Η περιοχή βρίσκεται ανάμεσα στον παλαιό οικισμό της Πυλαίας, που ορίζεται από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία και τις εκατέρωθεν κατοικίες, και την οδό Λαμπράκη, που ξεκινά από το Πολεμικό Μουσείο και διασχίζει όλη την Τούμπα. Η επιλογή του χώρου δεν είναι τυχαία. Το παρκάκι βρίσκεται στο τμήμα όπου οι εμπνευστές της ιδέας ονειρεύτηκαν να δημιουργήσουν έναν τόπο στη βυζαντινή Συμβασιλεύουσα, ο οποίος θα τους θυμίζει την πατρώα γη, τη Βασιλεύουσα, ή έναν Συνοικισμό που «θα διαιωνίσει το όνομα της Βασιλίδος των πόλεων», όπως αναγράφεται και στην αναθηματική στήλη.
Ο άγνωστος αυτός άνδρας ήταν ο επικεφαλής αυτής της προσπάθειας, ως πρόεδρος του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Κωνσταντινουπολιτών «Η Κωνσταντινούπολις» και ένας από τους εμπνευστές της ιδέας για τη δημιουργία του Συνοικισμού, στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60.
Oι εμπνευστές της συνοικίας θέλησαν να δημιουργήσουν έναν τόπο στη βυζαντινή Συμβασιλεύουσα, ο οποίος θα τους θυμίζει την πατρώα γη, τη Βασιλεύουσα.
Ο Καμιτάκης δεν ήταν μόνος του. Είχε ένα διοικητικό συμβούλιο με ανθρώπους που προέρχονταν από τα σπλάχνα της Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών Θεσσαλονίκης. Όλοι τους είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη πριν από περίπου τρεις δεκαετίες με την Ανταλλαγή Πληθυσμών και ήταν ενεργά μέλη της Ένωσης. Ο ίδιος ο Καμιτάκης είχε τη θερμή υποστήριξη του τότε προέδρου της Ένωσης, Τριαντάφυλλου Γαϊτανίδη, στο εγχείρημα αυτό: να δημιουργηθεί ένας συνοικισμός για τη στέγαση των «εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένων».
Η Ένωση Κωνσταντινουπολιτών ιδρύθηκε το 1923 στη Θεσσαλονίκη από τους Κωνσταντινουπολίτες ομογενείς, όταν έφτασαν εδώ μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης και το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας για την Ελλάδα.
Στο μεταξύ, το 1955 μεσολάβησαν τα Σεπτεμβριανά, οπότε υπήρξε ένα κύμα φόβου που συνδυάστηκε με μια -τελικά μικρή- τάση φυγής των Ρωμηών της Πόλης. Ίσως αυτή να ήταν και η αιτία που γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία ενός «πολίτικου» Συνοικισμού, που θα λειτουργούσε ως τόπος μνήμης και παρηγορίας για τους ξεριζωμένους.
Το 1961 ιδρύθηκε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός. Η δημιουργία του αποτέλεσε πρωτοβουλία της Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών Θεσσαλονίκης, διά του τότε προέδρου της, Τριαντάφυλλου Γαϊτανίδη, ο οποίος ανεβοκατέβηκε πολλές φορές στην Αθήνα για να πετύχει την ίδρυσή του, τον Σεπτέμβριο του 1961.
Είναι ενδιαφέρον ότι για τη δημιουργία του Συνοικισμού Κωνσταντινουπολιτών υπήρξε άμεσο κυβερνητικό ενδιαφέρον. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του δ.σ., ο τότε υφυπουργός Δημοσίων Έργων Άγγελος Αγγελούσης (κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου) επισκέφθηκε τον χώρο στις 27 Νοεμβρίου 1964, όπου έμελλε να οικοδομηθεί ο Συνοικισμός. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου πήγαν και τον παρέλαβαν από το αεροδρόμιο για να τον μεταφέρουν στην περιοχή και να επιθεωρήσει τον χώρο.
Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της έρευνας έχει να κάνει με την επιλογή της περιοχής που αγοράστηκε προκειμένου να δημιουργηθεί ο Συνοικισμός Κωνσταντινουπολιτών. Με δημόσια αγγελία επιδιώχθηκε η εξεύρεση του πλέον κατάλληλου χώρου και, όταν στις 4 Ιουλίου 1962 ανοίχτηκαν οι φάκελοι των υποψηφίων, υπήρχαν τέσσερις προσφορές για τις εξής περιοχές: Συνοικισμού Βότση, Τσιπίτς Κισλά Πυλαίας, Σχολή Πολέμου, Κεραμοποιεία Αλλατίνη, ενώ λίγο αργότερα προστέθηκε και περιοχή στη Νέα Ευκαρπία!
