Το ντοκιμαντέρ «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» είναι αφενός μια σημαντική μαρτυρία για την προσφυγιά της Μικρασιατικής Καταστροφής στη Θεσσαλονίκη και αφετέρου διασώζει τον λιτό, πολύτιμο και συναρπαστικό λόγο του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου για τους πρόσφυγες και την πόλη. Η προβολή του στην ΕΡΤ έγινε πανηγυρικά στις 25 Οκτωβρίου 1982. Κρίναμε χρήσιμο να την παρουσιάσουμε με διαφορετική ανάγνωση, με τη μορφή σεναρίου και τα αναγκαία σχόλια, μεταγράφοντας το οπτικό υλικό της σπουδαίας ταινίας.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 82 (Δεκέμβριος 2022) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είχε μια σύνθετη προσωπικότητα πέρα από τη συγγραφική του ιδιότητα, που είναι η πιο γνωστή του. Ήταν εξαιρετικός δάσκαλος, δοκιμιογράφος, λαογράφος και δημοσιογράφος. Με τα διηγήματά του, πέρα από την πολύπτυχη και αισθαντική καταγραφή της Θεσσαλονίκης, που ήταν το κεντρικό αντικείμενο της λογοτεχνικής παραγωγής του, ο Ιωάννου διέσωσε με ζωντανές περιγραφές και την περιπέτεια της προσφυγιάς, όντας ο ίδιος παιδί προσφυγικής οικογένειας από τη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Τον καημό του για τη Θεσσαλονίκη και την προσφυγιά τον αποτύπωσε και τηλεοπτικά σε αρκετές εκπομπές, δίνοντας μια άλλη διάσταση, αυτή του τηλεοπτικού Ιωάννου, που δεν έχει καταγραφεί πλήρως στις αποτιμήσεις του έργου του.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Γιώργο Ιωάννου κάνοντας το ρεπορτάζ σε μια ταινία της εξαιρετικής σειράς Η ΕΡΤ στη Βόρεια Ελλάδα του δημοσιογράφου Χρίστου Χριστοδούλου με τίτλο «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», στην οποία ο Ιωάννου είναι πρωταγωνιστής, ξεναγός της πόλης, δημοσιογράφος και αφηγητής. Η δική μου δημοσιογραφική συμβολή ήταν να εντοπίσω τους διάφορους χώρους, να βρω ενδιαφέροντες πρόσφυγες που θα μιλούσαν στο ντοκιμαντέρ και να είμαι συμπαραστάτης του στα γυρίσματα.
Τον ρόλο του πραγματικού δημοσιογράφου στο συγκεκριμένο τηλεοπτικό έργο ανέλαβε ο Ιωάννου. Η ταινία, με έτος παραγωγής το 1982, αναφέρεται στους πρόσφυγες και την πικρή ζωή τους στη νέα πατρίδα. Περπάτησα μαζί του σε αρκετούς προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης, από τη Σταυρούπολη ως την Καλαμαριά, όπου ζούσαν ακόμη πρόσφυγες της πρώτης γενιάς και υπήρχαν αρκετά σπίτια από τα χρόνια της προσφυγικής εγκατάστασης.
Ο Γιώργος μιλάει για την πρωτεύουσα των προσφύγων που τη γνωρίζει σε βάθος και την ύμνησε στα διηγήματά του, συζητάει με ηλικιωμένους πρόσφυγες, κυρίως Πόντιους, εκμαιεύοντας παράλληλα ιστορικές και οικογενειακές μαρτυρίες από τα βάσανα και το ρίζωμα των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη. Η παρουσία και ο λόγος του Ιωάννου στην ταινία, με τις προσωπικές αφηγήσεις και τις καίριες ερωτήσεις, για να βγάλει πατικωμένες μνήμες και βιώματα των προσφύγων, είναι καταλυτικά. Γνώριζε σε βάθος την προσφυγική ιστορία και προσέγγιζε τους συνομιλητές του με γνώση και συναίσθημα, που κουβαλούσε και από τη δική του οικογενειακή παράδοση.
Πέρα από την αμείλικτη τηλεοπτική εικόνα που αποτυπώνει προσφυγικά χαμόσπιτα, γέροντες μάρτυρες της προσφυγικής περιπέτειας και παλιές φωτογραφίες, ο πετυχημένος δημοσιογραφικός του ρόλος, η ενσυναίσθηση, η απλότητα και η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τους «ομοιοπαθείς» του απογειώνουν την ταινία. Μ’ αυτήν την «επαγγελματική» συγκυρία, σε ένα γεμάτο τετραήμερο συναναστροφής, έμαθα κι εγώ πολλά και διάφορα κοντά του για τη Θεσσαλονίκη και την προσφυγιά, και χάρηκα την απλότητα και τη ζωντάνια του. Καθώς περιδιαβάζαμε δρόμους και γειτονιές, αφηγούνταν ιστορίες για τόπους και πρόσωπα, παραστατικά και με λεπτομέρειες, σαν να ήταν δικοί του άνθρωποι και φίλοι του.
