Από ψηλά, τα Τροχιοδρομικά μοιάζουν με χαμηλή, ήσυχη νησίδα μέσα στον πυκνό αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης.
«Καλώς ήρθατε στα Τροχιοδρομικά!», αναφωνεί η Σοφία, καθώς μας υποδέχεται για μια ξενάγηση στη γειτονιά, με στάση και στο δικό της αναπαλαιωμένο σπίτι, το οποίο αγόρασε πριν από μερικά χρόνια.
Οι πληροφορίες για τη γειτονιά λιγοστές. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, τα Τροχιοδρομικά δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ως συνοικισμός εργατικών κατοικιών, οι οποίες δόθηκαν με κλήρωση σε εργαζόμενους των τραμ — εξού και το όνομά τους. Όμως, το 1957 το τραμ ξηλώθηκε και κατά τα λεγόμενα των κατοίκων, τα σπίτια παραχωρήθηκαν σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων, υπό τη διαχείριση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.
Ανάμεσα στους δικαιούχους, πολλοί τραμβαγέρηδες, όπως αποκαλούσαν τότε τους εργαζόμενους στο τραμ. Ένας από αυτούς ήταν ο πρώην ιδιοκτήτης του σπιτιού της Σοφίας. Ένας άλλος ήταν ο παππούς του Μιχάλη Γ. Τριανταφυλλίδη, για τον οποίο γράφει στο βιβλίο του Η πόλη που αγαπούσαμε (Εκδόσεις Επίκεντρο, 2022):
Ο παππούς ο Πανίκας δούλευε στα τραμ νυχτερινό συνήθως, αλλά δύο φορές τη βδομάδα υποχρεωτικά γύρναγε πρωί. […] Στα Τροχιοδρομικά ήταν η αυτοκρατορία του παππού του Πανίκα, ο οποίος είχε αγοράσει ένα τριπλό τεμάχιο στον συνοικισμό, το πιο σημαντικό όμως ήταν πως από ταμάχι ο παππούς είχε αγοράσει και τρία βαγόνια τραμ και τρία σταθμαρχεία και τα είχε εγκαταστήσει στο οικόπεδο αυτό. Στην κυριολεξία ένας ονειρεμένος παιδότοπος, όπου τρελαινόμασταν να παίζουμε. Το ένα σταθμαρχείο ήταν μανάβικο μία περίοδο, το δε άλλο το νοίκιασε ένας τσαγκάρης που έκανε χειροποίητα παπούτσια, παρακαλώ, πολύ υψηλής ποιότητας.
Να σημειωθεί εδώ ότι τα Τροχιοδρομικά έδωσαν το όνομά τους και σε μία ευρύτερη έκταση, μέχρι περίπου τη συμβολή της οδού Πλαστήρα με την περιφερειακή τάφρο. Μάλιστα, σε εκείνο το σημείο, που δεν έχει σχέση με το συνοικισμό, ανεγείρεται σήμερα ένα νέο λύκειο.
Η Σοφία, βασισμένη κι αυτή στα λεγόμενα παλαιών κατοίκων, μας λέει ότι η κλήρωση για την παραχώρηση των ακινήτων από το κράτος έγινε στις 7 Ιουλίου του 1955. Μάλιστα, επειδή ήταν ανήμερα της Αγίας Κυριακής, οι κάτοικοι θεμελίωσαν λίγα χρόνια αργότερα έναν ναό αφιερωμένο στη χάρη της, ο οποίος πήρε τη σημερινή του μορφή στις αρχές της δεκαετίας του ‘80.
Κατά την έρευνά μας, εντοπίσαμε και ένα ΦΕΚ του 1957, το οποίο τροποποιεί το ρυμοτομικό σχέδιο «παρὰ τὸν Συνοικισμὸν Τροχιοδρομικῶν (Χαριλάου), διὰ τῆς μετατροπῆς κοινοχρήστου χώρου εἰς οἰκοδομήσιμον πρὸς ἀνέγερσιν ἐργατικῶν κατοικιῶν». Συνεπώς, τα πρώτα σπίτια πρέπει πράγματι να είχαν χτιστεί προγενέστερα.
Μπαίνουμε στο σπίτι της από την μπροστινή αυλή. Βρισκόμαστε σε ένα διώροφο σπίτι, μοντέρνο και πλήρως ανακαινισμένο. Στον πάνω όροφο οδηγεί μια μασίφ ξύλινη σκάλα. «Ο τεχνίτης μού είπε: “Δεν υπάρχει περίπτωση να την πειράξω! Είναι κατάγερη», θυμάται η Σοφία, που έπειτα μας διηγείται πώς κατέληξε στην περιοχή:
«Ήταν καρμικό… Εργάζομαι ως δημοσιογράφος και, στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ, βρήκα την αγγελία πώλησης. Μεγαλωμένη σε οικογενειακή διπλοκατοικία στην Τούμπα, ήθελα πολύ να διατηρήσω αυτήν την “οικεία” αίσθηση».
Για την απόφασή της χρειάστηκαν δύο μέρες, για τη μεταβίβαση… δύο χρόνια, αφού μερίδιο στο σπίτι είχαν συνολικά εννέα άτομα. Και μετά, σειρά είχαν οι στατικές μελέτες και οι απαραίτητες εγκρίσεις.
«Όλα τα σπίτια είναι ημι-διατηρητέα ως προς το χρώμα και κάποια δομικά χαρακτηριστικά. Βέβαια, οι ιδιοκτήτες συχνά… βάζουν το χεράκι τους», εξηγεί η Σοφία. «Σχεδιάστηκαν από τον Άρη Κωνσταντινίδη, που άφησε το στίγμα του στην υλοποίηση εργατικών κατοικιών στη χώρα».
