Η Θεσσαλονίκη υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων

Από την ήττα στην Πύδνα ως τον Γαλέριο: η ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη σε πέντε αιώνες

Μετά την ήττα του Περσέως στην Πύδνα το 168 π.Χ., η Ρώμη αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση της απέναντι στη Μακεδονία. Η νίκη του Αιμιλίου Παύλου σήμαινε το τέλος της βασιλείας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λιβίου, σε δύο μέρες η Βέροια, η Θεσσαλονίκη, η Πέλλα και όλη η Μακεδονία παραδόθηκαν στο Ρωμαίο στρατηγό (Λίβιος, XLIV 45, 5· πρβλ. Πλούταρχος, Αιμίλιος Παύλος, 24: «δύο ἡμέραις ὅλης κύριον αὐτὸν κατέστησαν Μακεδονίας»). Με το διακανονισμό στην Αμφίπολη ο Ρωμαίος στρατηγός διακήρυξε την ελευθερία και αυτονομία των μακεδονικών πόλεων (Πλούταρχος, Αιμίλιος Παύλος, 28: «Μακεδόσι μὲν ἀπέδωκε τὴν χώραν καὶ τὰς πόλεις ἐλευθέρας οἰκεῖν καὶ αὐτονόμους, ἑκατὸν δὲ τάλαντα Ῥωμαίοις ὑποτελεῖν, οὗ πλέον ἢ διπλάσιον τοῖς βασιλεῦσιν εἰσέφερον»).

Τόσο για τη Μακεδονία όσο και για τη Θεσσαλονίκη ειδικότερα, η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε σήμανε την απαρχή μιας καινούργιας σελίδας της ιστορίας τους, η οποία συνδέεται με τη ρωμαϊκή πολιτική στην Ανατολή.

Από το χαρτί στο διαδίκτυο

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 4 (Φεβρουάριος 2001) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/

Πρώτες αναφορές στη Θεσσαλονίκη

Οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στη Θεσσαλονίκη ως πόλεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (στα 450 χρόνια ρωμαιοκρατίας που ακολούθησαν το 168 π.Χ.) είναι ελάχιστες και έχουν κυρίως περιστασιακό χαρακτήρα. Όπως παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος στα «Ἐθνικά» του, ιστορία της πόλεως συνέγραψε κατά την αρχαιότητα κάποιος Λούκιλλος από την πόλη Τάρρας της Κρήτης (λ. Θεσσαλονίκη: «πόλις Μακεδονίας, ἥτις ἄρα ἐκαλεῖτο Ἁλία, Κασσάνδρου κτίσμα… Λούκιλλος δὲ ὁ Ταρραῖος περὶ Θεσσαλονίκης βιβλίον ἔγραφεν, ὃς φησιν ὅτι Φίλιππος θεασάμενος κόρην εὐπρεπῆ καὶ εὐγενῆ (Ἰάσονος γὰρ ἦν ἀδελφιδῆ) ἔγημε, καὶ τεκοῦσα τῇ εἰκοστῇ ἡμέρᾳ τῆς λοχείας τέθνηκεν, ἀναλαβὼν οὖν ὁ Φίλιππος τὸ παιδίον ἔδωκε Νίκῃ τρέφειν καὶ ἐκάλεσε Θεσσαλονίκην, ἡ γὰρ μήτηρ τοῦ παιδίου Νικασίπολις ἐκέκλητο. Στράβων δὲ Θεσσαλονίκειαν αὐτὴν φησί· τὸ ἐθνικὸν Θεσσαλονικεύς»).

«Στράβων δὲ Θεσσαλονίκειαν αὐτὴν φησί· τὸ ἐθνικὸν Θεσσαλονικεύς»

Από το λεξικό του Σουΐδα πληροφορούμαστε επίσης ότι κάποιος Χριστόδωρος, γιος του Πανίσκου από την πόλη Κοπτού της Αιγύπτου, συνέγραψε στην εποχή του Αναστασίου είκοσι πέντε επικά βιβλία με τον τίτλο «Πάτρια Θεσσαλονίκης» (Χ, 525: «Χριστόδωρος Πανίσκου, ἀπὸ Κοπτοῦ πόλεως τῆς Αἰγύπτου, ἐποποιός· ἤκμασεν ἐπὶ Ἀναστασίου τοῦ βασιλέως χρόνον· ἔγραφεν πάτρια Θεσσαλονίκης ἐπικῶς βιβλία κε΄»). Οι αναφορές στην πόλη δεν πρέπει να απουσίαζαν οπωσδήποτε και από τα «Μακεδονικά» του Θεαγένη, όπως προκύπτει από την αναφορά του στην κώμη Άλτος στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, την οποία διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος («Ἅλτος, χωρίον πλησίον Θεσσαλονίκης, ὡς Θεαγένης ἐν Μακεδονικοῖς· τὸ ἐθνικὸν Ἅλτιος»). Τα έργα αυτά (όπως και άλλα που συνδέονται με την ιστορία της Μακεδονίας) έχουν χαθεί, με συνέπεια η ανασύνθεση της ιστορίας της πόλης και της επαρχίας γενικότερα από το σύγχρονο ιστορικό να βασίζεται σε αναφορές σε άλλα γενικότερα έργα, που ασχολούνται με τη ρωμαϊκή ιστορία, καθώς επίσης στις νομισματικές και επιγραφικές μαρτυρίες.

Ο Περσέας, τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, παρουσιάζεται στον Ρωμαίο στρατηγό μετά την ήττα του στον Γ΄ Μακεδονικό Πόλεμο. Η ήττα του Περσέως στην Πύδνα, το 168 π.Χ., σηματοδότησε το τέλος της μακεδονικής βασιλείας και την απαρχή μιας νέας εποχής για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία. Πίνακας του Jean-François Pierre Peyron, Ο βασιλιάς Περσέας της Μακεδονίας ενώπιον του Αιμιλίου Παύλου (1802). Πηγή: The Yorck Project / Wikimedia Commons (public domain).

Οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στη Θεσσαλονίκη για την περίοδο που ακολουθεί την ήττα του Περσέως στην Πύδνα (168 π.Χ.) και τη δημιουργία της επαρχίας Μακεδονίας συνδέονται κυρίως με τρία γεγονότα της ρωμαϊκής ιστορίας:
* Τη στάση των Ρωμαίων απέναντι στη Μακεδονία μετά τον τρίτο μακεδονικό πόλεμο (171–168 π.Χ.) και την εξέγερση του Ανδρίσκου (149/8 π.Χ.).
* Τους εμφυλίους πολέμους μεταξύ Πομπήιου και Καίσαρα και αργότερα μεταξύ των δολοφόνων του Καίσαρα, Κασσίου και Βρούτου, και των δημοκρατικών Οκταβιανού και Μάρκου Αντωνίου,
* Τις εισβολές των Γότθων και την ταραγμένη περίοδο της στρατιωτικής αναρχίας.

