Η ιχνηλάτηση του παρελθόντος αυτών των κοινωνικών ομάδων στην ελληνική ιστορία πριν από τη δεκαετία του 1940, πόσω δε μάλλον στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, αποτελεί δυσχερές έργο, ιδίως λόγω της ελλιπούς διαθεσιμότητας πηγών.
Παρ’ όλα αυτά, ο Μεσοπόλεμος (1922-1940) αποτελεί κομβικό σημείο για μια έστω πρώιμη και σποραδική κινητοποίηση ολοένα και πιο διακριτών κοινωνικών ομάδων. Το σημείο εκκίνησης αυτού του φαινομένου τοποθετείται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η εντατικοποίησή του στη Μικρασιατική Καταστροφή, λόγω της έλευσης σχεδόν ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στις Νέες Χώρες, δηλαδή στα εδάφη που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος κυρίως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Στη συμβολή της αργόσυρτης συρρίκνωσης του ελλαδικού αγροτικού κόσμου, της μετακίνησης πληθυσμών από τα κέντρα του μικρασιατικού και βαλκανικού ελληνισμού, καθώς και της δυναμικής ανάπτυξης της βιομηχανίας, η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται σε επίκεντρο κινητοποιήσεων, ανατροπών και πρώιμων εργατικών διεκδικήσεων. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η πόλη επεκτείνεται και εκσυγχρονίζεται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης μιας κυρίως εβραιόκτητης βιομηχανίας, της στροφής σε ένα πλέον πλανητικό θαλάσσιο εμπόριο και της εξόδου πληθυσμών από τον αγροτικό χώρο της ευρύτερης βαλκανικής ενδοχώρας.
Η Θεσσαλονίκη, την οποία η εφημερίδα Νέα Αλήθεια, στις 14 Απριλίου 1914, θα περιγράψει ως «το τιμαλφότερον κτήμα που απέκτησε [η Πατρίς] διά δύο κατά σειράν αιματηροτάτων πολέμων», θα γίνει το σκηνικό σύγκρουσης παραμέτρων εθνότητας, τάξης και φύλου στα νέας μορφής κοινωνικά κινήματα του 20ού αιώνα.
Στις αρχές του αιώνα, η καλλιέργεια, το εμπόριο και η επεξεργασία των φύλλων του καπνού προς εξαγωγή συνιστούσαν ακόμη τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχθεί σε μείζονα κόμβο αυτής της δραστηριότητας. Εδώ σημειώθηκαν, στον απόηχο της κρίσης του καπνού, από τις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και η δημιουργία διαφόρων συνδικάτων, όπως το Διεθνές Συνδικάτο Καπνεργατών Θεσσαλονίκης. Η κοινωνική πίεση αυτή εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υπερπόντιας μετανάστευσης, ανακατατάξεων στην αγορά εργασίας, ανεργίας και ανέχειας, με επιστέγασμά τους τη δεκαετία πολέμων μεταξύ 1912-1922 και την προσφυγική κρίση.
Αξιοσημείωτο είναι πως στην καπνεργασία η εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών είναι σχεδόν ισάριθμη και σε αυτήν αποκρυσταλλώνεται η πολυεθνική σύνθεση των εκάστοτε πόλεων. Πρόκειται για έναν τομέα πολυάνθρωπης εργασίας, τοποθετημένο κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής. Τούτο διότι ο ίδιος ο καλλιεργητής μπορούσε να είναι και τεχνίτης στις καπναποθήκες. Αυτές ακριβώς οι καπναποθήκες και τα καπνομάγαζα, καθώς συγκέντρωναν χιλιάδες ανθρώπους, θα μετατραπούν στις πρώτες εστίες εργατικών κινητοποιήσεων, ιδίως στη συγκυρία της δεκαετίας του 1910, όταν η καπνεργασία από βιοτεχνικός μετατρέπεται σιγά-σιγά σε βιομηχανικό κλάδο, με την είσοδο στην παραγωγή νέων συστημάτων συσκευασίας και τις πρώτες σιγαροποιητικές μηχανές. Αυτή η μετάβαση σταδιακά θα καταργήσει τις ειδικότητες τεχνιτών, όπως οι λεγόμενοι ντεκτσήδες.
Στη Θεσσαλονίκη, ο αριθμός των καπνεργατών και καπνεργατριών υπολογίζεται γύρω στις 4.000 με 5.000, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Εβραίοι, το ένα τρίτο μουσουλμάνοι και οι λιγότεροι Έλληνες (Donald Quataert, «Premières fumées d’usines», στο Gilles Veinstein (επιμ.), Salonique 1850-1918. La “ville des juifs” et le réveil des Balkans, Παρίσι, Autrement, Série Mémoires, 1992, σ. 191).
