Λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Λευκό Πύργο, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, άρχισε να υψώνεται ένας εντελώς διαφορετικός πύργος. Φτιαγμένος όχι από πέτρες, κονίαμα και πλίνθους όπως το ιστορικό τοπόσημο της πόλης, αλλά από οπλισμένο σκυρόδεμα και γυαλί, με κυκλικούς ορόφους, κεραίες και ένα περιστρεφόμενο δάπεδο που παρείχε πανοραμική θέα στην πόλη: ο Πύργος του ΟΤΕ έμοιαζε να έρχεται από το μέλλον.
Την περίοδο εκείνη, μεσούσης της δικτατορίας, η ΔΕΘ φιλοδοξούσε να λειτουργήσει πέρα από εμπορική διοργάνωση και ως βιτρίνα τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Ο εκθεσιακός χώρος εξελισσόταν έτσι σε ένα ιδιότυπο εργαστήριο της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, όπου νέες αρχιτεκτονικές μορφές και τεχνολογίες συστήνονταν στο κοινό πριν γίνουν μέρος της καθημερινότητάς του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Αναστασιάδη ο νέος πύργος τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ. Η ιδέα εντασσόταν σε μια ευρύτερη μεταπολεμική τάση πύργων-τοπόσημων που συνέδεαν την τεχνολογία, τη θέαση και την αναψυχή με μια νέα εικόνα αστικού εκσυγχρονισμού.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1960, είχε υψωθεί στο Ρότερνταμ η Euromast, ενώ το Donauturm της Βιέννης οικοδομήθηκε το 1964 για τη Διεθνή Έκθεση Κηποτεχνίας της αυστριακής πρωτεύουσας: πύργοι-αξιοθέατα που γεννήθηκαν, όπως και αυτός του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη, μέσα σε μεγάλες εκθέσεις και εξελίχθηκαν σε τοπόσημα.
Δύο ευρωπαϊκοί πύργοι της μεταπολεμικής εποχής. Αριστερά, ο Donauturm της Βιέννης, που κατασκευάστηκε για τη Διεθνή Έκθεση Κηποτεχνίας του 1964 (Φωτ.: BambooBeast / Wikimedia Commons, CC BY-SA 3.0 AT). Δεξιά, η Euromast του Ρότερνταμ, που είχε ανεγερθεί λίγα χρόνια νωρίτερα για τη Floriade του 1960 (Φωτ.: Hanno Lans – Euromast, CC BY 2.0). Και οι δύο συνέδεσαν τη θέαση και την αναψυχή με τη νέα εικόνα της σύγχρονης πόλης.
Ο Πύργος δεν απέκτησε εξαρχής τη σημερινή του μορφή. Κατασκευάστηκε σε δύο φάσεις.
Κατά την πρώτη, το 1969, πραγματοποιήθηκε η γενική αρχιτεκτονική και στατική μελέτη και κατασκευάστηκαν η θεμελίωση, το υπόγειο και ο πρώτος όροφος. Το πρώτο εκείνο κτίσμα είχε ύψος μόλις 8,40 μέτρα. Παρότι ακόμη ημιτελές, πρόλαβε την 34η ΔΕΘ του 1969. Ο πρώτος όροφος λειτούργησε ως το μόνιμο περίπτερο του ΟΤΕ στην Έκθεση.
Έγινε αμέσως ένα από τα δημοφιλέστερα σημεία της Έκθεσης. Η εταιρική εφημερίδα «Ηχώ του ΟΤΕ» κατέγραφε καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες που έρχονταν για να δουν τα σύγχρονα τηλεπικοινωνιακά μηχανήματα και να γνωρίσουν τις νέες δυνατότητες των επικοινωνιών. Σύμφωνα με μεταγενέστερη παρουσίαση του αρχειακού υλικού, το περίπτερο συγκέντρωσε περισσότερους επισκέπτες από κάθε άλλο εκείνη τη χρονιά.
Η δεύτερη φάση, που έδωσε στον Πύργο τη γνώριμη όψη του, άρχισε την 1η Μαρτίου 1970. Μέσα σε λιγότερο από έξι μήνες ο Πύργος ολοκληρώθηκε, για να είναι έτοιμος για την 35η ΔΕΘ. Η αρχιτεκτονική παρουσίαση δίνει ως ημερομηνία ολοκλήρωσης της φάσης αυτής την 29η Αυγούστου 1970, ουσιαστικά παραμονή της έναρξης της Έκθεσης.