Ο ρόλος της Εγνατίας Οδού

Εκείνο πάντως το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψιν είναι ότι την ιστορική σημασία της πόλης στην εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας καθορίζουν δύο παράγοντες: η σχέση της με την κεντρική εξουσία, αλλά και την επαρχιακή διοίκηση και η γεωπολιτική της θέση. Η Θεσσαλονίκη ήδη από την ελληνιστική εποχή διέθετε το ασφαλέστερο λιμάνι, που συνέδεε το Αιγαίο με τη Βαλκανική και επιπλέον βρισκόταν στην απόληξη ενός ακτινωτού συστήματος φυσικών δρόμων, οι οποίοι της επέτρεπαν την επικοινωνία με τη μακεδονική ενδοχώρα και τη χερσόνησο του Αίμου. Να σημειωθεί ότι η πόλη αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της στρατιωτικής οδού, της Εγνατίας και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, απείχε από την Απολλωνία διακόσια εξήντα επτά ρωμαϊκά μίλια (VII, 7, 4: «Ἐκ δὲ τῆς Ἀπολλωνίας εἰς Μακεδονίαν ἡ Ἐγνατία ἐστὶν ὁδὸς πρὸς ἕω, βεβηματισμένη κατὰ μίλιον καὶ κατεστηλωμένη μέχρι Κυψέλων καὶ Ἕβρου ποταμοῦ· μιλίων δ᾽ ἐστὶ πεντακοσίων τριάκοντα πέντε… Ἡ μὲν οὖν πᾶσα Ἐγνατία καλεῖται, ἡ δὲ πρώτη ἐπὶ Κανδαουίας λέγεται ὄρους, Ἰλλυρικοῦ, διὰ Λυχνιδοῦ πόλεως καὶ Πυλῶνος τόπου ὁρίζοντος ἐν τῇ ὁδῷ τήν τε Ἰλλυρίδα καὶ τὴν Μακεδονίαν· ἐκεῖθεν δ᾽ ἐστὶ παρὰ Βαρνοῦντα διὰ Ἡρακλείας καὶ Λυγκηστῶν καὶ Ἐορδῶν εἰς Ἔδεσσαν καὶ Πέλλαν μέχρι Θεσσαλονικείας· μίλια δ᾽ ἐστί, φησὶ Πολύβιος, ταῦτα διακόσια ἑξήκοντα ἑπτά»). Ο ρόλος της οδού υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός κατά τα ταραγμένα χρόνια μέχρι τον Αύγουστο και, αργότερα, κατά τη διάρκεια των πολέμων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων εναντίον των Πάρθων στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας.

Η Εγνατία Οδός διέσχιζε τη Βαλκανική από την Αδριατική έως το Βυζάντιο, με τη Θεσσαλονίκη σε κομβική θέση πάνω στη μεγάλη ρωμαϊκή αρτηρία. Η γεωγραφική αυτή θέση συνέβαλε καθοριστικά στη στρατηγική και οικονομική σημασία της πόλης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Χάρτης: Eric Gaba (Sting) / Wikimedia Commons, CC BY-SA 2.5.

Για τα γεγονότα που συνδέονται με την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου τη βασικότερη πηγή αποτελεί ο ιστορικός Πολύβιος από τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας, σύγχρονος των γεγονότων, από τον οποίο αντλεί υλικό ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος. Την εικόνα συμπληρώνουν οι αναφορές του Διοδώρου από τη Σικελία και του Πλουτάρχου στους «Βίους» του.

Πρωτεύουσα της «δεύτερης μερίδας»

Όπως ήδη αναφέραμε, στο πλαίσιο της νέας πολιτικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Αμφίπολη η Θεσσαλονίκη, όπως και οι άλλες πόλεις της Μακεδονίας, μπορούσε να διοικείται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, ήταν όμως υποχρεωμένη να καταβάλει φόρο στη Ρώμη ως civitas stipendiaria. Επιπλέον, η Ρώμη προχώρησε στη διαίρεση της χώρας σε τέσσερα τμήματα (μερίδες). Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε την πρωτεύουσα της δεύτερης μερίδος —όπως δείχνουν και τα τετράδραχμα με την επιγραφή Μακεδόνων Δευτέρας—, η οποία οριζόταν από το Στρυμόνα στα ανατολικά και τον Αξιό στα δυτικά (Διόδωρος, XXXI, 8, 8: «δεύτερον μέρος, ὅπερ ἀπὸ μὲν ἀνατολῆς ὁρίζει ὁ Στρυμὼν ποταμός, ἀπὸ δὲ δυσμῶν ὁ καλούμενος Ἀξιὸς ποταμὸς καὶ οἱ παρακείμενοι αὐτῷ τόποι»).

Αργυρό τετράδραχμο της δεύτερης μακεδονικής μερίδας, περ. 167–149 π.Χ. Μετά τη ρωμαϊκή διαίρεση της Μακεδονίας σε τέσσερις μερίδες, η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της δεύτερης. Στον οπισθότυπο διακρίνεται η επιγραφή ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΔΕΥΤΕΡΑΣ. Φωτ.: Classical Numismatic Group, Inc. (cngcoins.com) / Wikimedia Commons, CC BY-SA 3.0.

Όπως αφήνει να εννοηθεί ο Λίβιος, η περιοχή αυτή υπερέχει σε σχέση με τις άλλες τρεις μερίδες. Η υπεροχή της, σε σχέση με την τρίτη μερίδα, που έχει αγροτικό κυρίως χαρακτήρα και την τέταρτη, την οποία χαρακτηρίζει παγωμένη και άγονη, συνίσταται στην ύπαρξη εύφορων πεδιάδων και φυσικών λιμανιών: «Σ’ αυτή ανήκει η Παλλήνη, εύφορη και καρποφόρα γη· θαλάσσιες δυνατότητες επίσης προσφέρουν σ’ αυτή τα λιμάνια στην Τορώνη, στο όρος Άθως, στην Αίνεια και την Άκανθο, άλλα από τα οποία είναι στραμμένα στη Θεσσαλία και τη νήσο Εύβοια και άλλα στον Ελλήσποντο». Για τη Θεσσαλονίκη αναφέρει ότι μαζί με την Κασσάνδρεια αποτελούσαν τις πολυπληθέστερες πόλεις της μερίδος.