Η ταινία αρχίζει με ένα πανοραμικό πλάνο της Θεσσαλονίκης από τα κάστρα. Ο Γιώργος Ιωάννου ακουμπισμένος στα ερείπια του κάστρου μπροστά στον πύργο του Τριγωνίου αφηγείται.
Γιώργος Ιωάννου: Τώρα μετά από εξήντα τόσα χρόνια δεν μπορεί κανείς πια να μιλάει για πρόσφυγες, αλλά για πληθυσμούς προσφυγικής καταγωγής. Εκτός από τους Πόντιους, όλοι οι άλλοι έχουν συγχωνευτεί και σχεδόν έχουν δύσει.
Ο αφηγητής περιφέρεται στα πλακόστρωτα της άνω πόλης και της ακρόπολης, περνώντας μπροστά από προσφυγικά παραπήγματα κολλημένα στο βυζαντινό κάστρο.
Γ.Ι.: Οι πρόσφυγες δούλεψαν σκληρά για να ορθοποδήσουν, να αποκτήσουν μια στέγη, μια μικρή περιουσία και εδώ. Δεν τα κατάφεραν όλοι, ίσως όχι οι πιο πολλοί. Πάντως, η πρώτη γενιά χάθηκε πάνω σ’ αυτήν την προσπάθεια, και ίσως όχι μονάχα η πρώτη.
Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες αποτελούσε άθλο να κάτσεις εδώ πάνω, στην άνω πόλη.
Δεν είχε συγκοινωνία ή ήταν πολύ κακή. Δεν ήταν μικρό πράγμα μετά την εξουθενωτική δουλειά να σκαρφαλώνεις εδώ πάνω. Τους θυμάμαι ακόμη με τα ζεμπίλια να ανεβαίνουν σκυφτοί στις ανηφοριές.
Εδώ στην απάνω πόλη κατοικούσαν κυρίως Τούρκοι που δεν ήθελαν να κατοικούν στα χαμηλά, ήταν γούπατο. Κοντά στα τείχη ήταν πολλά άχτιστα οικόπεδα, όλα τούτα δόθηκαν σε πρόσφυγες.
Οι Πόντιοι, βέβαια, μαζεύτηκαν στην Καλαμαριά και τη Σταυρούπολη ή σε άλλους συνοικισμούς, δυτικούς και ανατολικούς. Κάποτε για μένα ήταν παιχνίδι να σκαρφαλώνω εδώ πάνω, ερχόμουν σε μια θεία μου. Δεν έπρεπε, όμως, να χτυπήσω στις πέτρες τα παπούτσια. Πρόσεχα πολύ τα μπαΐρια, όπως έλεγαν στην οικογένειά μου. Αλλά όσο κι αν πρόσεχα, πάντοτε υπήρχαν μερικά χτυπήματα επάνω στα παπούτσια, γδαρσίματα.
Ο Ιωάννου περιεργάζεται μια ομάδα ανδρών που παίζει τάβλι στην αυλή λαϊκού καφενείου της άνω πόλης. Συνεχίζει την περιδιάβαση στην πύλη του Εσκί Ντελίκ, τη δυτική πύλη που συνδέει την ακρόπολη με την κάτω πόλη, και παίρνει την κατηφόρα. Στέκεται σε ένα «μπαλκόνι» και το βλέμμα του καρφώνεται σε προσφυγικά χαμόσπιτα, που σώζονταν ακόμη γύρω στα 1980. Κατεβαίνει στην κάτω πόλη, στην πλατεία Βαρδαρίου, και περπατάει στην πολύβουη Εγνατία, με μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων, και στους γύρω στενούς δρόμους με πολυώροφες πολυκατοικίες. Σε ένα πλάνο διακρίνεται η επιγραφή του σινεμά «Πάνθεον» στην αρχή της οδού Δωδεκανήσου.
Γ.Ι.: Είναι πολύ εύκολο να λες ότι οι πολυκατοικίες είναι ακαλαίσθητες, ενώ οι μονοκατοικίες άνετες και ωραίες. Κι όμως, αυτές οι ακαλαίσθητες πολυκατοικίες άλλαξαν τη ζωή της προσφυγιάς. Και άλλωστε, η μαγευτική αυτή ατμόσφαιρα της πόλης τις έχει δώσει κάποια γοητεία.