Στις υπόλοιπες πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας, η εθνοτική σύνθεση του καπνεργατικού δυναμικού διέφερε πολύ. Ωστόσο, εκείνο που όλες θα υποστούν, μεταξύ των Βαλκανικών Πολέμων και των πρώτων χρόνων του Μεσοπολέμου, είναι τα πολλαπλά προσφυγικά κύματα και, άρα, οι ραγδαίες δημογραφικές μεταβολές. Σε διαδοχικές φάσεις, από τις Νέες Χώρες θα αποχωρήσουν μουσουλμανικοί και βουλγαρικοί πληθυσμοί, ενώ σε αυτές θα εγκατασταθούν Έλληνες πρόσφυγες.
Όπως διαπιστώνει η ιστορικός Έφη Αβδελά, χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της καπνεργασίας στη Θεσσαλονίκη είναι η κατά κύριο λόγο απασχόληση νεαρών κοριτσιών. Αντιθέτως, σε άλλες πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας, οι εργάτριες υποεκπροσωπούνται. Το γεγονός αυτό υπήρξε παράγοντας ισχυροποίησης των παραδεδομένων ιεραρχιών και αποσιώπησης των εργατριών. Στις διακηρύξεις του καπνεργατικού κινήματος επιβεβαιώνεται η ανδρική κυριαρχία μέσα στο οργανωμένο καπνεργατικό κίνημα, καθώς οι γυναίκες δεν γίνονται καν δεκτές στα σωματεία.
Παρόλο που η έδρα της απεργίας και η μαζικότερη συσπείρωση σημειώνονται στην Καβάλα, μόνον στη Θεσσαλονίκη οι γυναίκες συρρέουν στους δρόμους. Κι έτσι έχουμε σκηνές όπου «Εβραίες απεργοί συγκρούονται βίαια με μουσουλμάνες απεργοσπάστριες και με Έλληνες αστυνομικούς που τις προστατεύουν».
Η απεργία του 1914 οφείλει σε μεγάλο βαθμό τον συντονισμό της στην δράση της σοσιαλιστικής εργατικής οργάνωσης Φεντερασιόν. Η οργάνωση είχε διεθνικό χαρακτήρα και Εβραίους πρωτεργάτες, ενώ μέρος του ελληνικού Τύπου την αντιμετώπιζε ως ύποπτη για σύμπραξη με τους Βουλγάρους. Γι’ αυτό και, μέσα από τις δριμείες αντιπαραθέσεις στον Τύπο των τριών εμπλεκόμενων εθνοτήτων, ο σοσιαλισμός συχνά παρουσιαζόταν ως δύναμη ύποπτη ή αντεθνική.
Η απεργία του 1914 αποτιμάται από τη νεότερη ελληνική ιστοριογραφία ως «η πρώτη μαζική ταξική σύγκρουση στην περιοχή» (Αβδελά, 1993), φέρνοντας σε σύμπραξη Έλληνες και Εβραίους καπνεργάτες, συσπειρωμένους γύρω από τη διεκδίκηση εργατικών δικαιωμάτων. Η μερική ικανοποίηση των αιτημάτων τους θα οδηγήσει στην υπογραφή εκείνης που έχει καταγραφεί ως η πρώτη συλλογική σύμβαση εργασίας στον ελλαδικό χώρο (Φως, 26 Μαρτίου 1914 – 17 Απριλίου 1914).
Μέσα από μια προσεκτικότερη ανάγνωση των εφημερίδων της εποχής, στο άρθρο της Αβδελά, η απεργία ερμηνεύεται και υπό το πρίσμα έμφυλων και εθνικών συμβολισμών στον λόγο. Λαμβάνεται, μάλιστα, υπόψη πως μόνο στη Θεσσαλονίκη οι εφημερίδες μιλούν για τις γυναίκες στην απεργία. Στις ελληνικές εφημερίδες, οι μουσουλμάνες απεργοσπάστριες κατονομάζονται ως «κίτρινες εργάτιδες», αντιθέτως οι Ελληνίδες εμφανίζονται ως «πρόσφυγες» (Φως, 30 Μαρτίου 1914· Νέα Αλήθεια, 2 Απριλίου 1914).
Για τις μουσουλμάνες πρωτοστατούν και ειρωνικοί σχολιασμοί όπως: «αἱ χανούμισσες πού τῆς ἐθεωρούσαμεν ὅλοι γιά κούκλαις ἀνίκαναις γιά ἐργασία, ὄχι μόνον ἰκανώτατες εἶνε νά βγάλουν τό ψωμί τους, ἀλλά καί νά τό ὑπερασπίσουν ἐν ἀνάγκη ἡρωικώτατα» (Νέα Αλήθεια, 3 Απριλίου 1914).