Πρωτεύουσα της Provincia Macedonia

Μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ανδρίσκου η Ρώμη σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη στάση της προχωρώντας, μετά το 148 π.Χ., στη δημιουργία της επαρχίας Μακεδονίας (Provincia Macedonia). Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε την πρωτεύουσα της επαρχίας και έδρα του επαρχιακού διοικητή. Η μόνη αναφορά στην πόλη σε σχέση με τα γεγονότα που συνδέονται με την ταραγμένη περίοδο ανάμεσα στο 149 και 148/7 π.Χ. προέρχεται από το Διόδωρο, σύμφωνα με τον οποίο ο Ανδρίσκος (Ψευδο-Φίλιππος), προκειμένου να παρουσιαστεί ως γόνος του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά, ισχυριζόταν ότι ο Περσέας (κατά τον ίδιο ο πατέρας του) του υπέδειξε το σημείο ύπαρξης δύο θησαυρών, ενός στην Αμφίπολη και ενός στη Θεσσαλονίκη (XXXII, 15, 2: «ὑπὸ δὲ τοῦ Κρητὸς αὐτῷ πινακίδιον κατεσφραγισμένον ἀναδεδόσθαι, δι᾽ οὗ τὸν Περσέα διασαφεῖν αὐτῷ θησαυροὺς εἶναι κειμένους δύο, τὸν μὲν ἕνα ἐν Ἀμφιπόλει κείμενον… τὸν δὲ ἕτερον ἐν Θεσσαλονίκῃ, ταλάντων ἑβδομήκοντα κατὰ μέσην τὴν ἐξέδραν τὴν ἐν τῷ περιστύλῳ κατὰ τὴν αὐλήν»).

Αργυρή δραχμή του Ανδρίσκου (Φιλίππου ΣΤ΄), 149–148 π.Χ., του διεκδικητή του μακεδονικού θρόνου του οποίου η εξέγερση οδήγησε στην οριστική μετατροπή της Μακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία. Στον εμπροσθότυπο εικονίζεται ο Ανδρίσκος και στον οπισθότυπο ο Ηρακλής με την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ. Φωτ.: Classical Numismatic Group, Inc. (cngcoins.com) / Wikimedia Commons, CC BY-SA 3.0.

Όπως προκύπτει από επιγραφικές μαρτυρίες, η Θεσσαλονίκη αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τον ανταπαιτητή του μακεδονικού θρόνου. Έτσι εξηγείται, πιθανότατα, το γεγονός ότι τίμησε το Ρωμαίο στρατηγό και νικητή του Ανδρίσκου, Καικίλιο Μέτελλο, με την ανέγερση μνημείου (ανδριάντα), στο οποίο η πόλη τον χαρακτηρίζει «σωτήρα» και «ευεργέτη» (IG X 2.1, αρ. 134). Η σύνδεση της πόλης με το Ρωμαίο στρατηγό προκύπτει και από μία επιγραφή την οποία ανήγειρε στην Ολυμπία κάποιος επιφανής πολίτης της Θεσσαλονίκης, ο Δάμων Νικάνορος Μακεδὼν ἀπὸ Θεσσαλονίκης, για την αρετή και την εύνοια που έδειξε και εξακολουθεί να διατηρεί ο Μέτελλος απέναντι στον ίδιο το Δάμωνα, την πατρίδα του (τη Θεσσαλονίκη) και τους υπόλοιπους Μακεδόνες και Έλληνες (IG X 2.1, αρ. 1031: «ἀρετῆς ἕνεκεν καὶ εὐνοίας ἧς ἔχων διατελεῖ εἰς τε αὐτὸν καὶ τὴν πατρίδα καὶ τοὺς λοιποὺς Μακεδόνας καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας»). Στο πλαίσιο αυτό, ως ανάμνηση δηλαδή της απελευθέρωσης της χώρας από το σφετεριστή του θρόνου και της αποκατάστασης της δημοκρατίας, εντάσσεται και η υιοθέτηση από την πόλη, και τη Μακεδονία γενικότερα, ενός νέου συστήματος χρονολόγησης με αφετηρία το φθινόπωρο του 148 π.Χ., του γνωστού ως «επαρχιακού».

Απειλές από βορρά

Η περίοδος που μεσολάβησε από τη δημιουργία της επαρχίας μέχρι το 77 π.Χ. ήταν μία από τις σκληρότερες για τη Μακεδονία και οπωσδήποτε και για την πρωτεύουσα της επαρχίας, Θεσσαλονίκη. Η επαρχία απειλείται από το βορρά από διάφορους λαούς, με σημαντικότερους τους Γαλάτες Σκορδίσκους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή μεταξύ Σάου και Δούναβη και επιδίδονται σε εισβολές, λεηλασίες και δηώσεις. Στα 141 π.Χ., σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λιβίου (Per. Oxyrh. 53–4), ο επαρχιακός διοικητής D. Iunius Silanus (Manlianus) ηττάται από τους εισβολείς, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στα 119 π.Χ., ο Σέξτος Πομπήιος έπεσε μαχόμενος κατά των Γαλατών κοντά στην παιονική πόλη Άργος. Οι εισβολείς έφτασαν πιθανότατα μέχρι τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το ψήφισμα της Λητής προς τιμήν του ταμία της επαρχίας (quaestor) Μάρκου Αννίου (ο οποίος κατάφερε να ανακόψει την προέλασή τους) και την καθιέρωση προς τιμήν του ετησίου ιππικού αγώνα. Στα 110 π.Χ. ο Μάρκος Μινούκιος Ρούφος νίκησε τους Σκορδίσκους, τους Βησσούς και άλλα θρακικά φύλα. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, επί της διακυβερνήσεως του Γαΐου Σεντίου Σατουρνίνου (93–87 π.Χ.), οι Μαίδοι, οι Δάρδανοι, οι Σιντοί και άλλα φύλα, υποκινούμενοι από το Μιθριδάτη, εισέδυσαν απ’ όλες τις πλευρές στην επαρχία και την ερήμωσαν. Στα τέλη του 87 π.Χ. η επαρχία κατακλύστηκε από τα στρατεύματα του Μιθριδάτη, αλλά ανακαταλήφθηκε τον επόμενο χρόνο από τον Σύλλα. Η κατάσταση άλλαξε μετά το 77 π.Χ., καθώς η Ρώμη εγκαινιάζει μία νέα πολεμική πολιτική. Η Μακεδονία αποτελεί στο εξής ορμητήριο των Ρωμαίων διοικητών για τις επεκτατικές εκστρατείες εναντίον των βαρβαρικών φύλων.

