Πώς μια απίθανη παρέα έφερε το σόφτμπολ στη Θεσσαλονίκη

Home run στο Σέιχ Σου: Θεσσαλονικείς και Αμερικανοί συναντιούνται τις Κυριακές για να αθληθούν και να ριζώσουν ένα άθλημα σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα

Κυριακή πρωί με συννεφόκαμα. Πάνω από το Θέατρο Δάσους, με τη Θεσσαλονίκη… πιάτο στο βάθος, συναντάμε μια πολυεθνική ομάδα ανθρώπων σε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο. Παίζουν με πάθος ένα άθλημα που οι περισσότεροι εξ ημών γνωρίζουμε μόνο από αμερικανικές σειρές και ταινίες: Πρόκειται για το σόφτμπολ, την πιο «ελαφριά» εκδοχή του μπέιζμπολ. Πώς βρέθηκαν να παίζουν αυτό το «εξωτικό» άθλημα στις παρυφές της Θεσσαλονίκης;

Εν αρχή ην ένα ζευγάρι Αμερικανών συνταξιούχων

Στο κάτω μέρος του γηπέδου, ένας προπονητής με μαύρες φόρμες και κασκέτο περιγράφει στα αγγλικά, με αμερικανική προφορά, τη σωστή απόκρουση της μπάλας. Τον πλησιάζουμε σε μια ανάπαυλα της προπόνησης.

Είναι ο Patrick DeGravelles, συνταξιούχος δικηγόρος από την Καλιφόρνια. Εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη με τη σύζυγό του, Alison, πριν από μερικά χρόνια.

«Ξέραμε ότι ο παππούς κι η γιαγιά της Alison είχαν καταγωγή από τη Μικρά Ασία και ότι παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, η κόρη μας ήρθε για ένα κομμάτι των σπουδών της στην πόλη και αποφασίσαμε και εμείς να περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας εδώ».

O Patrick μαθαίνει στους παίκτες πώς να χειρίζονται σωστά το ρόπαλο. Μετά από επαφές με την ελληνική Εθνική Ομάδα μπέιζμπολ, το ζευγάρι αποφάσισε να φέρει το αμερικανικό άθλημα –ή έστω το «αδερφάκι» του– στη Θεσσαλονίκη.

Μια άλλη παίκτρια, η Alissa Hunnicutt, ακολούθησε τον ελληνικής καταγωγής σύντροφό της, Jacob Cook στη Θεσσαλονίκη πέρυσι από την Ουάσινγκτον. Σπουδάζει βιολογία στο ACT και, όπως και o Patrick, απολαμβάνει την κουλτούρα, το φαγητό και τα τοπία της χώρας μας.

Της αρέσει που οι Θεσσαλονικείς αγαπούν το περπάτημα. «Πάντα σε σύγκριση με την Αμερική!», διευκρινίζει.

Οι παίκτες σε οικογενειακή φωτογραφία. Κάτω δεξιά η Alissa.

Γνώρισε τον Patrick πέρσι στο ACT και μαζί προσπάθησαν να διοργανώσουν έναν όμιλο σόφτμπολ εντός του πανεπιστημίου. Με αρκετή προσπάθεια κατάφεραν να συγκροτήσουν έναν σταθερό πυρήνα παικτών, με την ελπίδα ότι αυτός κάποτε θα εξελιχθεί σε κανονική ομάδα.

O John με το γιο του, Jacob.

Ένας από αυτούς είναι και ο John, ο πατέρας του Jacob, που προπονείται μαζί του. «Αν και 70 χρονών, το λέει η καρδούλα του! Τον διασκεδάζει αφάνταστα», λέει με υπερηφάνεια ο γιος του. «Διαλέξαμε το σόφτμπολ αντί του μπέιζμπολ επειδή απαιτεί λιγότερη ταχύτητα και επειδή επιτρέπει τις μικτές ομάδες. Είναι το ιδανικό σπορ για οικογένειες ή παρέες όλων των ηλικιών».

