«Πόσο πωρωμένος πρέπει να είναι κανείς για να βγαίνει για τρέξιμο ολομόναχος βραδιάτικα, με τόση παγωνιά που τα χνώτα του μοιάζουν με ατμομηχανή;» είχα αναρωτηθεί σχεδόν φωναχτά, καθώς βόλταρα ράθυμα στη Νέα Παραλία, με ένα ζεστό ρόφημα στο χέρι και παρατηρούσα διάφορους παθιασμένους joggers-δρομείς-βαδιστές να λαχανιάζουν γεμάτοι ικανοποίηση.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου κατέφθασε η προφανής συνειδητοποίηση: «Φαντάσου τι σκέφτονται οι περαστικοί για σένα όταν σε βλέπουν να κατευθύνεσαι ολομόναχος στο Ποσειδώνιο, μέσα στην άγρια νύχτα, αγκαλια με μια μπάλα. Ή ακόμη καλύτερα όταν σκαρφαλώνεις κλειδωμένες καγκελόπορτες (ναι, συνέβη) για να ρίξεις σουτάκια στο λυόμενο της Κάλλας».
Όπως σε κάθε μικρό ή μεγαλύτερο πάθος της καθημερινότητας, που γειτνιάζει και φλερτάρει με την εμμονή, it takes one to know one. Είναι όπως στην τηλεοπτική σειρά «Highlander» που έβλεπα μικρός στο Star. Οι αθάνατοι αντιλαμβάνονταν ο ένας την παρουσία του άλλου διαισθητικά, έστι μεθερμηνευόμενον: καταλαβαίνεις με τη μία τους κολλημένους σαν και του λόγου σου.
«Στην Αθήνα, πάντως, ή τουλάχιστον στο ευρύτερο κέντρο της, δεν υπάρχει χώρος σαν το Ποσειδώνιο. Ίσως η “Τσόχα” δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, αλλά καμία σχέση η ατμόσφαιρα, το κλίμα, η όλη φάση» μου έλεγε πριν λίγο καιρό ο Νίκος Βεργέτης. Ο οποίος, πέρα από ανερχόμενος και ήδη ευπώλητος συγγραφέας, αλλά και ιθύνων νους των εκδόσεων Κυψέλη, υπήρξε μέγιστο μπασκετικό ταλέντο στις παιδικές ηλικίες, επιλέγοντας ωστόσο να μην ακολουθήσει καριέρα αθλητή.
Το Ποσειδώνιο, ένα αστικό ιερό της streetball κουλτούρας, αλλά και ένα αθλητικό-κοινωνικό-πολιτιστικό σήμα κατατεθέν της ανατολικής Θεσσαλονίκης, εγκαινιάστηκε το 1978. Και στον σχεδόν μισό αιώνα ζωής του έχει φιλοξενήσει αμέτρητες φαντασιώσεις μπασκετικού μεγαλείου για ανθρώπους που –όσα χρόνια και αν περάσουν– δεν θα σταματήσουν ποτέ να ονειρεύονται νικητήρια μπάζερ μπίτερ εν μέσω παροξυσμικής αποθέωσης ή εχθρικού γιουχαρίσματος.
Με άλλα λόγια, το Ποσειδώνιο εισπνέει, μεταβολίζει και απελευθερώνει στον θαλασσινό του αέρα την μπασκετική κουλτούρα και αύρα μιας πόλης που έχει μάθει να αγαπάει το μπάσκετ.
Παρέες άνω των 40, με μπλουζάκια σαν κειμήλια μιας εποχής δόξας, αίγλης και θριάμβων: Ο Νίκος Γκάλης με άφρο μαλλί και τη λεζάντα «The Gangster» από κάτω, το γοερό κλάμα του γονατισμένου Μπάνε Πρέλεβιτς στο παρκέ της Ναντ, θύμισες αλλοτινών και περασμένων μεγάλειων.