Αργυρό τετράδραχμο του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα, βασιλιά του Πόντου, του οποίου οι δυνάμεις εισέβαλαν στη Μακεδονία στα τέλη του 87 π.Χ. Νομισματοκοπείο Περγάμου, 74 π.Χ. Στον εμπροσθότυπο εικονίζεται ο Μιθριδάτης και στον οπισθότυπο ελάφι με την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΙΘΡΑΔΑΤΟΥ ΕΥΠΑΤΟΡΟΣ. Φωτ.: Classical Numismatic Group, Inc. (cngcoins.com) / Wikimedia Commons, CC BY-SA 3.0.

Οι επιδρομές αυτές, με εξαίρεση ίσως αυτή του 119 π.Χ., δεν έθιξαν, όπως προκύπτει από τη σιωπή των πηγών, άμεσα τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, οι συνέπειες πρέπει να βάρυναν τόσο την ίδια την πόλη όσο και ολόκληρη την επαρχία. Πλην των οικονομικών επιπτώσεων, λόγω των συνεχών λεηλασιών και δηώσεων, οι οποίες θα έπληξαν ανεξαιρέτως όλες τις μακεδονικές πόλεις (φυσικά και την πρωτεύουσα), οι βαρβαρικές επιδρομές δεν άφησαν χωρίς συνέπειες και την πληθυσμιακή κατάσταση της περιοχής, δεδομένου ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εξωτερική απειλή, οι επαρχιακοί διοικητές θα προέβαιναν συχνά στη στρατολόγηση Μακεδόνων.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στο ψήφισμα της Λητής ότι ο Μάρκος Άννιος δεν προέβη σε περαιτέρω στρατολόγηση των Μακεδόνων (Syll.³ 700: «ἑτέρους στρατιώτας ἐπὶ συμμαχίαν παρὰ τῶν Μακεδόνων οὐ κέκρικε μεταπέμψασθαι διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι θλίβειν τὰς πόλεις τοῖς ὀψωνίοις»).

Η σιωπή του Κικέρωνα

Για τα χρόνια που ακολουθούν περισσότερες για την ιστορία της πόλης πληροφορίες θα ανέμενε κανείς από τον πολιτικό και ρήτορα Κικέρωνα, ο οποίος πέρασε το θέρος του 58 π.Χ. έξι μήνες της εξορίας του στη Θεσσαλονίκη, όπου φιλοξενήθηκε από το φίλο του Γναίο Πλάνκιο, ταμία της επαρχίας υπό το διοικητή Λ. Αππουλήιο Σατουρνίνο. Ωστόσο, η μοναδική πληροφορία που μας δίνει στο λόγο του «Περί Υπατικών Επαρχιών» (De Provinciis Consularibus) είναι ότι η επαρχία υπέστη επί της διοίκησης του Πείσωνα (57–55 π.Χ.) τόσες ταλαιπωρίες, «ώστε οι Θεσσαλονικείς, που βρισκόταν στην καρδιά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, να αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την πόλη και να οχυρώνουν την ακρόπολη».

Αν η αναφορά του Κικέρωνα συνδέεται με πραγματικά γεγονότα ή εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του ρήτορα να περιγράψει με τα μελανότερα σημεία την εν Μακεδονία δράση του Πείσωνα, λόγω της έλλειψης επιπλέον μαρτυριών, δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι η σιωπή του ρήτορα για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης απορρέει επίσης από το γεγονός ότι τον πολιτικό Κικέρωνα ενδιέφερε κυρίως ο τρόπος με τον οποίο διοικούσαν οι επαρχιακοί άρχοντες τη Μακεδονία, την οποία χαρακτηρίζει επαρχία «πιστή και φίλη του ρωμαϊκού δήμου» και επιπλέον εξαίρει τη στρατιωτική θέση και σημασία της, η οποία την καθιστά «πηγή και φυτώριο θριάμβων».

Ο Γναίος Πομπήιος ο Μέγας. Στα τέλη του 49 π.Χ., κατά τον εμφύλιο πόλεμο με τον Καίσαρα, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη μαζί με περίπου διακόσιους συγκλητικούς και τους δύο υπάτους. Μαρμάρινη προτομή, μέσα 1ου αι. π.Χ. στη Ny Carlsberg Glyptotek της Κοπεγχάγης. Πηγή: Richard Mortel / Wikimedia Commons, CC BY 2.0.
Ο Πομπήιος χειμάζει στην πόλη

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων ανάμεσα στον Πομπήιο και τον Καίσαρα οι αναφορές στη Θεσσαλονίκη συνδέονται κυρίως με την παραμονή στην πόλη της δημοκρατικής παράταξης του Πομπήιου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Δίωνα Κασσίου από την Προύσα της Βιθυνίας, στα τέλη του 49 π.Χ. ο Πομπήιος, πιεζόμενος από τον Ιούλιο Καίσαρα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιταλία και να καταφύγει με διακόσιους περίπου συγκλητικούς και τους δύο υπάτους στη Θεσσαλονίκη (41, 44: «Πομπήιος μὲν δὴ ἔν τε τῇ Θεσσαλονίκῃ ἐχείμαζε»· πρβλ. και 41, 18). Ενόψει μάλιστα της εκλογής νέων υπάτων το έτος 48 π.Χ. (δεδομένου ότι οι καθιερωμένες τελετές έπρεπε να γίνουν σε ρωμαϊκό έδαφος), οι πομπηιανοί προέβησαν στην κήρυξη μικρής έκτασης γης ως δημοσίας, με σκοπό να φανεί ότι τόσο ο ρωμαϊκός δήμος όσο και η ίδια η πόλη (δηλ. η Ρώμη) βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη (41, 43: «οἱ δὲ ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ τοιοῦτο μὲν οὐδὲν προπαρεσκευάσαντο, καίτοι τῆς τε ἄλλης βουλῆς ἐς διακοσίους, ὡς φασί τινες, καὶ τοὺς ὑπάτους ἔχοντες, καί τι καὶ χωρίον ἐς τὰ οἰωνίσματα, τοῦ δὴ καὶ ἐν νόμῳ δή τινι αὐτὰ δοκεῖν γίγνεσθαι, δημοσιώσαντες, ὥστε καὶ τὸν δῆμον δι᾽ αὐτῶν τήν τε πόλιν ἅπασαν ἐνταῦθα εἶναι νομίζεσθαι»). Με το γεγονός αυτό συνδέεται και η κοπή μιας σειράς νομισμάτων, στον οπισθότυπο των οποίων εικονίζεται η γνωστή από νομίσματα αποικιών (coloniae) καθιερωμένη τελετουργία του primigenius sulcus. [Αν η ονομασία Γναϊάς, που φέρει μια φυλή της πόλης (IG X 2.1, αρ. 278), συνδέεται με τον Πομπήιο, δεν μπορεί να διατυπωθεί με βεβαιότητα].

