Στοιχειωμένο Αλλατίνι
Το κτίσμα που έχει σημαδέψει τη Θεσσαλονίκη για περισσότερα από 150 χρόνια
- Γιώργος Σκαμπαρδώνης
- Γιάννης Σιμητόπουλος
- 17/4/2026
Την πρώτη φορά που είδα τον αλευρόμυλο Αλλατίνι πρέπει να ήταν το 1960-1961, όταν ένας γείτονας, ο κυρ-Τάκης, μας πήγαινε με τα πόδια, τον γιο του κι εμένα, να κάνουμε μπάνιο στο θρυλικό Καραμπουρνάκι. Τότε στρίβοντας από το Τέρμα Ντεπό, περνώντας το ρέμα και την κρεμαστή, από καραβόπανο, μάνικα της πυροσβεστικής, βγαίναμε στη Σοφούλη και αίφνης αναδυόταν μπροστά στα μάτια μας το εργοστάσιο Αλλατίνι με το ουρανόμηκες φουγάρο του, σαν να ήταν κάποιος επίφοβος, στοιχειωμένος Πύργος των πνευμάτων. Την πρώτη φορά που τον είδα σταμάτησα ασυναίσθητα και τον κοίταζα μη ξέροντας καν –ως παιδί– τι κτίσμα ήταν. Και εκείνη η πρώτη εντύπωση δέους λόγω του μεγέθους, και μετά λόγω της ιστορίας και των περιπετειών του εργοστασίου που συνδέθηκε άμεσα με την ιστορική και κοινωνική περιπέτεια της πόλης, παραμένει και τώρα ίδια μέσα μου.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 88 (Σεπτέμβριος 2024) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Πέρασε από την Τουρκοκρατία (χτίστηκε το 1898 από την οικογένεια Αλλατίνι), μετά την απελευθέρωση του 1912, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Πρώτο Παγκόσμιο, τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή, τον εμφύλιο κι έφτασε ασθμαίνοντας ως τα χρόνια μας. Τώρα είναι ένας νεκρός γίγαντας.
Είναι ένα κτίσμα που έχει σημαδέψει τη Θεσσαλονίκη για περισσότερα από εκατόν πενήντα χρόνια, ένα οικοδόμημα που κουβαλάει στα σπλάχνα του τη μνήμη και τη μοίρα χιλιάδων ανθρώπων που δούλεψαν εντός του σε πολύ διαφορετικές εποχές μεγαλείου και οδύνης τη πόλης. Είναι πια ένα μυθικό εργοστάσιο των δημητριακών της σαλονικιώτικης υπόστασης, ο μεγάλος μύλος της επιβίωσης και των μυστικών τουλάχιστον πέντε γενεών. Κείται εκεί, στοιχειωμένος, άδειος πια, με κενά παράθυρα και σπασμένα τζάμια στο έλεος του καιρού, παροπλισμένος, να χάσκει στο περιθώριο – ένα παραλληλόγραμμο μεγαλειώδες κέλυφος εξατμισμένου ιδρώτα, ξοδεμένου μόχθου και μυριάδων αναμνήσεων απ’ τις καταιγίδες των καιρών. Πέρασε από την Τουρκοκρατία (χτίστηκε το 1898 από την οικογένεια Αλλατίνι), μετά την απελευθέρωση του 1912, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Πρώτο Παγκόσμιο, τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή, τον εμφύλιο κι έφτασε ασθμαίνοντας ως τα χρόνια μας. Τώρα είναι ένας νεκρός γίγαντας με τα μέσα σου φαγωμένα, που επιμένει ορθός καταμεσής στη ζώσα πόλη, δίπλα στη λεωφόρο Γεωργίου Παπανδρέου και τη Σοφούλη, με την καμινάδα, το θρυλικό φουγάρο του των 35 μέτρων ύψος, το κάποτε διαρκούς πυράς, να στέκει ως οβελίσκος μνήμης ανθρώπων που ονειρεύτηκαν, κάποτε, μεγάλα όνειρα.
