Οι περισσότεροι μάλλον ανέβηκαν τα 96 σκαλοπάτια του για πρώτη και τελευταία φορά σε σχολική εκδρομή. Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι λειτουργεί ως μουσείο της ιστορίας της πόλης, έστω κι αν αρκετοί ξένοι τουρίστες δυσανασχετούν όταν συνειδητοποιούν ότι η ιστορία αυτή είναι γραμμένη μόνο στα ελληνικά…
Πίσω από τη χιλιοτραγουδισμένη εικόνα-σύμβολο κρύβεται ένα μνημείο με πολύ μετρήσιμη προσωπικότητα. Ο Λευκός Πύργος έχει ύψος 33,90 μέτρα, διάμετρο περίπου 22 μέτρα και συνολικά έξι ορόφους πάνω από το ισόγειο. Τα επίπεδά του συνδέονται με κλιμακοστάσιο περίπου 120 μέτρων και 96 σκαλοπάτια, οπότε καλό είναι να τον επισκεφθεί κανείς ελαφρά ντυμένος και χωρίς περιττό βάρος.
Το μνημείο διαθέτει τρεις πόρτες και 72 παράθυρα που «βλέπουν» τη Θεσσαλονίκη από κάθε γωνιά. Κάθε όροφος οργανώνεται γύρω από έναν κυκλικό πυρήνα διαμέτρου 8,5 μέτρων, ενώ μικρότερα δωμάτια είναι κρυμμένα μέσα στο πάχος των τοίχων.
Κρυμμένο, κλειδωμένο πίσω από μια σιδεριά είναι κι ένα εκκλησάκι ανάμεσα στον τρίτο και τον τέταρτο όροφο. Θρύλους που θέλουν να υπάρχουν κρυφά περάσματα, δεν τους επιβεβαιώνει πάντως η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.
Ο πύργος διέθετε πολυγωνικό περιτείχισμα, το οποίο συνδεόταν με τα τμήματα της οχύρωσης. Ο περίβολος κατεδαφίστηκε το 1911 και ενώ είχε προηγηθεί η κατεδάφιση τόσο του θαλάσσιου τείχους και τμημάτων των χερσαίων τειχών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Η ιστορία του μετριέται σε αιώνες και διαδοχικές μεταμορφώσεις. Ο σημερινός πύργος θεωρείται ότι χτίστηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, αν και αναφορές σε παλαιότερο πύργο στο ίδιο σημείο υπάρχουν ήδη από το 1185.
Υπήρξε το νοτιοανατολικό άκρο των θαλάσσιων τειχών της Θεσσαλονίκης, ακριβώς στο σημείο όπου ενώνονταν το ανατολικό και το παραθαλάσσιο τείχος.
Στη διάρκεια των αιώνων άλλαξε πολλές ονομασίες. Τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως «Φρούριο της Καλαμαριάς», ενώ τον 19ο αιώνα έγινε γνωστός ως «Πύργος των Γενιτσάρων» και κυρίως ως «Πύργος του Αίματος».
Η τελευταία ονομασία συνδέθηκε με τη χρήση του ως φυλακή βαρυποινιτών και με τις εκτελέσεις που πραγματοποιούνταν εκεί. Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, γύρω στο 1890 ένας κατάδικος άσπρισε τον πύργο με ασβέστη για να κερδίσει την ελευθερία του, οπότε και πήρε τη σημερινή του ονομασία.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, ο Πύργος πέρασε στο ελληνικό Δημόσιο και έκτοτε γνώρισε πολλές διαφορετικές χρήσεις.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στέγασε το κέντρο διαβιβάσεων των Συμμάχων, ενώ ένας όροφος χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη αρχαιοτήτων από τις βρετανικές ανασκαφές.
Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος και ιστορικός Χρήστος Ζαφείρης, «οι Άγγλοι ναύτες των Συμμαχικών Δυνάμεων που χρησιμοποιούσαν τον Πύργο ως κέντρο διαβιβάσεων και παρατηρητήριο στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου καλλιεργούσαν στην ταράτσα του μνημείου λαχανικά».
Αργότερα, λειτούργησε ως κέντρο αεράμυνας και ως εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Οι τελευταίοι «ένοικοι» πριν από την αναστήλωση ήταν οι Ναυτοπρόσκοποι, που έδρευαν εκεί – κατά προσέγγιση – από το 1945 έως το 1950 και από το 1965 έως το 1984. Οι όροφοι του Πύργου γέμιζαν κάθε Κυριακή με παιδικές φωνές, παιχνίδια και δραστηριότητες.
«Όταν περνούσαν απ’ έξω οι γιοι μου μικροί, έδειχναν τον Πύργο και έλεγαν “εδώ είναι το γραφείο του μπαμπά”», θυμάται ο παλαίμαχος ναυτοπρόσκοπος Γιάννης Τιμοθέου.
Για εκατοντάδες παιδιά της εποχής, ο Λευκός Πύργος ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μνημείο.
«Ήταν το δεύτερο σπίτι μας», λέει ο Ιωάννης Παπαχρήστου, ναυτοπρόσκοπος από το 1965 έως το 1984. «Το μνημείο ήταν ένα μελίσσι από παιδιά».
Οι ίδιοι οι πρόσκοποι φρόντιζαν τους χώρους, καθάριζαν, έβαφαν και διατηρούσαν ζωντανό ένα από τα πιο εμβληματικά σημεία της πόλης.
