Τον Οκτώβριο του 2024 εγκαινιάστηκαν τα ανακαινισμένα κτίρια του Μετεωροσκοπείου και του Αστεροσκοπείου, δύο μικρών, αλλά εμβληματικών κτιρίων της πανεπιστημιούπολης του ΑΠΘ. Είναι ευχάριστο το γεγονός ότι τα εγκαίνια έδωσαν την αφορμή να προβληθεί η συμβολή αυτών των υποδομών στην έρευνα και στην εκπαίδευση, αλλά και να υπογραμμιστεί η αρχιτεκτονική τους παρουσία ως σημείων αναφοράς στον ιδιαίτερο αστικό χώρο του πανεπιστημιακού campus (Μπλιάτκας Κ., 2024).
Με την ευκαιρία αυτή, είναι χρήσιμη μια αναλυτικότερη περιγραφή και αξιολόγηση των δύο οικοδομών, καθώς αποτελούν μοναδικά, μικρής κλίμακας, αρχιτεκτονικά τοπόσημα. Αυτά πλαισιώνουν τον κεντρικό μνημειακό άξονα στο πανεπιστημιακό πάρκο, το οποίο σχεδιάστηκε ήδη κατά την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917. Για μια πλήρη και συνολική εκτίμηση αυτής της μοναδικής —για τα ελληνικά δεδομένα— πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής σύλληψης παραπέμπω στο βιβλίο μου με τίτλο Η πανεπιστημιούπολη του ΑΠΘ ως πεδίο αρχιτεκτονικού και αστικού εκσυγχρονισμού και στην αντίστοιχη έκθεση που επιμελήθηκα με τίτλο «Πανεπιστημιούπολη ΑΠΘ. 90+ χρόνια λειτουργίας/100+ χρόνια σχεδιασμού» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και στο Μουσείο Μπενάκη (2017).
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 85 (Σεπτέμβριος 2023) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Τα ιδιαίτερα κομψά κτίρια του Μετεωροσκοπείου και του Αστεροσκοπείου στο ΑΠΘ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ελεύθερων περιπτέρων που εντάσσονται στο μοντέρνο αστικό τοπίο της πανεπιστημιούπολης. Αυτό διαμορφώθηκε, σταδιακά στη διάρκεια ενός αιώνα, από τα πρωταρχικά σχέδια του Εμπράρ (1919 και 1929) ως τα διαδοχικά μεταπολεμικά σχέδια που δημιούργησαν μια μοναδική νησίδα μοντέρνας πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής στην κεντρική Θεσσαλονίκη.
Συγκεκριμένα, η ανέγερσή τους προτάθηκε στο «Πολεοδομικό Πρόγραμμα Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (1948). Το πρόγραμμα είχε μελετηθεί με επιστημονικά δεδομένα για να υποδεχθεί 10.000 φοιτητές σε μια αρχική έκταση 256 στρεμμάτων. Το σχέδιο υπογραφόταν από τον αρχιτέκτονα του Δήμου Θεσσαλονίκης Λεωνίδα Θανόπουλο και είχε εγκριθεί σε κοινή συνεδρίαση της Πολεοδομικής Επιτροπής και του Οικοδομικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Βασίλης Κυριαζόπουλος, καθηγητής Μετεωρολογίας από το 1940, ήταν ο κύριος υπεύθυνος από την πλευρά του πανεπιστημίου για τη σύνταξή του (Καλογήρου Ν., 1991: 16). Στην ουσία είχε αναλάβει ρόλο πολεοδόμου, και, με τις εκλεκτικές προτιμήσεις του, επηρέασε σημαντικά, ως εκπρόσωπος του εργοδότη, τις αμφιταλαντευόμενες αρχιτεκτονικές επιλογές που έγιναν την περίοδο αυτή.