Μπήκα για πρώτη φορά μέσα στο Αλλατίνι τη δεκαετία του ογδόντα-ενενήντα. Είχε εκμετρήσει πια το ζην περνώντας από διάφορες φάσεις παραγωγής, συμφέροντα και ιδιοκτήτες, και ήταν πλέον περιφραγμένο, κλειστό, άδειο, με έναν φύλακα στην είσοδο. Είχαν, βέβαια, προλάβει να μπούνε λαθραία και να το λεηλατήσουν και να το μουτζουρώσουν διάφοροι με φριχτά γκράφιτι, εσωτερικά και εξωτερικά. Πήρα άδεια απ’ τον φύλακα και τρύπωσα εντός, στους τεράστιους άδειους χώρους που επί δεκαπέντε δεκαετίες έσφυζαν από ζωή, εργάτες, φωνές και πληθωρική παραγωγή. Εγκαταλελειμμένο εντελώς – βρέθηκα σε έναν μεγαλειώδη, κάπως σκοτεινό χώρο που ανέρχονταν σε πολλά επίπεδα και πατώματα χωρισμένα με σκάλες, διαδρόμους και σκαλωσιές που φαίνονταν να αντέχουν ακόμα. Ερείπια γύρω, σουβάδες, τούβλα, ξύλα, πολλά σκουπίδια, σκουριασμένα εργαλεία, τεράστια μηχανήματα εκτός λειτουργίας από χρόνια. Το Αλλατίνι είναι πανύψηλο, αν το βλέπεις εκ των ένδον, υποβλητικό, και εκπέμπει θολά ένα αίσθημα παρατημένου, μητροπολιτικού ναού. Γύρισα όλο τον ισόγειο χώρο, σπρώχνοντας χώματα και σκουπίδια μήπως βρω κατά τύχη κανένα παλιό, παρατημένο ντοκουμέντο – κι όντως, βρήκα διάφορα βιβλία τιμολογίων, συναλλαγών και διαφημίσεων, μισοχρησιμοποιημένα, φθαρμένα, μισοβρεγμένα, από τη χρήση των τελευταίων χρόνων. Βέβαια, ο σκοπός μου ήταν τα πραγματικά αρχεία του Αλλατίνι, τα επίσημα, μέσα από τα οποία, αν υπήρχαν, θα μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει έμμεσα την περιπέτεια της πόλης από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Οι σκαλωσιές και οι όποιες σκάλες φαινότανε ακόμα κάπως σταθερές, αλλά αυτό δεν ήταν καθόλου βέβαιο – υπήρχε κίνδυνος να πέσεις και να τσακιστείς αν ένα ξύλο είχε σαπίσει. Άρχισα, λοιπόν, να ανεβαίνω με μεγάλη προσοχή, πατώντας σε σκαλοπάτια και σε μαδέρια που δοκίμαζα από πριν με την άκρη του ποδιού, κρατημένος από διπλανά ξύλα και σίδερα, βήμα-βήμα. Τα πάντα έτριζαν και δεν θα άντεχαν για πολύ ακόμα – έφτασα, προχωρώντας πολύ αργά, ως τον δεύτερο όροφο. Διαγώνιες δέσμες φωτός έμπαιναν μαχαιρωτά από τα δεκάδες παράθυρα, σκόνη αιωρούνταν κι είχε αράχνες παντού. Ακούγονταν φτερουγίσματα περιστεριών που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους εντός. Το κυρίαρχο αίσθημα ήταν το δέος γι’ αυτό το τεράστιο εργοστάσιο των φαντασμάτων που κάποτε προμήθευε με αλεύρι σχεδόν όλη την πόλη, αλέθοντας και πλέκοντας, μέρες και νύχτες, τη μοίρα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε διάφορες εποχές. Στάθηκα εκεί ψηλά, στον δεύτερο όροφο (υπήρχαν κι άλλοι τρεις από πάνω), στην εγκατάλειψη και στη σιωπή, ανάμεσα σε ακατανόητα, λεηλατημένα μηχανήματα, ξύλινους διαδρόμους, πλατό και σιδερένιους δοκούς. Κοίταζα γύρω πασκίζοντας να καταλάβω, να νιώσω το περίπλοκο νόημα του χώρου – εδώ παράγονταν το μάνα μιας ολόκληρης πόλης, κάποτε. Δεν μπόρεσα να σταθώ πολύ, γιατί όλα έτριζαν και υπήρχε φόβος να γκρεμοτσακιστώ. (Να πεθάνουμε, αλλά όχι τόσο άδοξα.) Κατέβηκα με μεγάλη προσοχή πάλι, μέτρο μέτρο, σκαλί σκαλί, πιασμένος πάντα από κάπου δίπλα. Ξανάψαξα πιο προσεχτικά στο τεράστιο ισόγειο – βγαίνοντας ρώτησα τον φύλακα αν έχει υπόψη του πού φυλάγονται τα επίσημα αρχεία του Αλλατίνι. Μου έδειξε ένα πιο σύγχρονο, μικρό, ενισχυμένο κτίσμα στον χώρο του περίβολου και μου είπε πως για κάποιο καιρό τα κρατούσαν κλειδωμένα εκεί μέσα (κάτι τεράστια βιβλία λογαριασμών και συναλλαγών), αλλά πια τα έχουνε πάρει από τον φόβο της κλοπής ή της καταστροφής. Πού τα έχουν τώρα; ρώτησα, αλλά δεν ήξερε.
Στον ίδιο χώρο προϋπήρχε ένας γαλλικός ατμόμυλος από το 1854. Επ’ αυτού χτίστηκε ο κυλινδρόμυλος των αδελφών Αλλατίνι το 1898, σε σχέδια του φημισμένου αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι. Οι Ιταλοεβραίοι Αλλατίνι έφυγαν νωρίς από τη Θεσσαλονίκη, περί το 1911 (λόγω του Ιταλοτουρκικού Πολέμου) και ο μύλος άλλαξε διάφορα χέρια στην περιπετειώδη διαδρομή του, κάηκε δύο φορές και ξαναχτίστηκε επιβιώνοντας με άγχος ως τη δεκαετία του 1980, οπότε και παροπλίστηκε.
