Επιστρέφοντας

Κάθε φορά που είναι να ταξιδέψω στην Θεσσαλονίκη, ξεκινώ ασυναίσθητα να φτιάχνω μια μικρή λίστα στο μυαλό μου με όλα αυτά που μου λείπουν και που θέλω να ξανακάνω, να ξαναδώ ή να ξαναγευτώ όταν φτάσω στην πόλη. Αν και δεν ζω πια σε αυτήν εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, επισκέπτομαι την πόλη τουλάχιστον δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Όταν άρχισα, όμως, να τα καταγράφω για δημοσίευση, αγχώθηκα.Φοβήθηκα ότι αυτά που θα πω είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα: η κάθοδος της Αριστοτέλους, από την Εγνατία προς την Μητροπόλεως, καθώς ανοίγεται μπροστά στα μάτια σου το θαλασσινό τοπίο. Κάπου εκεί, η μυρωδιά του τσουρεκιού έξω από τον Τερκενλή. Η συνάντηση στην Ροτόντα με την αδελφική σου φίλη. Η βόλτα στην αγορά της Τσιμισκή, πάνω-κάτω, ξανά και ξανά…

Όσο συνέχιζα να γράφω, κατάλαβα ότι αυτή ακριβώς είναι η Θεσσαλονίκη για μένα. Μια αίσθηση που με κάνει κάθε φορά να επιστρέφω στα χιλιοειπωμένα, αλλά και να την ξαναγνωρίζω από την αρχή. Αν περάσεις λίγο χρόνο στους δρόμους της πόλης, συνειδητοποιείς ότι οι Θεσσαλονικείς δεν σνομπάρουν τα κλισέ τους. Ναι, καινούργια μαγαζιά, καφέ, εστιατόρια ανοίγουν συνεχώς. Παλιά αγαπημένα κλείνουν. Ξένες τάσεις υιοθετούνται (χθες πέτυχα ένα παράθυρο κρασιού στην Προξένου Κορομηλά!).

Κι όμως, οι Θεσσαλονικείς εξακολουθούν να δίνουν ραντεβού στην Ροτόντα. Κατεβαίνουν ακόμα την Αριστοτέλους. Πηγαινοέρχονται πάντα πάνω-κάτω στην Τσιμισκή. Βολτάρουν νωχελικά στην παραλία, αναζητώντας με το βλέμμα μια τον Λευκό Πύργο και μια το Λιμάνι.

Με έναν μαγικό τρόπο, η Θεσσαλονίκη αλλάζει και παραμένει η ίδια ταυτόχρονα. Το μετρό μάς το αποκάλυψε καλύτερα. Έσκαψε λίγα μέτρα κάτω από τους δρόμους που περπατούσαμε κι έφερε στην επιφάνεια μια ολόκληρη πόλη που βρισκόταν εκεί επί αιώνες. Κάπως έτσι κι εγώ, κάθε φορά που επιστρέφω, ξαναγυρίζω στην δική μου συλλογή, στο δικό μου μικρό μουσείο της πόλης.

Η Βικτωρία Τζούμα. Φωτ.: Προσωπικό αρχείο.

Η δική μου επιστροφή, λοιπόν, ξεκινά πάντα από την Άνω Τούμπα. Από το μπαλκόνι των γονιών μου, με λίγη θάλασσα κι ένα ροζ-μωβ ηλιοβασίλεμα να χάνονται πίσω από τις πολυάριθμες κεραίες των πολυκατοικιών. Είναι το δικό μου καλωσόρισμα στην πόλη, το πιο προσωπικό και το πιο ουσιαστικό.

Την επόμενη μέρα, ακολουθεί μια βόλτα στο κέντρο. Σαν άτυπο τάμα, ανάβω ένα κερί στην Αχειροποίητο, την αγαπημένη μου εκκλησία, εκεί που με πήγαινε κάθε φορά η μητέρα μου όταν βγαίναμε για ψώνια στο κέντρο.

Κατηφορίζοντας την Αγίας Σοφίας, μερικές φορές αντιλαμβάνομαι ήδη από νωρίς την μυρωδιά της θάλασσας. Μολονότι όχι πάντα ευχάριστη, ορίζει την πόλη. Είναι η μυρωδιά που πρωτοαισθάνθηκα όταν ήρθα εδώ φοιτήτρια και που μου θυμίζει τις ατέλειωτες βόλτες στην παραλία, το Φεστιβάλ Βιβλίου και τις διαδρομές με τα πόδια με φίλους ως το Ποσειδώνιο, που την δεκαετία του ’90 το πρωτογνώρισα ως Λούνα Παρκ και τώρα είναι η γειτονιά του Μεγάρου Μουσικής.

Έπειτα, ένας καφές στο Δωμάτιο με Θέα για να θαυμάσω την σιλουέτα του Ολύμπου να αναδύεται μέσα από την θάλασσα. Το Ολύμπιον, το σπίτι του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μου θυμίζει τόσα και τόσα φεστιβάλ της δεκαετίας του ’90 και του 2000. Αναρίθμητες ταινίες, αναρίθμητες διαδρομές από την μία αίθουσα στην άλλη, το πιο μαγικό δεκαήμερο της χρονιάς.

Περνάω πάντα μπροστά από το ετοιμόρροπο Μανδαλίδειο στην παραλία, για να βεβαιωθώ ότι υπάρχει ακόμη, και με την κρυφή ελπίδα ότι σύντομα θα ξαναζωντανέψει. Τα τέσσερα χρόνια που πέρασα εκεί ως φοιτήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ ήταν αξέχαστα και καθοριστικά.

Ακολουθεί μια σύντομη στάση στα δυτικά, στη Μονή Λαζαριστών, για να κλείσω για μια ακόμα φορά το μάτι στην πολύτιμη συλλογή Κωστάκη του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης και να πάρω ενέργεια από την τόλμη της ρωσικής πρωτοπορίας. Δεν επισκέπτομαι την Μονή μόνο για λόγους φιλοτεχνίας. Το ιστορικό κτίριο φιλοξενεί και την Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, όπου πέρασα τρία από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και οι αναμνήσεις (και τα γέλια και τα δάκρυα!) είναι ακόμα ολοζώντανες.

Φυσικά, πώς να λείπει μια βραδινή βόλτα στην Άνω Πόλη; Παραδίνομαι και σε αυτό το κλισέ, για να μου αποκαλυφθούν οι σκόρπιες όψεις των φωτισμένων βυζαντινών τειχών και, μαζί με το παρελθόν της πόλης, να θυμηθώ και το δικό μου, εκεί που, μαζί με την Τίνα, περπατούσαμε κατηφορίζοντας έπειτα από κάποια παράσταση στο Θέατρο Δάσους.

Και τέλος, η πιο δύσκολη στιγμή: ο αποχαιρετισμός στην πόλη, κοιτάζοντας από το αεροπλάνο τον λαμπυρίζοντα Θερμαϊκό. Ευγνώμων που ξανάρθα και περιμένοντας ήδη με ανυπομονησία την επόμενη φορά που θα επιστρέψω για να την ανακαλύψω ξανά.

*Η Βικτωρία Τζούμα ζει και εργάζεται στην Ελβετία.

Διαβάστε επίσης