Νόμισμα από μολυβδούχο χαλκό της Θεσσαλονίκης, 28–27 π.Χ. Στον εμπροσθότυπο η στεφανωμένη κεφαλή του θεοποιημένου Ιουλίου Καίσαρα με την επιγραφή ΘΕΟΣ και στον οπισθότυπο η κεφαλή του Αυγούστου με την επιγραφή ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ. Τύπος RPC I 1554. Φωτ.: © The Trustees of the British Museum, αρ. 1958,0304.96. Shared under a CC BY-NC-SA 4.0 licence.

Μετά την ήττα του Πομπήιου στη Φάρσαλο (Αυγ. 48 π.Χ.) η σύνδεση της πόλης με τον Ιούλιο Καίσαρα προκύπτει από τη μετέπειτα (στην εποχή του Αυγούστου) απόδοση θεϊκών τιμών στο Ρωμαίο στρατηγό και την καθιέρωση της λατρείας του. Αυτό προκύπτει από μια σειρά νομισμάτων, στον εμπροσθότυπο των οποίων εικονίζεται η κεφαλή του Καίσαρα με το χαρακτηρισμό θεός, καθώς και από μια τιμητική επιγραφή, στην οποία γίνεται λόγος για την ανέγερση ναού προς τιμήν του (IG X 2.1, αρ. 31, στ. 3–4: «λατομίας ἐποίησ[εν τὸν] / Καίσαρος να[όν]»).

Θέατρο συγκρούσεων των δολοφόνων του Καίσαρα

Κατά την ταραγμένη περίοδο που ακολουθεί τη δολοφονία του Καίσαρα (44 π.Χ.), η Μακεδονία γίνεται για μια ακόμη φορά το θέατρο των συγκρούσεων ανάμεσα στους δολοφόνους του, Βρούτο και Κάσσιο, και τους Οκταβιανό και Μάρκο Αντώνιο.
Όπως προκύπτει από τις αναφορές του Αππιανού και του Πλουτάρχου, η Θεσσαλονίκη αρνήθηκε πιθανότατα να δεχτεί τους δολοφόνους του Ιουλίου Καίσαρα. Για το λόγο αυτό, ενόψει της μάχης των Φιλίππων, ο Βρούτος υποσχέθηκε στους στρατιώτες του ότι θα τους παραχωρήσει προς λεηλασία και διαρπαγή τη Σπάρτη και τη Θεσσαλονίκη (Αππιανός, Εμφύλιος Πόλεμος, IV, 118: «δοκεῖ δὲ τισὶ καὶ Λακεδαίμονα καὶ Θεσσαλονίκην ἐς διαρπαγὴν αὐτοῖς δώσειν ὑποσχέσθαι»· Πλούτ., Βρούτος, XLVI, 1: «ὑπέσχετο καλῶς ἀγωνισαμένοις δύο πόλεις εἰς ἁρπαγὴν καὶ ὠφέλειαν ἀνήσειν, Θεσσαλονίκην καὶ Λακεδαίμονα»). Οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτε σχετικό με τις συνθήκες που επικράτησαν στην πόλη κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των Ρωμαίων στρατηγών. Ωστόσο, οι συγκρούσεις αυτές δεν μπορεί να άφησαν άθικτη την πληθυσμιακή τουλάχιστον εικόνα της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καίσαρα, κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πομπήιου και Καίσαρα ο πρώτος προχώρησε σε στρατολόγηση διακοσίων Μακεδόνων σφενδονητών και ιππέων, ενώ ο Βρούτος επάνδρωσε δύο λεγεώνες από Μακεδόνες. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο Πομπήιος χρησιμοποίησε ως βάση του τη Θεσσαλονίκη, η πόλη δεν μπορεί να μην υπέστη τις συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής.

Ο θάνατος του Βρούτου και του Κάσσιου στη μάχη των Φιλίππων. Η ήττα των δολοφόνων του Καίσαρα από τις δυνάμεις του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντωνίου, το 42 π.Χ., υπήρξε ορόσημο και για τη Θεσσαλονίκη. Πίνακας του Pauwels Casteels, 17ος αι. Πηγή: Wikimedia Commons (public domain).

Ορόσημο για την ιστορία της πόλης αποτέλεσε η μάχη των Φιλίππων (Οκτ.–Νοεμ. 42 π.Χ.) και η επικράτηση των συντηρητικών. Η Θεσσαλονίκη με την Αμφίπολη και τη Σκοτούσα αποκτά το καθεστώς ελεύθερης πόλης (civitas libera, Πλίνιος, N. H. IV, 35, 36, 38), απαλλάσσεται δηλαδή από τη φορολογική επιβάρυνση. Για να τιμήσει η πόλη τους νικητές Οκταβιανό και Αντώνιο, υψώνει μια μνημειακή πύλη, τη γνωστή και από απεικονίσεις περιηγητών ως Χρυσή Πύλη, στο κέντρο της σημερινής πλατείας Βαρδαρίου. Ενδεικτικές της νέας πολιτικής κατάστασης είναι οι επιγραφές στα νομίσματα της πόλης: Θεσσαλονικέων ἐλευθερίας / Μ. Ἀντ(ώνιος) Αὐτ(οκράτωρ) Γ(άϊος) Καῖ(σαρ) Αὐτ(οκράτωρ) ή ὁμόνοια / Θεσσαλονικέων Ῥωμ(αίων).

Μάρκος Αντώνιος και Οκταβιανός σε αργυρό ρωμαϊκό δηνάριο του 39 π.Χ., λίγα χρόνια μετά τη νίκη τους στους Φιλίππους. Τα ονόματα των δύο ανδρών εμφανίζονται και στα νομίσματα που έκοψε η ίδια η Θεσσαλονίκη την εποχή αυτή. Φωτ.: Dirk Sonnenwald / Münzkabinett, Staatliche Museen zu Berlin, αρ. 18215784, Public Domain Mark 1.0.

Στο διάστημα που ακολούθησε, η πόλη παρατάχτηκε στο πλευρό του Μ. Αντωνίου. Έτσι εξηγείται τουλάχιστον η χρονολόγηση τριών επιγραφών της πόλης με «έτη Αντωνίου», με αφετηρία δηλαδή τη νίκη στους Φιλίππους, το έτος 42 π.Χ.
Μετά την κυριαρχία του Οκταβιανού (Αυγούστου) στο Άκτιο και την εδραίωση της pax romana, ολοκληρώθηκε οριστικά η ένταξη της Μακεδονίας στη ρωμαϊκή οικουμένη. Με τη νίκη του Οκταβιανού συνδέεται πιθανότατα το γυναικείο άγαλμα (της Τύχης;) σε πρώρα πλοίου που βρισκόταν κοντά στη Ληταία Πύλη, στο τέλος της σημερινής οδού Αγίου Δημητρίου.