Ο αφηγητής φτάνει στην Καλαμαριά, στην οποία θα αφιερώσει και τον περισσότερο χρόνο στην ταινία. Στέκεται και μιλάει στην κεντρική πλατεία της προσφυγούπολης με φόντο την εκκλησία της Μεταμόρφωσης.
Γ.Ι. Οι πιο ζωντανοί από τους πρόσφυγες αποδείχτηκαν οι Πόντιοι. Δημιούργησαν αυτόν τον λαμπρό συνοικισμό της Καλαμαριάς, όπου ζει όσο πουθενά αλλού το Βυζάντιο και η Τραπεζούντα. Σ’ αυτόν τον συνοικισμό έχω πολλούς φίλους και γνωστούς από παλιά. Υπηρέτησα, άλλωστε, για μερικά χρόνια στο εδώ Γυμνάσιο. Με χαρά μου συνάντησα μερικούς από αυτούς.
Στη συνέχεια ο Ιωάννου επισκέπτεται τη στέγη της ιστορικής Αδελφότητας Κρωμναίων, όπου ένα μέλος της διοίκησης τον ξεναγεί στη φωτογραφική έκθεση που εκείνη την περίοδο στηνόταν με αφορμή τα εξηντάχρονα από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι παλιές φωτογραφίες προέρχονται από την Κρώμνη του Πόντου, μια ομάδα χωριών στην περιοχή της Τραπεζούντας. Του δείχνει επίσης τη λαογραφική συλλογή με αυθεντικά αντικείμενα-δωρεές προσφύγων από την Κρώμνη που εγκαταστάθηκαν στην Καλαμαριά. Η κάμερα πλανιέται στα προσφυγικά αντικείμενα (οικιακός εξοπλισμός, ποντιακές ενδυμασίες, κοσμήματα, υφαντά, έγγραφα, φωτογραφίες κ.τ.λ.).
Γ.Ι.: Θαρρώ πως τώρα είναι ο καιρός της συλλογής. Να μαζέψετε ό,τι μπορείτε, γιατί θα χαθούν, ακόμη θα φθαρούν οι στολές, τα υφαντά, τα χάρτινα ντοκουμέντα. Νομίζω ότι αργότερα θα πρέπει να τα τακτοποιήσετε πιο λειτουργικά. Τώρα να συλλέγετε, να συλλέγετε…
Στην παραλία της Αρετσούς ο Ιωάννου όρθιος και σιωπηλός ακούει τον μονόλογο μιας ηλικιωμένης Πόντιας, που αποτελεί δραματική σύνοψη της προσφυγικής περιπέτειας:
Το ’23 ήρθαμε εδώ, ήρθαμε από την Κωνσταντινούπολη, μέσα από μια στρατώνα που τη λέγανε Σελιμιέ. Εκεί υποφέραμε τα πάνδεινα και μετά πλερώσαμε και ήρθαμε κάτω στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι. Νομίζαμε ότι θα μας βάζανε στα ξενοδοχεία, στο Μεντιτερανέ… Λοιπόν, μπήκαμε στις βάρκες κι ήρθαμε εδώ, όπου ήταν μια σκάλα, και μας πετάξανε.
Ε, μόλις βγήκαμε εδώ, βλέπαμε κι άλλους πρόσφυγες γεμάτο. Πιο πάνω ήταν τα απολυμαντήρια, τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Τα παιδιά, οι πιτσιρίκοι, πολεμούσαν με μύδια, απελπισία μας ήρθε. Αμέσως μας βάλανε στα απολυμαντήρια, μας καθαρίσανε και μετά, πού είναι σήμερα ο δημόσιος δρόμος, ήταν γεμάτο αντίσκηνα και μας βάλανε εκεί. Κάτσαμε εδώ κανένα μήνα. Κάτι μας έδινε το κράτος, λίγο ψωμί, κατιτί. Μας είχαν περιορισμένους, δεν μας άφηναν, γιατί ήρθαμε από τύφο, από μεγάλες αρρώστιες και από πολύ μεγάλη ψείρα. Και έτσι μας βγάλανε από κει και μας πήγανε παράγκες, Καλαμαριά ήτανε. Γάλλοι τα είχανε; δεν ξέρω. Εκεί ήταν χάλια από κοριούς, από όλα. Αλλά είχαμε τη χαρά που γλυτώσαμε, που είχαμε ελευθερία. Η πόρτα μας δεν έκλεινε καμιά φορά, κοιμόμασταν όξω. Την Κυριακή μαζεύονταν όλοι, Καυκάσιοι, Πόντιοι με τη λύρα και όλοι χορεύαμε. Τη «Λύρα του Γερονικόλα», να σε πω να καταλάβετε. Τα σπίτια μας είχαν όλο χαρά, ούτε νεύρα ούτε τίποτα. Σιγά σιγά δουλέψαμε, αποκτήσαμε, κάναμε τα παιδιά μας. Σιγά σιγά μπήκαμε κι εμείς σ’ αυτήν τη ζωή που ζούμε σήμερα.