Γύρω στα 1998, που ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο Ουζερί Τσιτσάνης, μίλησα με κάποιον γείτονα που έμενε κοντά στο πατρικό μου, Τέρμα Χαριλάου, και είχε και ταβέρνα κάτω απ’ το σπίτι του, τον Παναγιώτη Πλαστήρα. Αυτός ήταν ήδη αρκετά ηλικιωμένος τότε και, νέος, είχε δουλέψει μέσα στον Μύλο του Αλλατίνι, στην παραγωγή, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, απ’ το 1942. Το εργοστάσιο το ήλεγχαν, βέβαια, απολύτως οι Γερμανοί, γιατί προμήθευε με αλεύρι όλα τα στρατεύματα κατοχής της πόλης. Ο νεαρός Πλαστήρας και άλλοι Έλληνες που δούλευαν τότε στο Αλλατίνι, για να επιβιώσουν, υπό το άγρυπνο βλέμμα αξιωματικών των Ναζί, κατόρθωσαν και έφτιαξαν μιαν υποτυπώδη ομάδα αντίστασης και βρήκαν έναν πονηρό τρόπο να μπλοκάρουν, να σταματούν ξαφνικά τα μηχανήματα, να σπάζουν τους ιμάντες, σαμποτάροντας έτσι την παραγωγή. Το πετύχανε δυο, τρεις φορές, οπότε ένας έξυπνος Γερμανός αξιωματικός και πολύ σκληρός, κάποιος Όττο, κατάλαβε τον τρόπο που δρούσαν και πιάνει τον Πλαστήρα κι άρχισε να τον δέρνει με μαστίγιο επί δύο μέρες σχεδόν ασταμάτητα. Κατόπιν, μισοπεθαμένο, τον διατάζει να κάνει και δυο μεροκάματα συνεχόμενα, χωρίς ανάπαυση – τα ανάλογα υπέφεραν και οι λοιποί της ομάδας.
Kάθε φορά που περνώ από τη Γεωργίου Παπανδρέου με το αυτοκίνητο, δίπλα απ’ το Αλλατίνι, και το κοιτάζω πλάγια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, νιώθω το ίδιο δέος με τη μέρα που το πρωτοείδα, εξήντα χρόνια πριν.
Το Αλλατίνι ήταν κρίσιμο για τη διατροφή, για το καθημερινό ψωμί των στρατευμάτων κατοχής και οι Ναζί του ασκούσαν ασφυκτικό έλεγχο – αλλά και σε κάθε εποχή το εργοστάσιο αυτό ήταν η βασική τροφός της πόλης και θα υπάρχουν άπειρες ιστορίες ανθρώπων που δούλεψαν κατά καιρούς σε αυτό, ιδίως σε οδυνηρές εποχές, ιστορίες που δυστυχώς δεν έχουν καταγραφεί κι έχουν χαθεί. Πολύ κοντά στο εργοστάσιο βρίσκεται και η βίλα Αλλατίνι, όπου στεγάζεται σήμερα η νομαρχία, και είναι άλλο ένα μνημείο συμπυκνωμένης ιστορίας. Για τη βίλα Αλλατίνι και τη φυλάκιση σε αυτήν από το 1909 ως το 1912 του τελευταίου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β΄ έγραψε πρόσφατα ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα (Στη ράχη της τίγρης) ο εξέχων Τούρκος συνθέτης και συγγραφέας Ζουλφί Λιβανελί, που παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου της Θεσσαλονίκης.
Ακόμα και τώρα, κάθε φορά που περνώ από τη Γεωργίου Παπανδρέου με το αυτοκίνητο, δίπλα απ’ το Αλλατίνι, και το κοιτάζω πλάγια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, νιώθω το ίδιο δέος με τη μέρα που το πρωτοείδα, εξήντα χρόνια πριν: μια τεράστια κιβωτός συμπυκνωμένης ιστορίας, μυστικών, μεγαλείου και οδύνης, που παρήγε το στοιχειώδες της ζωής, το αλεύρι, επί ενάμιση αιώνα, δίνοντας ζωή στην πόλη. Στέκει διαπρεπές, έρημο, μέσα στον άρρωστο Χρόνο. Τάφος του εαυτού του. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν δεύτερος Λευκός Πύργος. Άλλοτε μου θυμίζει, με νόημα πολλαπλασιασμένο επί χίλια, τον στίχο εκείνον του Πάμπλο Νερούντα για τη γυναίκα του που της λέει:
«Ματίλντε Ουρρούτια, είσαι για μένα ουσιώδης σαν ένα ψωμάδικο».
Διαβάστε επίσης
- Αγγελική Κόγιου
- Θοδωρής Παζαρλόγλου
- Γιώργος Παπαδημητρίου