Η ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη σε εποχή ευημερίας

Η εδραίωση της ρωμαϊκής ειρήνης σήμαινε την απαρχή μιας νέας εποχής που συνοδεύεται και από την υιοθέτηση του νέου χρονολογικού συστήματος με αφετηρία το Σεπτέμβριο του 31 π.Χ., του γνωστού ως «ακτιακού». Η Θεσσαλονίκη εισέρχεται σε μια νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από ηρεμία, οικονομική ευημερία και έντονη οικοδομική δραστηριότητα και η οποία θα διαρκέσει έως το πρώτο τέταρτο του 3ου αι. μ.Χ.

Η Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης, διοικητικό και κοινωνικό κέντρο της πόλης κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Το μνημειακό συγκρότημα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τον 2ο και τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., περίοδο κατά την οποία η Θεσσαλονίκη γνώρισε πληθυσμιακή ανάπτυξη, οικονομική ευημερία και έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Φωτ.: Magda Mortisia / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Με εξαίρεση την εισβολή των Κοστοβόκων στα 170/1 μ.Χ., η περίοδος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ειρηνική. Με το ειρηνικό κλίμα της εποχής συνδέεται πιθανότατα και η μείωση της στρατιωτικής σημασίας της Εγνατίας οδού, η οποία μόλις στα χρόνια του Τραϊανού (98–117), πιθανότατα κατά τη διάρκεια των δακικών πολέμων, επισκευάζεται. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για το διάστημα από τον Αύγουστο μέχρι και το τέλος της δυναστείας των Σεβήρων (193–235) προέρχονται κυρίως από επιγραφές και νομίσματα. Η οργάνωση της πόλεως δε διαφέρει από αυτή των υπολοίπων πόλεων της επαρχίας. Όπως και στις άλλες ελληνικές πόλεις τα αξιώματα έχουν λειτουργικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι αποτελούν ένα είδος κοινωνικής υπηρεσίας προς την πόλη και τους πολίτες της.

Ο Θεσσαλονικεύς επιγραμματοποιός της εποχής του Αυγούστου, Αντίπατρος, χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη «μήτηρ ἡ πάσης Μακεδονίης»

Η νομιμοφροσύνη απέναντι στη Ρώμη εκφράζεται όπως και στην περίπτωση των άλλων ελληνικών πόλεων: α) με τη λατρεία της θεάς Ρώμης και των Ρωμαίων ευεργετών, β) τη δημιουργία ναών για την τέλεση της αυτοκρατορικής λατρείας, γ) την τέλεση αγώνων προς τιμήν του αυτοκράτορα, είτε κάποιου μέλους της αυτοκρατορικής οικογένειας (ενδεικτικά να αναφέρουμε εκτός από την τέλεση αγώνων προς τιμήν του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβούς, τη λατρεία και την τέλεση αγώνων προς τιμήν του θεοποιημένου γιου του Μάρκου Αυρηλίου, Φούλβου) και δ) την ανέγερση τιμητικών μνημείων ή ανδριάντων προς τιμήν των προσώπων αυτών. Εκείνο που παρατηρεί κανείς σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους είναι, κατά τον 1ο και κυρίως το 2ο μ.Χ. αι., η πληθυσμιακή αύξηση της πόλης και η απόκτηση ενός κοσμοπολίτικου χαρακτήρα. Ο Θεσσαλονικεύς επιγραμματοποιός της εποχής του Αυγούστου (27 π.Χ.–14 μ.Χ.), Αντίπατρος, χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη «μήτηρ ἡ πάσης Μακεδονίης» (Παλ. Ανθ. IX, 428).

Η ίδια εικόνα προκύπτει κι από τις αναφορές του γεωγράφου Στράβωνα, σύμφωνα με τον οποίο η πρωτεύουσα της Μακεδονίας —«ἡ δὲ μητρόπολις τῆς νῦν Μακεδονίας» (VII, απ. 21)— υπερέχει πληθυσμιακά σε σύγκριση με άλλες (VII, 7, 4: «Θεσσαλονικείας, μακεδονικῆς πόλεως, ἣ νῦν μάλιστα τῶν ἄλλων εὐανδρεῖ»). Η μαρτυρία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν λάβει κανείς υπόψιν την αναφορά του γεωγράφου στις περιοχές της άνω Μακεδονίας και της Ηπείρου, για τις οποίες σημειώνει ότι, ενώ παλαιότερα υπήρχαν εκεί πόλεις, στην εποχή του έχουν ερημωθεί και κατοικούνται κατά κώμες (VII, 7, 9: «πρότερον μὲν οὖν καὶ πόλεις ἦσαν ἐν τοῖς ἔθνεσιν τούτοις… νῦν δὲ τὰ πολλὰ ἐρημία κατέχει, τὰ δ᾽ οἰκούμενα κωμηδὸν καὶ ἐν ἐρειπίοις λείπεται»).

Η Θεσσαλονίκη παραμένει κατά το 2ο αι. μ.Χ. μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μακεδονίας. Ο συγγραφέας του 2ου αι. μ.Χ. Λουκιανός τη χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας (Λούκιος ἢ Ὄνος, 46: «πόλεως τῶν ἐν Μακεδονίᾳ τῆς μεγίστης Θεσσαλονίκης»), σε αντίθεση με τη Βέροια, την οποία χαρακτηρίζει απλώς μεγάλη και πολυάνθρωπη (Λούκιος ἢ Ὄνος, 34: «ἐς πόλιν τῆς Μακεδονίας Βέροιαν μεγάλην καὶ πολυάνθρωπον»). Η εντύπωση που προκύπτει από τις γραμματειακές πηγές επιβεβαιώνεται και από τα επιγραφικά δεδομένα. Η πόλη διαθέτει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Εκτός από τους πολυάριθμους Ρωμαίους, γνωστούς ως negotiatores, οι οποίοι είναι οργανωμένοι σε κοινότητα, «συμπραγματευόμενοι Ῥωμαῖοι», γνωστή είναι η παρουσία Εβραίων, αλλά και προσώπων από διάφορα σημεία της ελληνικής ανατολής και κυρίως τη Μ. Ασία.
Το κλίμα αυτό του κοσμοπολιτισμού δεν μπορεί να άφησε ανεπηρέαστους τομείς όπως η τέχνη, η θρησκεία, η παιδεία και η ιδεολογία γενικότερα. Έτσι δικαιολογείται και η αγωνία του Λουκιανού, μήπως το έργο του φανεί ασήμαντο στο ακροατήριο της πόλης, το οποίο συνθέτουν ρήτορες και συγγραφείς και διάσημοι σοφιστές (Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων, 8: «οἵ τε αὖ πανηγυρισταὶ οὐ συρφετώδης ὄχλος, ἀθλητῶν μᾶλλον φιλοθεάμονες, ἐν παρέργῳ οἱ πολλοὶ τὸν Ἡρόδοτον τιθέμενοι, ἀλλὰ ῥητόρων τε καὶ συγγραφέων καὶ σοφιστῶν οἱ δοκιμώτατοι —ὅσoν οὐ μικρὸν ἤδη, μὴ τοὐμὸν παρὰ πολὺ ἐνδεέστερον φαίνηται τῶν Ὀλυμπίων»).