Με απλά λόγια, ο Συνοικισμός των Κωνσταντινουπολιτών θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα σε άλλη περιοχή της Θεσσαλονίκης! Ωστόσο, το διοικητικό συμβούλιο «ενέκρινε ως καταλληλότερον» την προσφορά για τα βοσκοτόπια Τσιπίτς Κισλά, όπως ήταν η παλαιά ονομασία της περιοχής. Έγινε έλεγχος της προσφοράς, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις για το τίμημα, απόφαση γενικής συνέλευσης και αγορά με προσύμφωνο που υπογράφηκε στις 14 Ιανουαρίου 1963.
Μία άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι η ανάθεση στον πολεοδόμο Νικόλαο Ρέγκο, γιο του ζωγράφου Πολύκλειτου Ρέγκου, να σχεδιάσει τον συνοικισμό. Σε εκείνα τα σχέδια του ’63 οφείλουμε τη σημερινή ρυμοτομία με τους φαρδείς κεντρικούς δρόμους, η οποία εντυπωσιάζει αμέσως τον επισκέπτη της περιοχής. Σε εκείνα τα σχέδια, επίσης, προβλεπόταν η ανοικοδόμηση δύο τύπων διώροφων κατοικιών, με τρόπο ώστε κάθε σπίτι να έχει θέα στον Θερμαϊκό κόλπο.
Στα σχέδια του Ρέγκου οφείλεται το γεγονός ότι το σχολείο, η εκκλησία και η πλατεία βρίσκονται στο κέντρο του οικισμού, δημιουργώντας την αίσθηση του χωριού. Στα σχέδιά του προέβλεπε, επίσης, την ανέγερση πολιτιστικού κέντρου, δημοτικής αγοράς και κτιρίου δημοτικών υπηρεσιών, όλα συγκεντρωμένα στο κέντρο του Συνοικισμού. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως σχεδίαζαν οι δημιουργοί του Συνοικισμού. Τα πολεοδομικά σχέδια δεν ολοκληρώθηκαν, ωστόσο τα ίχνη τους είναι εμφανή και σήμερα.
Σε ένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος, το 1968 θα υπήρχε ήδη ένας κτισμένος Συνοικισμός με όλα τα χαρακτηριστικά και όλες τις πρόνοιες του αρχικού σχεδιασμού – δεν ήταν όνειρα, ήταν σχέδια. Δυστυχώς, στην Ελλάδα τα πράγματα γίνονται πάντοτε ανάποδα. Έτσι, τα βοσκοτόπια παρέμειναν για χρόνια βοσκοτόπια και χωράφια, απλώς στα χαρτιά είχαν χαρακτηριστεί οικόπεδα.
Έτσι, το πρώτο σπίτι κατασκευάστηκε το 1979, ενώ φυσικά δεν υπήρχε ούτε λόγος για υποδομές. Γι’ αυτό και με την έναρξη της ανοικοδόμησης, στη δεκαετία του ’80, οι κάτοικοι, οργανωμένα διά του Οικοδομικού Συνεταιρισμού αρχικά και μετά το 1987 διά του Συνδέσμου Κατοίκων, προσπάθησαν, πίεσαν και πέτυχαν να ασφαλτοστρωθούν οι δρόμοι, να δημιουργηθεί αποχετευτικό σύστημα, να υπάρξει ύδρευση, να έρθει το αστικό λεωφορείο ως εκεί.
Η ανοικοδόμηση κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’90, ενώ έως το 2010 κτίστηκε σχεδόν το σύνολο των οικοπέδων του Συνοικισμού.
Το 2018, μετά από ενέργειες των κατοίκων του Συνοικισμού, ο Δήμος Πυλαίας – Χορτιάτη αποφάσισε να ονομάσει «πλατεία Οικουμενικού Πατριαρχείου» την υπό διαμόρφωση πλατεία στο κέντρο του Συνοικισμού, ώστε να συνδέσει στο διηνεκές την περιοχή με την κιβωτό της πολίτικης ρωμηοσύνης και την ίδια την Πόλη.