Πέραν αυτών, στις ίδιες δύο εφημερίδες φιγουράρουν και οι λεγόμενες «Γύφτισες καί Βουλγαρῖδαι», που στοχοποιούνται για το ότι στερούν εργασία και οδηγούν στο «νά πεινάσουν οἱ Ἕλληνες, οἱ Ὀθωμανοί καί οἱ Ἰσραηλῖται ἐργάται». Πιθανόν οι τελευταίες να ανήκουν στα προσφυγικά ρεύματα που είχαν κατακλύσει τη Θεσσαλονίκη και, ενώ προέρχονταν από καπνοχώρια, να απορροφούνταν ως φθηνότερο εργατικό δυναμικό.
Από την άλλη πλευρά, στις εφημερίδες Μακεδονία και Φως, οι Εβραίες, τα «ἄκακα κοράσια», καθώς πρωτοστατούν στην απεργία και συγκρούονται με τις αστυνομικές δυνάμεις, περιγράφονται ως εκείνες που «πλήρεις θάρρους καί ἀποφασιστικότητος, προτάσσουν τά στήθη των. Δέν ὑποχωροῦν προτρέποντες καί τούς ἄνδρας νά πράξουν τό ἴδιον». Αυτή τη στιγμή δημόσιας παρουσίας και διεκδίκησης των γυναικών αποτυπώνουν με αμηχανία οι εφημερίδες, ονομάζοντάς τες «αἱ σουφραζέται μας».
Μέσα από τα στιγμιότυπα αυτής της απεργίας διαβλέπονται ισχνά, αλλά και αφήνονται στη φαντασία μας, φωνές και αλαλαγμοί, η κίνηση των ανθρώπων στον δρόμο και την πόλη, «η βαιότητα στον λόγο και η βία στις πράξεις». Όλα εκείνα συνθέτουν μια χρωματική παλέτα των κοινωνικών διεκδικήσεων στις αρχές του 20ού αιώνα, σε μια στιγμή όπου οι εθνικοί ανταγωνισμοί διαπλέκονται με έμφυλους και ταξικούς. Κοινωνικές ομάδες που συχνά έμεναν στο περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων προβάλλουν εδώ ως δρώντα πρόσωπα. Στη ματιά των σύγχρονων αναγνωστών, ίσως να φαίνεται έως και κωμικοτραγική η περιγραφή Εβραίων γυναικών να σκίζουν τους φερετζέδες των μουσουλμάνων απεργοσπαστριών και να «γδέρνουν τό πρόσωπον [χωροφύλακος] διά τῶν ὀνύχων αὐτῶν».
Ωστόσο, οι συνθήκες δεν ευνόησαν τις γυναικείες φωνές να ακουστούν παραπάνω απ’ όσο τα χρηστά ήθη θα επέτρεπαν. Σύντομα οι ελληνικές αρχές, φοβούμενες την κλιμάκωση των σχέσεων μεταξύ εβραϊκής και μουσουλμανικής κοινότητας, και σε μια περίοδο ήδη τεταμένων σχέσεων με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, έσπευσαν να καταστείλουν την απεργία. Η παρουσία των «παρεκτραπομένων» και «άστατων» γυναικών θα αποσιωπηθεί πλήρως στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια. Συγχρόνως, στο στόχαστρο θα μπουν οι Εβραίοι εργάτες, αφενός διότι δεν συγκράτησαν τις γυναίκες τους και αφετέρου επειδή, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, διαχέουν «σοσιαλιστικάς ἰδέας» και «ἐξωφρενικάς στάσεις σωφραζετισμοῦ». Με συνοπτικές διαδικασίες, η απεργία μεταφέρεται από τους δρόμους στις στήλες των εφημερίδων, όπου αρθρώνονται λόγοι που συνέδεαν τον σοσιαλισμό, τις γυναικείες διεκδικήσεις και τους Εβραίους εργάτες με την απειλή για το έθνος.
Ως κατακλείδα, αξίζει να αναφερθεί η παρατήρηση του ιστορικού Γ. Μαυρογορδάτου στο έργο του Stillborn Republic: «οι πρώιμοι και διαρκείς δεσμοί ανάμεσα στην εβραϊκή μειονότητα και το κομμουνιστικό κόμμα […] συνεισέφεραν σημαντικά τόσο στον αντισημιτισμό όσο και στον αντικομμουνισμό στη μεσοπολεμική Ελλάδα» (σ. 257).
Η καπνεργατική απεργία του 1914 παραμένει ένα κομβικό ιστορικό ορόσημο, που φωτίζει τις πρώιμες μορφές εργατικής και γυναικείας διεκδίκησης σε μια μεταβατική και πολυεθνοτική Θεσσαλονίκη.