Στη συνέχεια ο ρεπόρτερ Ιωάννου επισκέπτεται ηλικιωμένους Πόντιους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, που συνέχιζαν το 1982 να ζουν, σχεδόν μόνοι τους, με τις αναμνήσεις και τις οικογενειακές φωτογραφίες, σε χαμηλά προσφυγικά σπίτια. Ένας από τους παλιούς επιζώντες ήταν ο Ζαχαρίας, από τον οποίο ο Ιωάννου ζητάει πληροφορίες σχετικά με τα οργανωτικά θέματα των προσφύγων με τα οποία ασχολήθηκε για πολλά χρόνια.
Ζαχαρίας: Τα κυριότερα προβλήματα των προσφύγων ήταν πρώτα πρώτα το ζήτημα της εργασίας, το άλλο ήταν το νερό. Οι γυναίκες από το πρωί έπρεπε να διανύσουν πεντακόσια με χίλια μέτρα για να εξοικονομήσουν λίγο νερό για το σπίτι, οι δε άνδρες να βρουν δουλειά για να βγάλουν το ψωμί τους. Αυτά ήσαν τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισε ο προσφυγικός κόσμος εδώ στην Καλαμαριά.
Σε άλλο φτωχικό σπίτι, με ρωγμές στους τοίχους, ο Ιωάννου συναντάει έναν άλλο υπέργηρο Πόντιο, τον Ανέστη, που είχε μείνει μόνος από συγγενείς. Μπαίνει στο ισόγειο φτωχόσπιτο και παρατηρεί κάδρα με φωτογραφίες από τη ζωή του ηλικιωμένου πρόσφυγα και της οικογένειάς του. Πάνω σε ένα τραπέζι βλέπει ένα πάκο παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες, τις παίρνει και τις δείχνει μία μία στον Ανέστη, ο οποίος δίνει σχετικές πληροφορίας σε ερωτήσεις, «εδώ ποιος είναι, εδώ τι βλέπουμε;» Ξεπροβάλλει ένας μνημονικός πλούτος χορτάτης και χαμένης ζωής. Συγγενείς με στρατιωτική στολή που υπηρετούσαν στον ρωσικό στρατό, παλικάρια με ποντιακές ενδυμασίες, πορτρέτα ωραίων γυναικών της οικογένειας σε φωτογραφικά στούντιο, γαμήλιες και σχολικές εικόνες, φωτογραφίες που μαρτυρούν ευμάρεια και κοινωνική συνοχή στην παλιά πατρίδα.
«-Ήσασταν μεγάλη οικογένεια; – Ναι. -Τώρα πόσοι ζούνε; – Μόνο εγώ…». Άραγε πού να ξέπεσαν αυτά τα φωτογραφικά ντοκουμέντα, μαρτυρίες και μαρτύρια ενός χαμένου κόσμου, μετά την εκδημία του γέροντα πρόσφυγα;
Τα επόμενα πλάνα δίνουν μια ειδυλλιακή εικόνα με ευχάριστες μνήμες. Ο Ιωάννου καθισμένος σε ένα μπαλκόνι με θέα στον Θερμαϊκό συνομιλεί με τον αδερφό τού Λεωνίδα Ιασονίδη, μιας ηγετικής και θρυλικής μορφή των Ποντίων στη Θεσσαλονίκη. Ο διάλογος δίνει πληροφορίες για τους αγώνες που έκανε ο «προστάτης των προσφύγων» και άγνωστα στιγμιότυπα από τη ζωή του επιφανούς Ποντίου.
Ιασονίδης: Η βασική προσπάθεια του αδερφού μου, από όλας τας θέσεις που ανέλαβε, ήταν ο νόμος περί απαλλοτριώσεων. Αυτός έγινε το 1924. Έκανε μεγάλο και πολύχρονον αγώνα να δοθούν γεωργικαί εκτάσεις και οικόπεδα εις τους πρόσφυγας.
Γ.Ι.: Έχω ακούσει και για ένα χαρακτηριστικό τηλεγράφημα που έστειλε ο αδερφός σας σε πολιτικό. Για πέστε μου.