Στο πλαίσιο της συνολικής αρχικής πρότασης σχεδιάστηκε ένα ενιαίο «Μετεωρο-Αστεροσκοπείο» από τον αρχιτέκτονα Λεωνίδα Θανόπουλο, ο οποίος υπέγραφε και το συνολικό πολεοδομικό σχέδιο. Το Μετεωρο-Αστεροσκοπείο είχε τη μορφή ελεύθερου περιπτέρου με ελλειπτική κάτοψη, ιδιόμορφα εκλεκτικά μοντερνίζοντα μορφολογικά χαρακτηριστικά και ήταν επενδυμένο με λιθοδομή. Στη συνέχεια προγραμματίστηκαν δύο διακριτά λειτουργικά κελύφη. Αξίζει να σημειωθεί εδώ η εξαρχής συμβολή του διακεκριμένου μοντερνιστή αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού (Γιακουμακάτος Α., 2003), που συμμετείχε στον σχεδιασμό της Πολεοδομικής Επιτροπής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας.
Το κομψό υλοποιημένο Μετεωροσκοπείο (1954) είναι ένα ιδιότυπο δείγμα γραφής με περισσότερο κλασικά χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο του αναθεωρημένου Πολεοδομικού Σχεδίου, του αρχιτέκτονα Ιωάννη Τριανταφυλλίδη — αργότερα καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων.
Στη μελέτη συνεργάστηκε με τον πατριάρχη του ελληνικού μοντερνισμού Πάτροκλο Καραντινό.
Οι τυπολογικές και μορφολογικές ιδιαιτερότητες της περίπτερης κυλινδρικής διάταξης παραπέμπουν έμμεσα στη Ροτόντα και κατ’ αναλογία στον Λευκό Πύργο. Η αυστηρή γεωμετρία του κελύφους δεν παρεμπόδισε την οργανική ανάπτυξη των εσωτερικών λειτουργιών (αμφιθέατρο, γραφεία και παρατηρητήριο στη στέψη).
Ο αφαιρετικός χειρισμός του διαχρονικού κλασικού προτύπου εμφανίζεται σε αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως η ισόδομη λιθοδομή του ισογείου, η ελαφρά προβολή πεσσών στον κορμό και η περιμετρική στοά με ανεπίχριστους κίονες από σκυρόδεμα. Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κτιρίου μπορούν ακόμα να καταγραφούν το υαλόφρακτο παρατηρητήριο, αντί θόλου, στην οροφή, ο νότιος προσανατολισμός του πρόπυλου της κύριας εισόδου, όπως και η ένταξη της μεγάλης τοιχογραφίας του ισογείου με θέμα Το αμετάβλητο κλίμα της Ελλάδος από την Ελληνική Μυθολογία, έργο του Σπύρου Βασιλείου.
Το περίπτερο λιτό κλασικό κτίσμα εκφράζει άμεσα το πνεύμα της μεταβατικής εποχής που είχε προκύψει με τη συνεργασία του καθηγητή της μετεωρολογίας Β. Κυριαζόπουλου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, την περίοδο αυτή ασκούσε σημαντική αρχιτεκτονική επιρροή για θέματα αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης του πανεπιστημίου.
Το δεύτερο περίοπτο/σύνθετο περίπτερο που στεγάζει το Αστεροσκοπείο (1957-1961) περιβάλλεται από τον ανοιχτό ροϊκό χώρο του κεντρικού πάρκου. Είναι ένα από τα αρτιότερα έργα του πρωτοπόρου Έλληνα αρχιτέκτονα του 20ού αιώνα, του Πάτροκλου Καραντινού. Φανερώνει τις ιδιαίτερες συνθετικές δυνατότητές του που αξιοποιήθηκαν και στην πανεπιστημιακή του διδασκαλία, όταν αργότερα έγινε καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.
Τα αρχικά σχέδια, επηρεασμένα από τη μορφολογία του γειτονικού Μετεωροσκοπείου, ήταν περισσότερο κλασικά με εμφανή λιθοδομή στο ισόγειο. Η τελική υλοποιημένη πρόταση εκφράζει πλαστικά, με μεγάλη συνέπεια, τη λειτουργική διάρθρωση και την επεξεργασία των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων.
Προκύπτει από τη σύνθεση δύο όγκων, ενός παραλληλεπίπεδου και ενός κυλίνδρου, όπου εδράζονται οι διαφορετικές στάθμες και συνδέονται/τέμνονται με διαμπερή διάδρομο-κλιμακοστάσιο. Το σύνολο εκφράζει μια δυναμική συνθετική καθαρότητα που ανταποκρίνεται στη λογική του μορφοπλαστικού διαχωρισμού των χρήσεων.
