Στεκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα, εκείνου του μακρέως αιώνα της παγκόσμιας ιστορίας, και ειδικότερα των δεκαετιών που ονομάστηκαν fin–de–siècle (τέλη αιώνος). Στον ευρωπαϊκό κόσμο αυτή η περίοδος σηματοδοτείται από την οικονομική έκρηξη του καπιταλισμού και τη διεύρυνση εμπορικών δρόμων και εκμεταλλεύσιμων πόρων, τόσο χάριν της βιομηχανοποίησης στα αστικά κέντρα, όσο και λόγω της αναζωπύρωσης της αποικιοκρατίας. Είναι όμως και μια εποχή ιδεών και καλλιτεχνικών ρευμάτων, που άφησαν έντονο το αποτύπωμά τους όχι μόνο σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και στον πολιτισμικό χώρο με τον οποίο καταπιανόμαστε.
Ο χώρος αυτός, μέσα από γενεαλογίες γενικεύσεων, παραμένει γνωστός ως Ανατολή ή Οριέν (l’Orient), χώρος που σαγήνεψε περιηγητές και καλλιτέχνες, από τον Βύρωνα έως τον Ντελακρουά, κι έγινε αντικείμενο έρευνας στο περίφημο έργο του Έντουαρντ Σαΐντ, Οριενταλισμός (1978). Ο Σαΐντ δείχνει στο έργο αυτό ότι η εννοιολόγηση της Ανατολής, του «ανατολίτικου» και των λαών της αποτελεί ένα φαντασιακό κι ετεροκαθοριζόμενο σύστημα αναπαραστάσεων, με μήτρα τον δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.
Κι εδώ είναι λοιπόν, που η Θεσσαλονίκη των τελών του 19ου, θα αναδυθεί ως εξέχουσα περίπτωση συνάντησης τέτοιων ιδεών και πρακτικών.
Η φρενήρης τροχιά εκσυγχρονισμού στη Σαλονίκη δεν θα διασαλεύσει, μονάχα, την όψη του αστικού χώρου ενός άλλοτε μεσαιωνικού απολιθώματος σχεδόν αποκλειστικά ισλαμικού χαρακτήρα. Τουναντίον, θα προωθήσει δυναμικά την ανέγερση επαύλεων, υποδομών και εμβληματικών κτιρίων, εμπνευσμένων από φράγκικους ρυθμούς, που θα εμποτίσουν τις καθημερινές ζωές των ανθρώπων της.
Ξεκινώντας από τους ανθρώπους της πόλης, είναι αξιοσημείωτο αυτό που παρατηρεί στο οδοιπορικό του The Balkan Trail (1906) ο F.Moore:
Οι Έλληνες ήσαν οι πρώτοι που υιοθέτησαν την ευρωπαϊκή ενδυμασία. Οι Εβραίοι έσπευσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Οι Ντονμέδες και οι Τούρκοι, πάλι, μιμήθηκαν τους Εβραίους… Ενώ σήμερα, εκτός από τον τυχαίο Αλβανό με παραδοσιακή φουστανέλα ή κάποιον κουρελοφόρο χωρικό περιπλανώμενο στην πόλη, η αποβάθρα της Σαλονίκης, με τα καφέ, τους πλανόδιους πωλητές, τα πανδοχεία και τα θέατρα, ελάχιστα διαφέρει από ένα ευρωπαϊκό λιμάνι της δυτικής Μεσογείου.
Ποιοι ήταν εκείνοι όμως που τόσο σαγηνεύθηκαν από τον φράγκικο (frankish) τρόπο ζωής και τι υποδήλωνε αυτή τους η αισθητική στροφή; Πρόκειται, βεβαίως, για τις τάξεις των δυναμικών εμπόρων, βιομηχάνων, λογίων κι αξιωματούχων, εκείνων δηλαδή που, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές, δηλαδή φιλελευθεροποιούμενες προς το επιχειρείν συνθήκες, και κάνοντας αλισβερίσι με την Δύση, ροκάνισαν αξίες και παραδόσεις του οθωμανικού κόσμου, διείσδυσαν σαν το νερό και διαμόρφωσαν τη δική τους νέα τάξη πραγμάτων.
