«Είναι Ελληνίδες από την Αρμενία, που ήρθαν για επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη», εξηγεί η Γκιούλα Κασαπιάν, πρώην διευθύντρια του αρμένικου σχολείου, η οποία συνεχίζει να προσφέρει στην κοινότητα.
Βγαίνοντας από τις αίθουσες, οι επισκέπτριες από την Αρμενία περιεργάζονται τις κορνίζες στους τοίχους και τις καδραρισμένες παιδικές ζωγραφιές. Πλάι στην εικόνα του μνημείου της Γενοκτονίας των Αρμενίων (το Τσιτσερνακαμπέρντ) στο Ερεβάν, ασπρόμαυρα στιγμιότυπα χορευτών με παραδοσιακές φορεσιές και κολάζ με πρόσωπα αποφοίτων, αφηγούνται την ιστορία της αρμενικής κοινότητας.
«Είναι εντυπωσιακή η αλληλεπίδραση και η πολιτισμική ζύμωση των δύο λαών μας. Από τον 18ο έως και τον 19ο αιώνα, πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν στην Αρμενία, για να δουλέψουν στα μεταλλεία της περιοχής. Οι γυναίκες αυτές είναι οι απόγονοι τους», λέει η κ. Κασαπιάν.
Στη Θεσσαλονίκη, υπάρχουν αναφορές ότι η αρμενική κοινότητα είναι παρούσα ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μία από τις μακροβιότερες παροικίες στον ελλαδικό χώρο. Τον 17ο αιώνα, ζούσε στην πόλη ένας μικρός πυρήνας εμπόρων και μικροβιοτεχνών. Το 1885, μετρούσε 35 οικογένειες, αποκτώντας μορφή οργανωμένης κοινότητας.
Σημαντικό ορόσημο αποτελεί το 1903, όταν η κοινότητα απέκτησε τον δικό της ναό, αφιερωμένο στην Παναγία, στην οδό Διαλέττη. Η ανέγερση είχε ξεκινήσει έπειτα από πολυετείς προσπάθειες της κοινότητας ήδη από τη δεκαετία του 1880.
Η μεγάλη πληθυσμιακή μεταβολή ήρθε μετά το 1915, όταν η άφιξη Αρμενίων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και αργότερα από τη Μικρά Ασία εκτόξευσε τον αριθμό των μελών της κοινότητας. Το κύμα αυτό οφείλεται στη Γενοκτονία από τις οθωμανικές αρχές, με μαζικές εκτοπίσεις, σφαγές και πορείες θανάτου, που είχαν στόχο την εξόντωση του αρμενικού πληθυσμού από τις πατρογονικές του εστίες, σε μία από τις πρώτες γενοκτονίες του 20ού αιώνα.
«Τότε ήρθαν περίπου 15.000 άνθρωποι και δημιουργήθηκαν διάφοροι μαχαλάδες: στη Χαριλάου, στην Τούμπα, μέχρι τις Συκιές και το λεγόμενο Αρμενοχώρι» λέει η κ. Κασαπιάν.
Η πρόσοψη της Αρμενικής Εκκλησίας της Παναγίας επί της οδού Διαλέττη σήμερα (αριστερά), και κατά τα θυρανοίξια το 1903.
Η επόμενη μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1946, όταν, μετά το κάλεσμα του Στάλιν για επαναπατρισμό, μεγάλος αριθμός Αρμενίων μετοίκησε στη Σοβιετική Αρμενία. «Για τους περισσότερους ήταν η πρώτη τους επαφή με την πατρίδα. Η λέξη “πατρίδα” αρκούσε για να επιστρέψουν». Υπολογίζεται ότι περίπου 4.600 Αρμένιοι αναχώρησαν τότε από τη Θεσσαλονίκη.
Η τελευταία άφιξη μεγάλου αριθμού Αρμενίων στη Θεσσαλονίκη σημειώθηκε μετά το 1990, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Σήμερα, στον νομό κατοικούν περίπου 14.000 Αρμένιοι.
Ο διαπεραστικός ήχος του κουδουνιού διακόπτει για λίγο τη συζήτηση, ενώ οι φωνές των παιδιών που βγήκαν για διάλειμμα καλύπτει τις δικές μας.