Η αρχιτεκτονική δομή του πύργου αποκαταστάθηκε στην αρχική της μορφή μετά τις ήπιες εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης που εκτέλεσε η τ. 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης από το 1983 έως το 1985, έργο που τιμήθηκε το 1988 με το βραβείο της Europa Nostra.
Από το 1985 λειτουργεί ως μουσείο, ενώ από το 2008 φιλοξενεί τη μόνιμη έκθεση για την ιστορία της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της έως σήμερα. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η συνολική αναβάθμιση της πολυμεσικής έκθεσης.
Σήμερα, ο Λευκός Πύργος ακολουθεί τον δικό του καθημερινό ρυθμό. Τον χειμώνα λειτουργεί περίπου οκτώ ώρες ημερησίως και δέχεται – σύμφωνα με τα στοιχεία του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού – κατά μέσο όρο 300 επισκέπτες την ημέρα. Το καλοκαίρι οι ώρες λειτουργίας φτάνουν τις 12 και η επισκεψιμότητα σχεδόν διπλασιάζεται.
Σύμφωνα με έρευνα του Κώστα Καλλίνικου με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, από το 1998 έως το 2025 το μουσείο επισκέφθηκαν περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι. Ο Αύγουστος είναι σταθερά ο πιο «δυνατός» μήνας, ενώ ο Φεβρουάριος παρουσιάζει τη χαμηλότερη επισκεψιμότητα. Εντυπωσιακό είναι και το ψηφιακό αποτύπωμα του μουσείου: για κάθε 1.000 επισκέπτες αντιστοιχούν περίπου 22 διαδικτυακές κριτικές, αριθμός πολλαπλάσιος, σύμφωνα με την έρευνα του κ. Καλλίνικου σε σχέση με άλλα μεγάλα μουσεία της Θεσσαλονίκης.
Το προσωπικό κυμαίνεται από 14 άτομα τον χειμώνα έως περίπου 30 το καλοκαίρι.
Τα περισσότερα ερωτήματα των επισκεπτών – σύμφωνα με τους υπεύθυνους του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού – αφορούν πρακτικά ζητήματα: αν υπάρχουν τουαλέτες, αναψυκτήριο ή χώρος φύλαξης αποσκευών. Ωστόσο, λόγω της αρχιτεκτονικής και των περιορισμών προστασίας του μνημείου, τέτοιες υποδομές δεν λειτουργούν στον χώρο, που έχει μέγιστη χωρητικότητα 70 άτομα ταυτόχρονα.
Άτομα με κινητικές δυσκολίες μπορούν να περιηγηθούν εικονικά στην έκθεση μέσω ειδικών σταθμών στο ισόγειο. Τα κείμενα με την ιστορία της πόλης είναι μόνο στα ελληνικά, αλλά παρέχεται ακουστική ξενάγηση μέσω QR codes σε τέσσερις γλώσσες: αγγλικά, γερμανικά, ρωσικά και τουρκικά.
Κεντρική θέση δεν έχει ο Λευκός Πύργος μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά συχνά και στη λογοτεχνία της, με τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα Σάκη Σερέφα να αγαπά να τον μισεί.
«Η πόλη έχει διαλέξει για σύμβολό της έναν θανατόπυργο», δηλώνει. Από τον Σερέφα έγινε ευρύτερα γνωστό ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχουν δώσει τέλος στη ζωή τους πέφτοντας από τον Λευκό Πύργο. Στο παγκάκι, στη σκιά του Πύργου, ξεκίνησε και η σκοτεινή ιστορία του πρόσφατου βιβλίου του Πέτα το στη θάλασσα (εκδ. Μεταίχμιο).
Ο Λευκός Πύργος προπολεμικά θεωρούνταν ενοχλητικά οθωμανοπρεπής, όμως τη δεκαετία του 1960 αναδεικνύεται ως τοπόσημο, μαζί με τον πύργο του ΟΤΕ, τη ΔΕΘ και την Αριστοτέλους.
Και φυσικά, ο Πύργος παραμένει βαθιά χαραγμένος στη λαϊκή κουλτούρα της Θεσσαλονίκης. Από το τραγούδι «Στο Λευκό τον Πύργο», σε στίχους Ξενοφώντα Φιλέρη και μουσική Γιώργου Ζαμπέτα, μέχρι τη σκηνή της ταινίας «Κάτι να Καίει» σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, που ο Κώστας Βουτσάς με την παρέα του παίζουν τουίστ και χορεύει η Μάρθα Καραγιάννη…
Κανονικό: 8€
Μειωμένο: 4€
6 Μαρτίου — Ημέρα Μνήμης Μελίνας Μερκούρη
18 Απριλίου — Διεθνής Ημέρα Μνημείων
18 Μαΐου — Διεθνής Ημέρα Μουσείων
Τελευταίο Σαββατοκύριακο Σεπτεμβρίου — Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς
28 Οκτωβρίου — Εθνική Εορτή
Άτομα με κινητικές δυσκολίες μπορούν να περιηγηθούν εικονικά στην έκθεση μέσω ειδικών σταθμών στο ισόγειο.
Ακουστική ξενάγηση μέσω QR codes σε αγγλικά, γερμανικά, ρωσικά και τουρκικά.
Δεν λειτουργούν τουαλέτες, αναψυκτήριο ή χώρος φύλαξης αποσκευών εντός του μνημείου. Μέγιστη χωρητικότητα: 70 άτομα ταυτόχρονα.