Ιασ.: Όταν εδιορίσθη επιθεωρητής των προσφύγων από την κυβέρνησιν Πλαστήρα εις μίαν περιοδείαν του εις Κατερίνην, λόγω της οικτράς καταστάσεως των προσφύγων, έστειλε ένα τηλεγράφημα εις τον Πλαστήραν που έγραφε: «Κορυφάς Ολύμπου θεοί ευωχούνται, πρόποδας αυτού πρόσφυγες λιμώ απόλλυνται» [σ.σ.: Στις κορυφές του Ολύμπου οι θεοί ξεφαντώνουν με πλούσιο φαγοπότι, στους πρόποδές του οι πρόσφυγες πεθαίνουν από την πείνα].
Γ.Ι.: Αλλά και κάτι άλλο λένε, για ένα σπίτι που προσφέρθηκαν να του κάνουν οι εργολάβοι που έκτιζαν τα σπίτια του εποικισμού.
Ιασ.: Όταν ήταν υπουργός Προνοίας οι εργολάβοι που έκτιζαν τα σπίτια των προσφύγων είπαν μεταξύ τους να του κάνουν μία προσφορά. Πήγε μια αντιπροσωπεία τους και του είπαν, «κύριε υπουργέ, μάθαμε ότι η οικογένειά σας κάθεται με ενοίκιο στη Θεσσαλονίκη. Όλοι μαζί αποφασίσαμε να σας κάνουμε μία κατοικία». «Δέχομαι την προσφορά σας υπό έναν όρο», τους απάντησε. «Ο όρος ποίος είναι;» «Ότι εστεγάσθησαν όλοι οι πρόσφυγες και τελευταίος ο υπουργός». Ακόμη υπάρχουν άστεγοι πρόσφυγες…
Μεταφερόμαστε στη Δυτική Θεσσαλονίκη, στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού. Ένας πρόσφυγας, έχοντας πίσω του άθλιες παράγκες και χαμόσπιτα, λέει το πικρό παράπονο στον Ιωάννου. Ξεσπά εναντίον όλων εκείνων που επί εξήντα χρόνια μετά τον ξεριζωμό, παρά τις υποσχέσεις, δεν κατάφεραν να τους αποκαταστήσουν στεγαστικά και αυτοί παραμένουν ακόμη ανέστιοι πρόσφυγες στη νέα πατρίδα.
Πρόσφυγας: Από το ’41 είμαι κάτοικος εδώ σ’ αυτά τα ερημόσπιτα, πρόσφυγας του ’22. Τίποτα δεν μας έχουν δώσει από τότε που ήρθαμε. Οι πρόεδροι όλοι μας κοροϊδεύουν, με το σήμερα με το αύριο ότι θα κάνουμε οικόπεδα, θα γίνουν πολυκατοικίες και τα λοιπά. Αυτά είναι τα κατάντια αυτωνών εδώ που μας κατατρέχουνε. Ορίστε, παράγκες έχουμε! Δεν μπορούμε να βάλουμε ούτε ένα κεραμίδι, είμαστε στην άμμο χτισμένοι. Όλο μας απειλούνε ότι θα τα γκρεμίσουν. Άλλοι μας έλεγαν ότι θα μας κάνουν πολυκατοικίες κι άλλοι οικόπεδα, να τα φάνε θέλανε κι αυτά. Άλλος λέει πάρκο μας χρειάζεται, άλλος σχολείο, άλλος παιδική χαρά. Επί χρόνια μας κοροϊδεύουν. Από το 1941 έχουμε σαράντα χρόνια εδώ. Ήμουν νιος και γέρασα. Παλικαράκι ήμουν και γέρασα εδώ πέρα…
Στο καταληκτικό τμήμα της ταινίας ο Ιωάννου περπατάει σε κεντρικό δρόμο της Θεσσαλονίκης με πολύ κόσμο, που κινείται νευρικά και γρήγορα, και πολλά αυτοκίνητα – μάρκες και σχήματα της εποχής. Ακούγεται η ακροτελεύτια αφήγησή του που κλείνει με αναφορές στην αγαπημένη του πόλη.
Γ.Ι.: Σε έκταση και πληθυσμό η Θεσσαλονίκη είναι μια μεγάλη πρωτεύουσα κατοικημένη κυρίως από άτομα προσφυγικής καταγωγής. Σε ιδιοτυπία, όμως, ολοένα και φτωχαίνει, ισοπεδώνεται. Ίσως μ’ αυτή την ισοπέδωση να μπορέσει να αναλάβει ενεργότερο τον ρόλο που της αξίζει μέσα στο μέγα πανελλήνιο…