Με την τσάντα θαλάσσης παραμάσχαλα και φορώντας το μαγιό κάτω από τα ρούχα, διασχίζουν τη Θεμιστοκλή Σοφούλη για την καθημερινή τους βουτιά. Απλώνουν την πετσέτα στην ακτή Ντοβίλ και βουτούν στη θάλασσα, με θέα το Μέγαρο Μουσικής.
Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, το σκηνικό επαναλαμβάνεται στις ξαπλώστρες της πλαζ Αρετσούς, της μοναδικής οργανωμένης παραλίας στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης. Ξαπλώστρες και ομπρέλες είναι δωρεάν, ενώ το διπλανό αναψυκτήριο ανοίγει από το πρωί για καφέδες και φαγητό.
Μπορεί οι Θεσσαλονικείς να λένε ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει, αλλά το μπάνιο σε παραλίες μέσα στην πόλη μετράει πάνω από έναν αιώνα.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, ένα δημοτικό τραγούδι έσπειρε τον φόβο για τις παραλίες, γιατί μιλούσε για λάμιες που υπήρχαν στο νερό στην Καλαμαριά. Στο τραγούδι «Ο βοσκός και η λάμια», η μάνα ζητάει από τον γιο της, τον Γιάννη, να μην παίξει το σουραύλι του κοντά στην ακρογιαλιά όταν θα βόσκει τα πρόβατα και τα γίδια του, γιατί θα βγει η λάμια. Όμως ο Γιάννης την παρακούει, παίζει μουσική, βγαίνει η λάμια και χάνει τα πρόβατά του.
Το τραγούδι θυμίζει ο Αλέξης Αθάνατος, πολιτικός μηχανικός και μέλος της ομάδας «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης» στο Facebook, παραθέτοντας και τους στίχους του από τη συλλογή που επιμελήθηκε ο Γερμανός κλασικός φιλόλογος και παιδαγωγός Άρνολντ Πάσο Τραγούδια ρωμαίικα = Popularia carmina Graeciae recentioris, η οποία κυκλοφόρησε το 1860.
«Μετά το 1880-1890 υπάρχουν πληροφορίες και φωτογραφίες για τα μέρη που κάνουν μπάνιο στη Θεσσαλονίκη. Βίλες χτισμένες κάτω από τη Βασιλίσσης Όλγας βρίσκονταν δίπλα στη θάλασσα, όπου βουτούσαν. Είχαν προβλήτα και βαρκούλες, για να πηγαινοέρχονται οι ιδιοκτήτες στο κέντρο της πόλης», λέει ο κ. Αθάνατος.
Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Θεσσαλονικείς κάνουν μπάνιο στην Καλαμαριά, αλλά και μπροστά από τον Λευκό Πύργο, αν και εκεί δεν υπάρχει παραλία επειδή έχει μπαζωθεί. Φυσική παραλία με αμμουδιά υπάρχει μετά το Μέγαρο Μουσικής, και έχει μείνει ως τις μέρες μας.
«Από το Μέγαρο Μουσικής και μετά, η παραλία που έχει μείνει είναι από τότε. Πριν από το Μέγαρο, βουτούσαν από βράχια», λέει ο κ. Αθάνατος.
Όσο για τα μαγιό, ακολουθούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα: οι γυναίκες στον Μεσοπόλεμο φοράνε ολόσωμα και οι άντρες μαγιό μέχρι τα γόνατα. Τα μπικίνι εμφανίζονται μεταπολεμικά.
Στο Καραμπουρνάκι υπήρχε ήδη από την οθωμανική περίοδο στρατώνας, από τους μεγαλύτερους της Βαλκανικής, και όπως καταγράφει ο τουριστικός οδηγός του δήμου Καλαμαριάς, την περίοδο 1916-1918 εγκαταστάθηκαν εκεί συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ για την ενίσχυση του Μακεδονικού Μετώπου.
Χτίστηκαν στάβλοι, χώροι περίθαλψης, αντιαεροπορική πυροβολαρχία και αεροδιάδρομος, περίπου παράλληλα με τη σημερινή οδό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Τον ίδιο δρόμο που διασχίζουν σήμερα οι λουόμενοι με το μαγιό κάτω από τα ρούχα. Οι νοσοκόμες του 50ού Γενικού Νοσοκομείου της φωτογραφίας κολυμπούσαν στην ίδια ακτή, πάνω από έναν αιώνα πριν.
Πλήθος κόσμου για μπάνιο μαζεύει τον 19ο αιώνα και ο Κήπος του Μπέχτσιναρ, που βρισκόταν εκεί όπου είναι σήμερα η 3η και η 4η προβλήτα του λιμανιού. Όσοι ήθελαν να πάνε εκεί έπαιρναν το τραμ της γραμμής Ντεπώ – Μπέχτσιναρ, που σταματούσε μπροστά στη Βίλα Πετρίδη, στην οδό Αναγεννήσεως.
«Μπες Τσινάρ» σημαίνει «πέντε πλατάνια» στα τουρκικά και, όπως σημειώνει ο Παρασκευάς Σαββαΐδης στο βιβλίο του «Στο Μπεχτσινάρι σε φίνο ακρογιάλι», το τοπωνύμιο είναι παλαιότερο ακόμη κι από τον ίδιο τον Κήπο που πήρε το όνομά του. Ήταν ο δημόσιος κήπος της πόλης – εστιατόρια, καφενεία, περίτεχνα κιόσκια, μουσικές και τραγούδια – και μετά την απελευθέρωση του 1912 μετονομάστηκε σε «Κήπο Πριγκίπων». Στη θάλασσα απέναντί του, γράφει ο χρονικογράφος της Θεσσαλονίκης Χρίστος Ζαφείρης, εγκαινιάστηκαν τα πρώτα οργανωμένα θαλάσσια λουτρά της πόλης.