Κατεξοχήν σύμβολο και μέσον για την ιδιότυπη αυτή είσοδο στην νεωτερικότητα, άρα και του εξευρωπαϊσμού, θα αποτελέσει η σιδηροδρομική σύνδεση της Νύμφης του Θερμαϊκού με τη βαλκανική ενδοχώρα τον Ιούλη του 1872, και μια δεκαετία αργότερα με το σερβικό και κεντροευρωπαϊκό δίκτυο. Θα ακολουθήσουν δε οι συνδέσεις με το Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη. Καθόλου τυχαίο ότι η Σαλονίκη είναι αυτή που θα καταστεί το προπύργιο των πιο πρωτοπόρων κοινωνικών και εθνικών κινημάτων της αυτοκρατορίας.
Με τη συνεχή άνθιση του εμπορίου και της διασύνδεσής της με τον κόσμο, η πόλη απέκτησε σημαντικό πληθυσμό Δυτικοευρωπαίων, εκείνων που στην τότε λαλιά θα αποκαλούνταν φραγκολεβαντίνοι. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και άλλοι πάσης προελεύσεως, θα συρρεύσουν και θα εδραιωθούν γύρω από θεσμούς που θα διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στο κουρέλιασμα του οθωμανικού ιστού. Συχνότατα πρόκειται για τα ξένα προξενεία, διαμεσολαβητές κι ενίοτε παράγοντες στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή. Εκείνο που μας ενδιαφέρει, ωστόσο, είναι ότι λειτουργούσαν ως προστάτες των ντόπιων εμπόρων, συνήθως Εβραίων και Ελλήνων.
Περνώντας στα υλικά κατάλοιπα των ανθρώπων και των ιδεών τους, μεταφερόμαστε στη συνοικία των Εξοχών ή αλλιώς, αλά φράνκα, les Campagnes, κι επισήμως, αλά τούρκα, Χαμιντιέ, εξ ονόματος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ Β’. Σε εκείνη δηλαδή την Θεσσαλονίκη εκτός των Τειχών (Βασίλης Κολωνάς), που θα ενσαρκώσει τη δυτικότροπη στροφή των εν λόγω κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η νέα όψη της πόλης, διαμορφώνεται βαθμηδόν ύστερα από το πολεοδομικό σχέδιο του 1889, την πυρκαγιά έναν χρόνο αργότερα, την κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1892, και τη συνεπακόλουθη έξοδο προς τις εξοχές. Δύο είναι οι βασικοί οδικοί άξονες που θα την διαρθρώσουν, η Λεωφόρος των Εξοχών, πλέον Βασιλίσσης Όλγας, και η Γιαλιλάρ (>γιαλί > ακρογιάλι), η σημερινή Βασιλέως Γεωργίου.
Εντυπωσιακό είναι πως οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί που υιοθετούνται στις κατοικίες των διάφορων εκπροσώπων εθνο-θρησκευτικών ομάδων, αντικατοπτρίζουν με τη σειρά τους ιδρυτικά εθνικά πρότυπα αισθητικής αλλά και διαφορετικές κληρονομιές. Από εκεί που τα νεοκλασικά συνήθως προορίζονται σε Έλληνες ή ελληνίζοντες, τους Εβραίους συγκινούσαν μάλλον τα εκλεκτικιστικά, ενώ το τουρκομπαρόκ ήταν καθαρά υπόθεση των Μουσουλμάνων.
Εκτός από επαύλεις, τη συνοικία κοσμούσαν κι επιβλητικά οικοδομήματα δημόσιας χρήσης, πόλλα εκ των οποίων σώζονται ή ξεψυχούν σήμερα. Τις πολιτιστικές τους αναφορές και τον ιδιότυπο κοινοτισμό τους προέτασσαν όσοι μετοίκησαν εκτός των τειχών, ανεγείροντας έτσι η καθεμιά το δικό της νοσοκομείο, δεδομένης μάλιστα και της απαγόρευσης για παρουσία τέτοιων εντός τειχών για λόγους υγειονομικής ασφάλειας. Έτσι, το Θεαγένειο προορίζεται για τους Ελληνορθόδοξους, το Χιρς ή σημερινό Ιπποκράτειο για τους Εβραίους, κι αντίστοιχα, πλειάδα άλλων όπως το Ρώσικο, και το Ιταλικό που σήμερα παραμένει ανενεργό. Μεταξύ αυτών, ορθώνονται κι εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Γαλλικό Σχολείο, το Μαράσλειο, και το οθωμανικό Αυτοκρατορικό Λύκειο που πλέον φιλοξενεί την Παλιά Φιλοσοφική Σχολή.