Είπαμε «αλλοτινών και περασμένων»; Ίσως και όχι, μιας και η έλευση επενδυτών στους δύο «αιώνιους» της Θεσσαλονίκης, μαζί με τη δυναμική επανεμφάνιση του Ηρακλή, προμηνύουν μια ανέλπιστη δυναμική για μια πόλη που δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει το μπάσκετ, παρότι οι τροπαιοθήκες έχουν πιάσει εδώ και δεκαετίες ναφθαλίνη. Οι κατάμεστες κερκίδες σε Πυλαία, Παλέ και Ιβανώφειο μαρτυρούν, εξάλλου, του λόγου το αληθές.
«Δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ τις στιγμές των 80s και των 90s, τότε που βλέπαμε τα ντέρμπι σε απόσταση αναπνοής από την αντίπαλη πλευρά, χωρίς να ανοίγει ρουθούνι. Το μπασκετικό φίλαθλο κοινό εκείνης της εποχής έμαθε και αγάπησε το άθλημα με έναν τρόπο βαθιά ρομαντικό» θυμάται και αναπολεί ο Γιάννης, που στα 53 του ακόμη φορά τη ρετρό φανέλα του Τζον Κόρφα και ανανεώνει τα μπασκετικά του παπούτσια κάθε 2-3 μήνες από την πολυχρησία.
«Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το μπάσκετ ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, από τον σπουδαίο σύλλογο της ΧΑΝΘ. Πέρα από τις τρεις πιο γνωστές και λαοφιλείς ομάδες της πόλης, καλό είναι να θυμόμαστε και τους μικρότερους συλλόγους, που έχουν υπάρξει φυτώρια και κυψέλες μπασκετικής παιδείας και κοινωνικής υγείας. Από τη ΜΕΝΤ και τον ΒΑΟ μέχρι τον Δημόκριτο, τον Φίλιππο και τον Έσπερο, ομάδες που έχουν όλες τους φτάσει μέχρι το υψηλότερο επίπεδο της Α1. Όπως και τον Απόλλωνα Καλαμαριάς, που είχε σπάσει την παντοκρατορία του Σπόρτιγκ στις γυναίκες, κερδίζοντας το πρωτάθλημα Ελλάδος το 1992, σε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του μπάσκετ στην Ελλάδα» προσθέτει ο Δημήτρης, στα ολοστρόγγυλα 50, που καμαρώνει για μια φανέλα που του είχε δώσει προσωπικά ο Λευτέρης Σούμποτιτς.
Με καύσωνα και λιοπύρι, με ψιλόβροχο και αγιάζι, με δριμύ ψύχος και υπό το μηδέν θερμοκρασίες, περνώντας έξω από το Ποσειδώνιο πάντα θα αντικρίσεις διάφορες σιλουέτες στο βάθος να χορεύουν και να λικνίζονται στους ρυθμούς της σπυριάρας. Στα playgrounds της Θεσσαλονίκης δεν συναντά κανείς τις στερεοτυπικές σκηνές που έχουμε δει σε τόσες και τόσες ταινίες του αμερικανικού σινεμά: δεν παίζουν στοιχήματα ή ηχειάκια με δυνατή μουσική, δεν έχουμε ξύλινα κουτσουρεμένα ταμπλό και συρμάτινα διχτάκια, δεν οργανώνονται αγώνες ανάμεσα σε γειτονιές. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κοινό στοιχείο. Τα αυτοσχέδια ματσάκια ανάμεσα σε άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, που είναι πάντα πρόθυμοι να συγκροτήσουν μια αυθόρμητη μπασκετική παρέα.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μην καταλήξουμε να παίζουμε 3on3 κάθε φορά που ερχόμαστε οι δυο μας» μου εκμυστηρεύονται ο Γιάννης και η Αγάπη, το πιο συμπαθές μπασκετικό (και όχι μόνο) ζευγάρι που θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει κανείς. «Είναι τρελό, όλοι έχουν τις κεραίες τους ανοιχτές και ψήνονται με τη μία να στήσουμε ένα μονό» μου λέει ο Γιάννης, συμπληρώνοντας πως το Ποσειδώνιο λειτουργεί και ως δεξαμενή κοινωνικοποίησης και επικοινωνίας. «Έρχονται όλο και περισσότερες γυναίκες να παίξουν εδώ, αλλά ακόμη υπάρχει δρόμος για να σπάσουμε τα ταμπού και τις προκαταλήψεις» μοιράζεται η Αγάπη, που απαιτεί από τους αντιπάλους την ώρα του παιχνιδιού να την παίξουν (σχεδόν) στα ίσα άμυνα.