Το Μπέχτσιναρ, όπως λέει ο κ. Αθάνατος, είχε εγκαταστάσεις για τον κόσμο που πήγαινε για μπάνιο και προβλήτα μέσα στη θάλασσα. Είχε σαφή διαχωρισμό ανδρών και γυναικών στις εγκαταστάσεις, με ξεχωριστά αποδυτήρια. Οι λουόμενοι απέφευγαν την ηλιοθεραπεία, γιατί δεν ήταν της… μόδας τότε το ηλιοκαμένο δέρμα και η λευκότητα αποτελούσε το πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς.
Σήμερα δεν σώζεται τίποτα. Ο μοναδικός εθνικός κήπος της Θεσσαλονίκης, που άντεξε από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, καταπιώθηκε από τις λιμενικές και βιομηχανικές επεκτάσεις. Όποιος περνά σήμερα από την 26ης Οκτωβρίου, ανάμεσα στο λιμάνι και τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, δυσκολεύεται να πιστέψει ότι εκεί απλωνόταν το μεγαλύτερο πάρκο αναψυχής της πόλης. Το μόνο κτίσμα που στέκει ακόμη και συνδέεται με τον Κήπο, επισημαίνει ο Ζαφείρης, είναι η πολυκατοικία των εμπόρων Μεϊμάρη, προσφύγων από το Δενισλί της Σμύρνης – σήμερα αποθηκευτικός χώρος.
Από το 1950 οι Θεσσαλονικείς αρχίζουν να πηγαίνουν στη θάλασσα της Περαίας με λεωφορεία που είχαν πλέον περισσότερες θέσεις, σε σχέση με τα προπολεμικά που ήταν των δέκα θέσεων. Υπήρχαν βέβαια και τα καραβάκια που γέμιζαν κόσμο από την παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης. Η Χαλκιδική ήταν απρόσιτη γιατί δεν είχε οδικό δίκτυο, κι έτσι τα εξοχικά ήταν στην Περαία και μέχρι την Επανομή.
Μέσα στην πόλη, οι βουτιές γίνονται στο ύψος του Αλλατίνι και της Βασιλίσσης Όλγας, σε σημεία όπου ακόμη δεν είχε γίνει το μπάζωμα για την επέκταση της νέας παραλίας τις δεκαετίες του ’60-’70.
Το ίδιο έγινε και δυτικά. Δίπλα από τη σημερινή 6η προβλήτα υπήρχε ένα νησάκι κι ένα μικρό ψαρολίμανο, όπου κάθε Κυριακή, από τη δεκαετία του ’50 ως τα μέσα του ’70, κατέβαιναν για μπάνιο οι κάτοικοι των δυτικών συνοικιών. Η επιχωμάτωση για την επέκταση του λιμανιού τα εξαφάνισε και τα δύο. Μέσα σε δυο δεκαετίες, η πόλη κατάπιε τη μισή ακτή της.
Ο κ. Αθάνατος επικαλείται μάλιστα μαρτυρίες από μαθητές του 1ου Γυμνασίου, οι οποίοι έκαναν κοπάνα και πήγαιναν για μπάνιο σε εκείνες τις περιοχές.
Το «Ντοβίλ» ήταν εξοχικό κέντρο με θερινό κινηματογράφο, δανεισμένο από το θέρετρο της Νορμανδίας, και μεσουρανούσε από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 ως τα μέσα του ’70. Έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την ακτή, και σήμερα απομένει μια ταμπέλα που οι περισσότεροι προσπερνούν.
Η Ντίνα Δέλιου κρατάει αγκαλιά τον ανάπηρο σκύλο της και μπαίνει στη θάλασσα της ακτής Ντοβίλ. Έρχεται συχνά με τον σύζυγό της και τη Λόλα, τη σκυλίτσα τους, για κολύμπι. «Έχει μυελομαλάκυνση και το νερό τη βοηθάει να κουνάει λίγο τα πόδια της», λέει και της φοράει ένα ειδικό σωσίβιο.
Η Λόλα, το 13χρονο σκυλί της Ντίνας Δέλιου, με το ειδικό σωσίβιο / Μετά το μπάνιο, ξέπλυμα στο ντουζ της παραλίας.
Στο διπλανό παγκάκι, πάνω στη μικρή παραλία, η 87χρονη Μαίρη Τριψιάνη ετοιμάζεται να βουτήξει. «Έχω ρωτήσει στον δήμο Καλαμαριάς και μου είπαν ότι το νερό είναι κατάλληλο. Αν και έχω σπίτι στη Χαλκιδική, προτιμώ να έρχομαι εδώ. Μένω και κοντά, στη Θεμιστοκλή Σοφούλη, και έρχομαι με τα πόδια».
Την πλαζ Αρετσούς διαχειρίζεται η δημοτική επιχείρηση της Καλαμαριάς, και το νερό ελέγχεται από τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας, με τις τιμές να κινούνται εντός των επιτρεπόμενων ορίων. Για την ακτή Ντοβίλ δεν εντοπίστηκαν καταγεγραμμένες επίσημες εργαστηριακές μετρήσεις – ούτε όμως και κάποια ανακοίνωση περί ακαταλληλότητας ή απαγόρευσης κολύμβησης.
Στην πλαζ Αρετσούς όλες οι θέσεις κάτω από τα αλμυρίκια και τις ομπρέλες είναι πιασμένες από νωρίς το πρωί. Στις καρέκλες του αναψυκτηρίου είναι απλωμένες πετσέτες από λουόμενους, ενώ στα τραπεζάκια, κάτω από τη σκιά, άλλοι πίνουν καφέ ή δουλεύουν μπροστά σε laptop.