Η θολωτή ανοιγόμενη οροφή του τηλεσκοπίου που εδράζεται στον κύλινδρο, αν και προσφέρεται για εξπρεσιονιστικούς χειρισμούς, διατηρεί την ήρεμη γλώσσα του Καραντινού. Αυτή επεκτείνεται στα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία (μεταλλικές περσίδες ηλιοπροστασίας, οριζόντιες προβολές των πλακών κ.λπ.).
Η κλασική έννοια του περιπτέρου κτίσματος εκφράζεται εδώ έμμεσα με τις περσίδες της συμμετρικής πρόσοψης και την αξονική πρόσβαση. Πέρα από τη λειτουργική και μορφολογική συνέπειά του, το Αστεροσκοπείο εντάσσεται επιτυχώς μέσα στον κεκλιμένο φυσικό ανοιχτό χώρο.
Μαζί με το γειτονικό Μετεωροσκοπείο αποτελούν μοναδικά, μικρής κλίμακας, κτίρια εκπαίδευσης, τα οποία λειτουργούν ως σημεία αναφοράς, πλαισιώνοντας τον μνημειακό άξονα της πανεπιστημιούπολης. Οι διαφορές που έχουν, ως προς το αρχιτεκτονικό τους ιδίωμα, δεν παρεμποδίζουν την εύκολη και ευχάριστη αντίληψή τους ως δυναμικής αντιστικτικής ενότητας. Αυτή η διαπίστωση φανερώνει μια προτεραιότητα των διαχρονικών χαρακτηριστικών της αρχιτεκτονικής, που σχετίζονται περισσότερο με την κλίμακα, την καθαρή γεωμετρία και την ένταξη κτισμάτων στο περιβάλλον, παρά με τις μανιερίστικες μορφολογικές ενασχολήσεις που κυριαρχούν σήμερα στις μετανεωτερικές προσεγγίσεις.
Ελπίζω η θετική διαπίστωση της βιωσιμότητας των αξιόλογων κελυφών που αναδείχθηκε με τα εγκαίνια της ανανεωμένης χρήσης να οδηγήσει τις πανεπιστημιακές αρχές και τους αρμόδιους φορείς της πολιτείας στην αναγκαία προστασία και προβολή της μοναδικής νεότερης και σύγχρονης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του ΑΠΘ.
* Ο Νίκος Καλογήρου είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ.
Αρχειακές πηγές: Αρχείο Α. Γιακουμακάτου, Αρχείο Ν. Καλογήρου, Αρχείο Π. Σαββαΐδη, Αρχείο Τεχνικής Υπηρεσίας ΑΠΘ, Αρχείο της έκθεσης Πανεπιστημιούπολη ΑΠΘ. 90+ χρόνια λειτουργίας/100+ χρόνια σχεδιασμού, ΑΠΘ, ΑΜΘ, ΕΙΑ, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης 2017, Μουσείο Μπενάκη 2017-2018 (Επιμελητής Ν. Καλογήρου), Φωτογραφικό Αρχείο Β. Δ. Κυριαζόπουλου, Ψηφιοθήκη: ψηφιακές συλλογές, Βιβλιοθήκη ΑΠΘ.
Βιβλιογραφία
Γιακουμακάτος Α. (2003), Στοιχεία για τη νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική, Πάτροκλος Καραντινός, ΜΙΕΤ, Αθήνα
Καλογήρου Ν. (1991), Αρχιτεκτονική και πολεοδομία στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη. Μια κριτική επισκόπηση, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης – Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη
Καλογήρου Ν. (2017), Η πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ. ως πεδίο αρχιτεκτονικού και αστικού εκσυγχρονισμού, University StudioPress, Θεσσαλονίκη
Κυριαζόπουλος Β. Δ. (1950), Πολεοδομικό Πρόγραμμα Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Μπλιάτκας Κ. (2024), «Αρχιτεκτονικά διαμάντια, εκπαιδευτικά χρυσωρυχεία», Το Βήμα, 21-10-2024