Οι ιδέες και τα ρεύματα της εποχής κραδάζουν τόσο το παγκόσμιο στερέωμα, που δεν αρκούν μονάχα οι καινοτομίες στον απτό υλικό βίο εκείνων των ανθρώπων. Κι έτσι, από τις προσόψεις των αρχιτεκτονημάτων, μεταφερόμαστε στις συγκρούσεις ιδεών που οδήγησαν στο πρώτο σοσιαλιστικό κίνημα, του μετέπειτα ελλαδικού χώρου.
Εξαιρετικά γοητευτική περίπτωση είναι η περιπετειώδης ζωή του πρωτοστάτη τού σοσιαλιστικού κινήματος, Αβραάμ Μπεναρόγια, Εβραίου σεφαρδίτη από το Βιδίνιο της Βουλγαρίας, που «τρεις φορές άλλαξε εθνικότητα στην ζωή του», όπως ο ίδιος τονίζει σε αυτοβιογραφικό κείμενό του.
Μέσα από την επαφή του με το έντονο σοσιαλιστικό ρεύμα στη Βουλγαρία και τις κατόπιν σπουδές του στο Βελιγράδι, ο Μπεναρόγια θα γίνει ένθερμος σοσιαλιστής.
Στη Σαλονίκη ξεσπά η επανάσταση των Νεότουρκων του 1908, εκείνο το ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα αναδιαμόρφωσης τής υπό κατάρρευση αυτοκρατορίας, κι άλλο τόσο ελπιδοφόρο για τον Μπεναρόγια και τους συντρόφους του που θα βρεθούν εκεί, μόλις έναν χρόνο αργότερα. Οι ομοϊδεάτες ξεκινούν σταδιακά να διεισδύουν στην πολυπληθή εβραϊκή κοινότητα, στους φτωχούς εργάτες των βιοτεχνιών και του λιμένα, από καφενείο σε μπακάλικο, προωθώντας τις επαναστατικές ιδέες του σοσιαλισμού.
Στο επίκεντρο του λαϊκού αναβρασμού και διεκδικήσεων, αυτός ο κοσμοπολίτης, πολύγλωσσος επαναστάτης, αλλάζει διαρκώς επαγγέλματα, απασχολούμενος από τυπογράφος έως και καπνεργάτης, ελίσσεται στον κόσμο του προλεταριάτου για να σπείρει τα οράματα για πολιτική ισοτιμία. Οι φιλοδοξίες για συλλογική δράση λαμβάνουν σάρκα και οστά, μέσα από την ίδρυση της πρώτης σοσιαλιστικής οργάνωσης το 1909, ονόματι Φεντερασιόν. Κομμένη και ραμμένη, με κλωστές διεθνισμού και ομοσπονδιακότητας, η εφημερίδα της οργάνωσης Τζορνάλ ντε Λαβοραδόρ (Εφημερίς του Εργάτη) τυπώνεται σε τέσσερις γλώσσες, λαδίνο, βουλγάρικα, ελληνικά και τουρκικά, για να αγγίξει τους πάντες.
Οι δράσεις του Μπεναρόγια και της Φεντερασιόν δεν θα περιχαρακωθούν στα όρια του οθωμανικού κόσμου, θα συνεχίσουν αντιθέτως και μετά την προσάρτηση της πόλης στο ελληνικό κράτος το 1912, θεμελιώνοντας τον ελληνικό σοσιαλισμό, καθώς και το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα τη δεκαετία του 1920.
Αυτά ωστόσο θα μας απασχολήσουν σε επόμενο άρθρο, όταν θα περιηγούμαστε σε μια ταχέως ελληνοποιούμενη πόλη, πρόπλασμα αυτής που γνωρίζουμε σήμερα, που άλλοτε εγκόλπωσε κι άλλοτε κατέστειλε τα οράματα των απόηχων του 19ου αιώνα.
Ο Γιάννης Στεφάνωβ είναι ιστορικός