Μικρό γήπεδο, μεγάλοι στόχοι

Κάποια στιγμή, ο Patrick κατάλαβε ότι το εγχείρημα θα είχε καλύτερη τύχη εκτός του ACT. Μπήκε στο Google Earth και έψαξε για προσβάσιμες εκτάσεις με το κατάλληλο μέγεθος. Τελικά, εντόπισε αυτό το γήπεδο στο Σέιχ Σου.

«Είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά βολεύει. Προσπαθώ να διοργανώσω ένα τουρνουά το Σεπτέμβριο και τότε θα χρειαστούμε ένα γήπεδο με καλύτερο τερέν. Αλλά μέχρι τότε, αυτό είναι το μέρος μας», σχολιάζει.

Χρειάστηκαν, όμως, πατέντες. Για να μαρκάρει τις θέσεις όπου στέκονται υποχρεωτικά οι παίκτες, αξιοποίησε παλιά στρωματάκια αφρού και τις… ξυλοκοπτικές του ικανότητες, φτιάχνοντας μικρές ξύλινες ράβδους. Όσο για τις οριογραμμές του γηπέδου, ένα ανοιγμένο σακί με τριμμένη κιμωλία πλάι στον Patrick μάς δίνει την απάντηση.

Καλοί οι παίκτες, καλό το γήπεδο, αλλά χωρίς γάντια και ρόπαλα αγώνας σόφτμπολ δεν γίνεται. Σε αυτό βοήθησε ιδιαίτερα η διευθύντρια του Pinewood, Roxanne Giampampa, και η κεραμίστρια Christine Willis, της οποίας η οικογένεια συνδέθηκε στενά με την Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Η κ. Willis βρήκε και δώρισε στην ομάδα έναν σωρό από παλιά γάντια και ρόπαλα. Κάποια από αυτά έχουν ιστορία δεκαετιών. Ανήκαν σε ναύτες του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού που ξέκλεβαν λίγο χρόνο από την αποστολή τους στη Θεσσαλονίκη, παίζοντας μπέιζμπολ.

Μία «εκκεντρική» αλλά πολύ δεμένη ομάδα

Πέρα από τα δύο ζευγάρια Αμερικανών συμμετέχουν στο εγχείρημα Θεσσαλονκείς, αλλά και κάτοικοι της πόλης από χώρες όπως η Τουρκία και η Κούβα. Κάποιοι αποφάσισαν να μπουν στην ομάδα όταν είδαν τυχαία τους υπόλοιπους να παίζουν περνώντας από το σημείο.

Ένας από του Έλληνες αθλητές είναι ο Λάζαρος Μπουρουτζόγλου. Όπως οι περισσότεροι, ήρθε σε επαφή με το άθλημα μέσα από την ποπ κουλτούρα και το αγάπησε από παιδί. Για αυτή του την αγάπη έχει συναντήσει κάθε είδους αντιδράσεις:

«Το βρίσκουν λίγο… εκκεντρικό. Άλλοι εκφράζουν θαυμασμό, άλλοι περιέργεια, άλλοι με χλευάζουν και απορούν πώς “κοτζάμ μαντράχαλοι” ασχολούμαστε με ένα άθλημα “χωρίς μέλλον στην Ελλάδα”».

Ωστόσο, ο ίδιος δεν το αλλάζει με τίποτα: «Με τα μέλη της ομάδας είμαστε πλέον και πολύ καλοί φίλοι, αν και γνωριζόμαστε λίγο καιρό. Αυτή είναι η μαγεία. Δένεσαι πολύ γρήγορα, όταν περνάς τόσες ώρες με τον άλλον σε κάτι τόσο ξεχωριστό».

O Λάζαρος, σε θέση επιθετικού, έτοιμος να χτυπήσει την μπάλα που του πετά ο/η αντίπαλος.