Στην ολοκληρωμένη μορφή του, ο Πύργος ξεπερνά σε ύψος τα 70 μέτρα και οργανώνεται σε τέσσερα επίπεδα. Σε άρθρο του ο αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Αναστασιάδης αναφέρει:
«Ὁ προορισμὸς τοῦ ἔργου εἶναι καθαρά εκθεσιακός καὶ τηλεπικοινωνιακός. Ἔτσι τὸ ἔργο, ποὺ ἀποτελεῖ ἐπίσης καὶ σύμβολο τοῦ ΟΤΕ, εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὥστε νὰ γίνεται τὸ ἴδιο θέαμα. Τὸ ὕψος του καθορίστηκε ἀπὸ οἰκονομικο-τεχνικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἀπὸ τὶς τηλεπικοινωνιακὲς χρήσεις ποὺ ἐξυπηρετεῖ. Παράλληλα ἔγινε προσπάθεια νὰ ἐναρμονίζεται μὲ τὸν περιβάλλοντα χώρο. Ἡ κεντρικὴ ἰδέα στὴ σύνθεση εἶναι ὁ ἀνεστραμμένος κῶνος. Τὸ βασικὸ αὐτὸ στοιχεῖο τῆς συνθέσεως δίνει στὸ ἔργο ἔνταση καὶ δυναμισμό» (Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 7, 1973).
Η κατασκευή ήταν ριζικά διαφορετική από το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής της Θεσσαλονίκης.
Ένας λεπτός κατακόρυφος πυρήνας από οπλισμένο σκυρόδεμα στήριζε τους κυκλικούς ορόφους, δημιουργώντας μια εικόνα που παρέπεμπε περισσότερο στην τεχνολογία, τις τηλεπικοινωνίες και τη διαστημική εποχή παρά στη συμβατική οικοδομή της πόλης.
Ο Πύργος ήταν ταυτόχρονα τηλεπικοινωνιακή υποδομή, εκθεσιακό περίπτερο, παρατηρητήριο και χώρος αναψυχής. Ο μηχανισμός του περιστρεφόμενου δαπέδου κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 45-60 λεπτά.
Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, από τον υψηλότερο όροφο εξέπεμπε τηλεοπτικός σταθμός του ΟΤΕ και της ΔΕΘ, αργότερα το Ράδιο Θεσσαλονίκη, ενώ σήμερα στον πύργο στεγάζεται καφέ-μπάρ.
Η συγκυρία της ολοκλήρωσής του έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στην 35η ΔΕΘ του 1970, ο Πύργος αποτελούσε ένα από τα μεγάλα τεχνολογικά αξιοθέατα της διοργάνωσης. Κατά τη διάρκεια της Έκθεσης, ο τηλεοπτικός σταθμός της ΔΕΘ και του ΟΤΕ μετέδιδε εκδηλώσεις από το Παλέ ντε Σπορ, ενώ ο ΟΤΕ παρουσίαζε στο κοινό τεχνολογίες που τότε έμοιαζαν σχεδόν φουτουριστικές: μεταξύ αυτών, εφαρμογές κινητής τηλεφωνίας και το λεγόμενο «φωόραμα», συνδυασμός τηλεφώνου και εικόνας.
Όλα αυτά μόλις έναν χρόνο μετά την αποστολή Απόλλων 11, που προσδάφισε τους πρώτους ανθρώπους στη Σελήνη. Στην ίδια διοργάνωση της ΔΕΘ, το αμερικανικό περίπτερο παρουσίαζε την κατάκτηση του διαστήματος.
Ο Πύργος του ΟΤΕ εντασσόταν έτσι σε μια ευρύτερη εικονογραφία της εποχής: δορυφόροι, τηλεόραση, διαστημική εξερεύνηση, νέες μορφές επικοινωνίας και η αισιοδοξία ότι η τεχνολογία μπορούσε να μεταμορφώσει ριζικά την καθημερινότητα.
Η αρχιτεκτονική δραστηριότητα στον χώρο της Έκθεσης είχε ήδη δώσει στη Θεσσαλονίκη σημαντικά δείγματα του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού.
Ο Πύργος του ΟΤΕ, όμως, ξεπέρασε νοητά τα όρια της περίφραξης της ΔΕΘ. Έγινε ένα «νεωτερικό σύμβολο» της Θεσσαλονίκης και εισήλθε σε έναν ιδιότυπο διάλογο με τον ιστορικό Λευκό Πύργο της πόλης.