«Η λαμπροτάτη Θεσσαλονικέων πόλις»

Η φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης δε φαίνεται να αλλάζει κατά τον 3ο αι. μ.Χ., όσον αφορά τουλάχιστον το πρώτο μισό του. Η ακμή αυτή αντανακλάται και στους χαρακτηρισμούς λαμπρά ή λαμπροτάτη, που απαντούν σε επιγραφές [IG X 2.1, 163, στ. 10–17: «ἀρχιερεὺς καὶ ἀγωνοθέτης τῆς λαμπρᾶς Θεσσαλονικαίων μητροπόλεως, κολωνείας καὶ τετράκις νεωκόρου»· IG X 2.1, 151, στ. 8–10: «ἡ λαμπροτάτη Θεσσαλονικέων πόλις»· IG X 2.1, 181, στ. 10–11: «γυμνασιαρχήσαντα ἐν τῇ λαμπρᾷ ταύτῃ πόλει»]. Τη νομιμοφροσύνη της απέναντι στη Ρώμη εκφράζουν —όπως προκύπτει από τις επιγραφές και τις νομισματικές μαρτυρίες— οι τιμητικές διακρίσεις που παίρνει από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Ο Γορδιανός Γ΄ (238–244) παραχωρεί στη Θεσσαλονίκη το δικαίωμα της νεωκορίας, της συντήρησης δηλαδή ναού αφιερωμένου στη λατρεία του αυτοκράτορα, και της διεξαγωγής οικουμενικών πεντετηρικών αγώνων με το όνομα Πύθια.

Οι επάλξεις των τειχών της Θεσσαλονίκης νότια του Πύργου Αλυσέως. Τα σωζόμενα τείχη είναι υστερορωμαϊκά και βυζαντινά, ακολουθούν όμως τη γραμμή των οχυρώσεων που επισκευάστηκαν εσπευσμένα τον 3ο αιώνα μ.Χ. μπροστά στις βαρβαρικές επιδρομές. Φωτ.: Ymblanter / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Τα γεγονότα, ωστόσο, που συνδέονται με τις βαρβαρικές επιδρομές (Κάρπων, Γότθων και Ερούλων) και τη στρατιωτική αναρχία της περιόδου 235–284, δεν άφησαν χωρίς συνέπειες τη Μακεδονία και ειδικότερα τη Θεσσαλονίκη.
Στα χρόνια αυτά τοποθετείται η επισκευή της Εγνατίας οδού (η οποία συνδέεται και με τους αγώνες των Ρωμαίων αυτοκρατόρων στο ανατολικό όριο της αυτοκρατορίας), καθώς και η εσπευσμένη επισκευή των τειχών της πόλης —πιθανότατα επί Γορδιανού Γ΄ ή Φιλίππου Α΄ (244–249)— για την ανοικοδόμηση των οποίων χρησιμοποιήθηκαν επιτύμβιες στήλες ή άλλα αρχιτεκτονικά μέλη.
Σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις οι διοικητές της επαρχίας, εμπλεκόμενοι στις δυναστικές διαμάχες και παράλληλα εκμεταλλευόμενοι τη γενική αναστάτωση που δημιούργησαν οι βαρβαρικές επιδρομές, ανακηρύσσονται αυτοκράτορες.
Η πρώτη λαμβάνει χώρα στην εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (249–251) και συνδέεται με τον επικεφαλής κατά της εισβολής των Γότθων στη Θράκη L. Iulius Priscus, ο οποίος αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Η υπόθεση ότι οι τιμητικοί τίτλοι μητρόπολις και τετράκις νεωκόρος, τους οποίους ο αυτοκράτορας παραχώρησε στην πόλη, συνδέονται με τα γεγονότα αυτά, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεν μπορεί να υποστηριχτεί με βεβαιότητα.

Το ίδιο ισχύει και για τον τιμητικό τίτλο κολωνία (colonia), ο οποίος την καθιστούσε προμαχώνα της αυτοκρατορίας (propugnacula imperii) και θυγατρική κοινότητα της Ρώμης και τον οποίο ο ίδιος αυτοκράτορας παραχώρησε στη Θεσσαλονίκη.
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται το 260/1 μ.Χ. μετά τη σύλληψη του Βαλεριανού, όταν κάποιος Valens, ο οποίος τοποθετήθηκε από τον Γαλλιηνό (253–268) ως ανθύπατος στην Αχαΐα, πιεζόμενος από τον Πείσωνα, τον οποίο ο σφετεριστής του θρόνου Μακριανός έστειλε εναντίον του, ανακήρυξε εαυτόν αυτοκράτορα.
Το γεγονός μάλιστα ότι ο Valens φέρει, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αμμιανού Μαρκελλίνου, την επωνυμία Θεσσαλονικεύς, Thessalonicus (XXI, 16, 10: Valentis, cognomento Thessalonici), σημαίνει ότι είτε η εξέγερση εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη, είτε ο Valens είχε καταστήσει αυτή κέντρο του στασιαστικού κινήματος.

