Η κατεδάφιση των μιναρέδων είναι μία άξεστη πράξη που πηγάζει από έναν απερίσκεπτο σωβινισμό… η ιστορία δεν γράφεται με την καταστροφή μνημείων τα οποία καλλώπιζαν την πόλη» (Πηγή: Γιάννης Καρλόπουλος, Σαλονίκη – η Θεσσαλονίκη πριν, σ. 43).
Η τελική πράξη αυτής της αμφίδρομης μετακίνησης πληθυσμών στις δύο ακτές του Αιγαίου άρχισε να διαγράφεται το 1919, όταν, ως μία από τις νικήτριες χώρες του Μεγάλου Πολέμου, η Ελλάδα ανέλαβε, με την έγκριση των Συμμάχων, τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης. Ακόμη και μέσα στον εθνικιστικό αναβρασμό της εποχής και στην κορύφωση της Μεγάλης Ιδέας —του οράματος μιας Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών»— η μουσουλμανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης εξακολουθούσε να απολαμβάνει μια σχετική ασφάλεια.
Μετά την πτώση της κυβέρνησης των Βενιζελικών, ακολούθησαν τα στρατηγικά λάθη των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία, η συντριπτική τους ήττα και η συνεπακόλουθη προσφυγική κρίση, που οδήγησαν τελικά στο τέλος της μακραίωνης συνύπαρξης χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Μιας και ξεκινήσαμε με το Αλκαζάρ, τον παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό χώρο λατρείας που κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, και προς επίρρωση του πόσο αλλάζουν οι καιροί, ενδεικτικά είναι τα λόγια του Νικόλαου Φαρδή, δημοσιογράφου που αργότερα συνεργάστηκε με τις κατοχικές δυνάμεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γράφοντας σε μια εποχή κατά την οποία τα οθωμανικά κατάλοιπα της Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζονταν συχνά ως ανεπιθύμητα ίχνη του παρελθόντος, αναρωτιόταν: «Ποιος μπορεί να μου πει γιατί το απεχθές τέμενος Χαμζά Μπέη παραμένει στην διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας; Αρχιτεκτονική αξία; Καμία! Ουδεμία! Το τετράγωνο κτίριο είναι απλώς άσχημο… Και το κράτος χρησιμοποιεί κομμάτι αυτής της άθλιας μάζας από πέτρες ως … κουβούκλια τηλεφωνικής επικοινωνίας όπου πάει οποιοσδήποτε θέλει να πάρει στην Αθήνα!» (Μαρκ Μαζάουερ, Salonica, City of Ghosts , σ. 329.)
Ως απτό σκηνικό μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν όλα αυτά τα γεγονότα, αλλά και ως φορέας εικόνων που σήμερα μπορούμε μονάχα να ανασυνθέσουμε, η Θεσσαλονίκη συνιστά έναν κατεξοχήν τόπο μνήμης (lieu de mémoire). Η πολυδιάστατη αυτή έννοια, που ανέπτυξε ο Γάλλος ιστορικός Pierre Nora στο έργο Les Lieux de mémoire (Gallimard), αντικατοπτρίζεται σε μια πόλη όπου η παρουσία εκ της απουσίας των μνημών του ξεριζωμού εξακολουθεί να σημαδεύει την ταυτότητά της.