Κάπως έτσι το βλέπει και ο Γιώργος Νάκας, που ακολούθησε το μεγαλύτερο αδερφό του, Κυριάκο, στην προπόνηση. Προσκαλεί τον κόσμο να δοκιμάσει ένα άθλημα ιδιαίτερο, που μπορεί να λειτουργήσει σαν πολύ καλή πηγή κοινωνικοποίησης και εκτόνωσης.

«Γνωρίζεις άτομα από όλο τον κόσμο και αναπτύσσεις κοινωνικές σχέσεις. Τα παιδιά είναι πολύ υποστηρικτικά. Θα σε υποστηρίξουν ακόμα και όταν δεν τα πας καλά».

Φυσικά, για τους Αμερικανούς το σόφτμπολ δεν είναι απλώς δραστηριότητα· είναι παράδοση και μνήμη.

Η Alissa θυμάται ακόμα τον ενθουσιασμό της όταν ανακάλυψε ότι κάπου στη Θεσσαλονίκη παιζόταν το άθλημα της πατρίδας της: «Μου θυμίζει την οικογένειά μου. Μια ζωή έβλεπα τους γονείς μου να παίζουν. Πώς να μην ασχοληθώ κι εγώ; Είναι στο αίμα μου».

Θεωρεί τιμή της το να μοιράζεται αυτήν την αθλητική κληρονομιά η με ανθρώπους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. «Δείχνει πόσο λίγα πράγματα μάς χωρίζουν εντέλει».

Ο Patrick διηγείται: «Μεγάλωσα μέσα στον αθλητισμό, έχοντας ως πρότυπο και τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια μου. Το μπέιζμπολ είναι όλη μου η ζωή. Ούτε που θυμάμαι πότε ξεκίνησα να παίζω. Υπάρχουν φωτογραφίες που με δείχνουν να παίζω νήπιο, σε ματς για τα οποία δεν έχω μνήμες πια».

Στόχος του είναι να φτάσουμε κάποτε να βλέπουμε περισσότερους Έλληνες παίκτες με τα χρώματα της Εθνικής μας Ομάδας. Αυτήν τη στιγμή υπάρχει μόνο ο 23χρονος Λουκάς Σούκερας. «Το άθλημα έχει απήχηση σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, όχι μόνο στις ΗΠΑ. Είναι καιρός αυτό να γίνει και στην Ελλάδα».

Ο Λάζαρος έχει ακόμα δρόμο για να φτάσει στη θέση του Σούκερα. Προς το παρόν, έχει δηλωθεί ως «ορφανός» παίκτης στα κιτάπια της Ελληνικής Ομοσπονδίας Μπέιζμπολ Σόφτμπολ, αφού τυπικά δεν ανήκει σε ομάδα. Προωθεί όσο μπορεί το σόφτμπολ… απλά παίζοντας.

«Το μεγαλύτερο ζητούμενο είναι να λυθεί η γραφειοκρατία, να μπουν λίγο πιο δυναμικά αυτά τα αθλήματα στα σχολεία. Όσο δεν γίνεται αυτό, τα παιδιά στερούνται ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι αλλά και μία πιθανή διέξοδο σε ένα περιβάλλον που τους λέει ότι αν δεν σ’ αρέσει το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ ή έστω το βόλεϊ, δεν έχεις μέλλον στον αθλητισμό».

Info: Περισσότερες πληροφορίες και πρόγραμμα προπονήσεων στην ομάδα Thessaloniki Softball/Baseball στο Facebook.

Διαβάστε επίσης

Το θρυλικό Γαλλικό Σχολείο συνοδεύει τη Θεσσαλονίκη από το 1906 μέσα από πολέμους, μεταμορφώσεις, καταστροφές και αναγεννήσεις
Η άγνωστη ιστορία της σύνδεσης της μνήμης της Πόλης με έναν νέο συνοικισμό στην Πυλαία
Μια βόλτα σε τέσσερα μικρά εργαστήρια και στους ανθρώπους τους που αγκάλιασαν την ήσυχη γειτονιά
Ο Νίκος Σισμανίδης δουλεύει από το 1962 στο πιο ευωδιαστό σημείο της Θεσσαλονίκης