Οι βαρβαρικές επιδρομές

Ορόσημο για την ιστορία της πόλης αποτελούν οι βαρβαρικές επιδρομές. Στις αρχές του 254 μ.Χ. επί Βαλεριανού και Γαλλιηνού, οι Γότθοι επιτέθηκαν εναντίον της Θεσσαλονίκης, χωρίς να μπορέσουν να την καταλάβουν. Η σοβαρότερη από τις εισβολές υπήρξε αυτή των Ερούλων και των Γότθων το 268 μ.Χ., κατά την οποία ερημώθηκαν η Ήπειρος και η Μακεδονία.
Η πόλη σώθηκε «χάρη στην παρέμβαση του θεού Καβείρου», ο οποίος αναγνωρίστηκε ως πολιούχος θεότητα, «ἁγιώτατος πάτριος θεός» (IG X 2.1, αρ. 199) και εικονίζεται σε χάλκινο νόμισμα να στέκεται πάνω στις επάλξεις των τειχών. Το 305 μ.Χ. ο Γαλέριος ανακηρύχθηκε αύγουστος και μετέφερε την πρωτεύουσα της ανατολικής επαρχίας από το Σίρμιο στη Θεσσαλονίκη, την οποία κατέστησε έδρα του έως το θάνατό του, το 311 μ.Χ. Στο διάστημα αυτό τοποθετείται η ανοικοδόμηση του γνωστού γαλεριανού συγκροτήματος στο κέντρο της σημερινής πόλης.

Το Γαλεριανό Συγκρότημα στην πλατεία Ναυαρίνου, στο κέντρο της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Τα σωζόμενα κατάλοιπα αποτελούν τμήμα του εκτεταμένου αυτοκρατορικού συγκροτήματος που άρχισε να διαμορφώνεται στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ., όταν η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε σε περιφερειακή αυτοκρατορική έδρα επί Γαλερίου. Πηγή εικόνας: Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΕΦΑΠΟΘ), Υπουργείο Πολιτισμού.
Η ελληνικότητα της πόλης

Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι αν, και κατά πόσον, η πόλη διατήρησε μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες τον ελληνικό της χαρακτήρα. Οπωσδήποτε, η ρωμαϊκή κυριαρχία και κυρίως η ρωμαϊκή παρουσία δεν άφησαν χωρίς συνέπειες την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Μ’ αυτή συνδέεται, επί παραδείγματι, η χρήση ρωμαϊκών ονομάτων από Έλληνες, η απονομή του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτη (civitas romana) και ακόμα η ανάληψη από Θεσσαλονικείς σημαντικών αξιωμάτων που συνδέονται με τη ρωμαϊκή διοίκηση.

Ωστόσο, η πόλη διατήρησε την ελληνική της φυσιογνωμία. Σ’ αυτό συνηγορούν:
α) η αποκλειστική σχεδόν χρήση της ελληνικής γλώσσας,
β) η χρήση ονομάτων που συνδέονται είτε με την ελληνική μυθολογία και το έπος, όπως π.χ. Δανάη, Ερμιόνη, Μενέλαος κτλ., είτε με γνωστές προσωπικότητες της ιστορίας της Μακεδονίας και της νοτίου Ελλάδας, όπως π.χ. Αισχύλος, Αλέξανδρος, Αντίγονος, Φίλιππος, Κάσσανδρος κτλ.,
γ) η λατρεία του Μ. Αλεξάνδρου και
δ) η συμμετοχή της πόλης στο Αττικό Πανελλήνιο, όπως προκύπτει από την ανάληψη από έναν επιφανή πολίτη της πόλης, τον Τ. Αίλιο Γεμείνιο Μακεδόνα, του αξιώματος του άρχοντος του Πανελληνίου γύρω στο 200 μ.Χ. (IG X 2.1, αρ. 181: «Τ. Αἴλιον Γεμείνιον Μακεδόνα / τὸν ἄρξαντα τοῦ Ἀττικοῦ Πανελληνίου … πρῶτον γενόμενον ἄρχοντα Πανελλήνων ἀπὸ τῆς λαμπροτάτης Θεσσαλονικέων πόλεως»).

Μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εντάσσεται και η ανέγερση ανδριάντων προς τιμήν του γιου του Μ. Αλεξάνδρου, Αλεξάνδρου Δ΄, και της βασίλισσας Θεσσαλονίκης, όπως και η ύπαρξη αντιγράφων κλασικών έργων, όπως αυτό της Αθηνάς των Μεδίκων, που στα χρόνια των Σεβήρων μεταπλάστηκε σε πορτρέτο της Ιουλίας Δόμνας.

Τη σύνδεση με το ένδοξο παρελθόν αντανακλούν και τα ονόματα των δήμων της πόλης, ένας εκ των οποίων φέρει, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στεφάνου Βυζαντίου, το όνομα του αλόγου του Μ. Αλεξάνδρου, Βουκεφάλεια, ενώ ο άλλος το όνομα του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Κέκροπα, Κεκροπίς. Οι συνθήκες αυτές συμβάλλουν στην αφομοίωση του ρωμαϊκού στοιχείου της πόλης. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα κάποιου Ρωμαίου, ο οποίος παράλληλα με το ρωμαϊκό του όνομα, Μάνιος Κόρτιος, φέρει και το ελληνικό Δημήτριος, «ὁ ἐπικαλούμενος Δημήτριος» (IG X 2.1, αρ. 80). Η εικόνα βέβαια αυτή δεν είναι διαφορετική από εκείνη των υπολοίπων ελληνικών πόλεων. Οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, χάριν κυρίως στη φιλελληνική πολιτική κάποιων αυτοκρατόρων (γνωστή είναι π.χ. η επίδραση του προτύπου του Μ. Αλεξάνδρου στους αυτοκράτορες Τραϊανό και Καρακάλλα), ευνοούν τη δημιουργία ενός κλίματος κλασικιστικής παιδείας, η οποία συνδέεται με την ενίσχυση του εθνικού αυτοσυναισθήματος των Ελλήνων και την εξιδανίκευση του ιστορικού παρελθόντος και κυρίως αυτού της κλασικής εποχής.

Στο πλαίσιο αυτό η προσπάθεια της γνωστής από επιγραφή του 3ου αι. μ.Χ. οικογένειας από τη Θεσσαλονίκη να συνδεθεί με το βασιλικό οίκο των Τημενιδών, «Ἡρακλειδῶν ἀπὸ Τημένου» (IG X 2.1, αρ. 16), όσο υπερβολική κι αν φαίνεται, είναι δηλωτική του κλίματος της εποχής.

*Ο Ηλίας Σβέρκος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Σημείωση σύνταξης: Το κείμενο προσαρμόστηκε για τη διαδικτυακή έκδοση. Παραλείφθηκαν οι υποσημειώσεις και τα εκτενή λατινικά παραθέματα του πρωτοτύπου και προστέθηκαν ενδιάμεσοι τίτλοι και εικονογράφηση.

Διαβάστε επίσης

Πώς η καπνεργατική απεργία του 1914 έφερε στο προσκήνιο εργάτριες, μειονότητες και «αφανείς» της Θεσσαλονίκης
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τις πρώτες φυτεύσεις της Elsie White, παραμένουν ζωντανό μνημείο φύσης και αρχιτεκτονικής τοπίου