Όπως σε κάθε μαζική συνεύρεση ανθρώπων που επιδίδονται σε μια κοινή ασχολία, δεν είναι δύσκολο να χαρτογραφήσει κανείς τη «φυλετική» διαστρωμάτωση του Ποσειδωνίου. Έχουμε και λέμε:
Χιαστοί, προσαγωγοί, μηνίσκος. Σαράβαλα γόνατα και τσακισμένη μέση. Νάρθηκες, προστατευτικά, παυσίπονα, θερμαντικές αλοιφές. Ιστορίες από χειρουργεία και επεμβάσεις, πόνοι και αγκομαχητά, ατελείωτο στρέτσινγκ, τρόμος σε κάθε στραβοπάτημα. Τα τσιμέντα του Ποσειδωνίου φιλοξενούν μια στρατιά από μάχιμους λαβωμένους.
Αυθεντικές φανέλες, εξίσου αυθεντικά σορτσάκια και πανάκριβα παπούτσια. Κάλτσες, περικάρπια, κορδέλες με λογότυπα NBA, cover photo με τον Στεφ Κάρι ή τον Λεμπρόν στο κινητό. Ατελείωτες οδηγίες για τις σωστές αποστάσεις, το σωστό ρολάρισμα στα σκριν, τα σωστά νταμπλ τιμ. Κοπιάρισμα φάσεων από την τηλεόραση, με σουτ από θέσεις και αποστάσεις που τα βάζουν μόνο επαγγελματίες. Κι από μπάσκετ μυρωδιά.
«Με το σώμα το έκανες», «δεν κατάλαβα ποιος, αλλά κάποιος με ακούμπησε στον αέρα», «είχα γυρισμένη την πλάτη, δεν είδα ποιος έβγαλε», «έκανα βήματα επειδή μου έκανες φάουλ νωρίτερα», «πότε βάλατε κι άλλο καλάθι, αποκλείεται να είναι αυτό το σκορ», «με τους κανόνες του NBA αυτό δεν είναι βήματα» και άλλες ιστορίες για αγρίους. Κι όμως, συνήθως είναι οι μεγάλοι άνθρωποι που κλέβουν στο ζύγι και ζητούν φάουλ το κάθε άγγιγμα, που γκρινιάζουν σε συμπαίκτες, αντιπάλους, που καταριούνται τους θεούς του μπάσκετ για την αναπάντεχη (λέμε τώρα) αστοχία, μπερδεύοντας για τα καλά το childlike με το childish.
Ασπρομάλληδες εξηντάρηδες, που κατέχουν τα fundamentals στην εντέλεια. Στρουμπουλοί και καλοζωισμένοι, που έχουν πρώτο βήμα σαν αέρας που φυσά μέσα στης πόλης τα στενά. Ασθενικοί και κοκαλιάρηδες, που ξέρουν να βάζουν το σώμα τους λίγο καλύτερα από τον Ντένις Ρόντμαν όταν διεκδικούσε ριμπάουντ. Πιτσιρικάδες με ακμή και χνούδι στο πρόσωπο, που δεν χάνουν σουτ λες και σημαδεύουν με κάποιο AI μοντέλο. Το Ποσειδώνιο βρίθει από φαινόμενα που απατούν και ατραγούδιστους ήρωες.