Το όραμα του Κωνσταντινίδη, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας τη διετία 1955-1957, ήταν πολύ συγκεκριμένο: κατοικίες περίπου 75 τ.μ., απλές, αλλά γερές και άνετες. Όλες έχουν μπροστινή και πίσω αυλή, σαλοκουζίνα στο ισόγειο, δύο δωμάτια και λουτρό στον πάνω όροφο, καθώς και ένα μικρό αποθηκάκι στο υπόγειο.
Στον δρόμο, μαζεύεται σιγά-σιγά κόσμος. Γιορτάζει το παρεκκλήσι της Αγίας Κυριακής, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Λουκά τον Ιατρό, και σε λίγο θα ακολουθήσει λιτανεία.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα καταγίνεται με τα ζαρζαβατικά στο κηπάκι της. Στέκεται να μας μιλήσει, πριν αλλάξει για να πάει στην εκκλησία.
«Με λένε Πολυτίμη. Όταν γεννήθηκα, το ’40, ήταν ο πόλεμος. Σκοτώθηκε ο πατέρας μου κι έμεινα ορφανή από κούνια, πέντε μηνών. Μεγάλωσα στην Καλαμαριά, παιδί Ποντίων προσφύγων. Εδώ ήρθα νύφη, 20 χρονών. Το σπίτι μού το ‘δωσε η μάνα μου προίκα», αφηγείται. «Στην αρχή μού ’λειπε η θάλασσα της Καλαμαριάς. Τώρα πια δεν το κουνάω. Στο καλύτερο διαμέρισμα να με κλείσεις, δεν θ’ αντέξω».
Πλέον έχει «φύγει» ο σύζυγός της, αλλά δεν νιώθει μόνη. «Έχω δύο παιδιά, έχω εγγόνια, τρία δισέγγονα! Και με τον κόσμο εδώ είμαι πολύ ευχαριστημένη. Παλιοί και καινούργιοι, είμαστε όλοι πρόσχαροι. Δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε».
Στην καγκελόπορτα της αυλής της, η Λούλα στέκεται και παρακολουθεί τους πιστούς να μεταφέρουν την εικόνα του Αγίου Λουκά από την εκκλησία, λίγο πριν από τη λιτανεία.
Πίσω από το σπίτι της δεσπόζει ένας υδατόπυργος. «Αυτόν κοιτάτε; Δεν χρησιμοποιείται πια. Πριν από τριάντα χρόνια πήγαν να βάλουν πάνω κεραία τηλεφωνίας, αλλά αντιδράσαμε. Μαζεύτηκαν σεκιούριτι, ήρθαν τα κανάλια… Χαμός!».
Μας αφηγείται τη δική της ιστορία: «Το σπίτι ανήκε στον παππού μου, μετά πέρασε στον πατέρα μου και εγώ γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω μόνιμα εδώ».
Θυμάται πως στο κεντρικό δρομάκι μαζεύονταν κάποτε δεκάδες μικρά παιδιά που κατηφόριζαν τσούρμο για το σχολείο. «Εδώ μπροστά μόνο χώμα είχε. Γυρνούσαμε απ’ το σχολείο, και όλο το απόγευμα ήμασταν έξω και παίζαμε. Ούτε κρύο ούτε ζέστη υπολογίζαμε. Μέχρι που βγαίναν έξω οι μεγαλύτεροι και μας μαλώναν: “Άντε, μαζευτείτε! Μας ζαλίσατε!”».
Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν, κάποια έφυγαν από το συνοικισμό, αλλά οι δεσμοί παραμένουν. «Η αδελφή μου παντρεύτηκε και μετακόμισε, κι όμως εδώ ξεκαλοκαιριάζει κάθε χρόνο», λέει με καμάρι η Λούλα. «Βέβαια, καταλαβαίνω κι όσους φεύγουν. Τα σπίτια είναι υπέροχα, αλλά πλέον παλιώσανε και θέλει πολύ χρήμα για να είναι βιώσιμα».
Καταλήγουμε ξανά στο σπίτι της Σοφίας. Από το ταρατσάκι βλέπουμε την μπάντα να παιανίζει, και την εικόνα του Αγίου Λουκά, φορτωμένη στην καρότσα μιας γουρούνας, να προηγείται. Προς τη Χαριλάου, ένας ατέλειωτος «τοίχος» από πολυκατοικίες, με ένα μικρό άνοιγμα προς τη θάλασσα να ξεχωρίζει.
«Πραγματικά, εδώ είναι σαν χωριό και σε πέντε λεπτά με τα πόδια είσαι στην καρδιά της πόλης. Είναι μοναδική αυτή η αντίθεση, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στην αρχή. Και αυτό, ξέρεις, ισχύει και στους ανθρώπους. Θα δεις νοοτροπίες που παραπέμπουν λίγο σε χωριό. Και με τα καλά και με τα κακά του», λέει. «Όμως, σίγουρα είναι πολύ ανθρώπινα και “οικογενειακά”».
Στην ερώτηση γιατί να κάνει κάποιος το βήμα και να μετακομίσει εδώ, απαντά χωρίς δισταγμό: «Για να ξεκινά τη μέρα του σε έναν όμορφο κήπο. Για να κάνει αληθινούς ανθρώπινους δεσμούς. Για να πηγαίνει με την πυτζάμα απέναντι στη γειτόνισσα για καφέ. Ή, αν δεν τον συγκινούν όλα αυτά, για το άνετο πάρκινγκ!».