«Φέτος, 90 μαθητές παρακολουθούν κάθε Σάββατο μαθήματα αρμενικής γλώσσας, τα οποία διδάσκονται αποκλειστικά από πτυχιούχες εθελόντριες δασκάλες».
Πέρα από τη γλώσσα, η μουσική και ο χορός αποτελούν εξίσου σημαντικούς τρόπους διατήρησης της επαφής με τις ρίζες. Για ορισμένους νέους, για τους οποίους η αρμενική ταυτότητα παραμένει προτεραιότητα, αυτή η σύνδεση καλλιεργείται ακόμη πιο ενεργά: δύο φορές την εβδομάδα συγκεντρώνονται στο υπόγειο του ίδιου κτιρίου και, υπό τους ήχους παραδοσιακών οργάνων (ντουντούκ, νταούλι και ζουρνά), χορεύουν αρμενικούς χορούς.
Η Άννα Τσατινιάν, 18 ετών και μαθήτρια της Γ’ Λυκείου, γεννήθηκε στην Ελλάδα από γονείς αρμενικής καταγωγής. Το γεγονός ότι μένει εκτός πόλης κάθε άλλο παρά αποθαρρυντικά λειτουργεί για την ανελλιπή συμμετοχή της στο χορευτικό συγκρότημα.
«Μου αρέσει που μαθαίνουμε χορούς και ερχόμαστε πιο κοντά στην κουλτούρα μας. Αυτό για μένα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα από το διάβασμα των Πανελλαδικών».
Η Άννα γνώρισε το Αρμενικό Παραδοσιακό Χορευτικό Συγκρότημα «Μασίς» (έχει πάρει το όνομά του από την ψηλότερη κορυφή του όρους Αραράτ) μέσω της μητέρας της, με την οποία ξεκίνησαν μαζί. «Πριν έρθω εδώ, δεν χόρευα ποτέ. Ντρεπόμουν. Η συμμετοχή μου στο συγκρότημα ήταν από τις καλύτερες αποφάσεις της ζωής μου».
«Αυτό το συγκρότημα αποτελεί ίσως τον μοναδικό τρόπο να διατηρήσω την αρμενική μου ταυτότητα»
Ραφαέλ Βαρνταζαριάν
Ανάμεσα στους χορευτές συναντάμε τη Sira, μια νεαρή Αρμένισσα που μεγάλωσε στη Μασσαλία, όπου μετανάστευσαν οι γονείς της όταν εκείνη ήταν τριών ετών. Πριν από τέσσερα χρόνια επισκέφτηκε την Ελλάδα για διακοπές και έκτοτε μένει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.
«Από την πρώτη στιγμή που ήρθα στην πόλη αναζήτησα την αρμενική κοινότητα και συμμετείχα στο χορευτικό συγκρότημα. Έτσι νιώθω ότι επανασυνδέομαι με την οικογένειά μου και τον τόπο μου, και διατηρώ ζωντανή την ιστορία μας». Οι αγαπημένοι της χοροί είναι οι γυναικείοι: στητοί ώμοι, περίτεχνες κινήσεις χεριών και αργά βήματα.
«Όταν χορεύω νιώθω περηφάνια και αγάπη».
Συντονιστής της ομάδας και χοροδιδάσκαλος είναι ο Ραφαέλ Βαρνταζαριάν, με πολυετή εμπειρία ως χορευτής. «Για μένα, που έχω γεννηθεί στην Ελλάδα και έχω περάσει εδώ όλη μου τη ζωή, αυτό το συγκρότημα αποτελεί ίσως τον μοναδικό τρόπο να διατηρήσω την αρμενική μου ταυτότητα».
Ο Ραφαέλ πατάει το play και οι χορευτές πιάνονται χέρι-χέρι. Δίνει το σύνθημα και ο χορός ξεκινά.
«Οι περισσότεροι χοροί είναι ομαδικοί και κυκλικοί, κάτι που συμβολίζει την ενότητα του λαού μας. Χαρακτηρίζονται από ρυθμικά βήματα και έντονο συγχρονισμό. Διακρίνονται σε γυναικείους, αντρικούς και μεικτούς, ενώ πολλοί από αυτούς αφηγούνται πολεμικές, ερωτικές ή αγροτικές ιστορίες».