Εκατό χρόνια από την ίδρυση του ΑΠΘ, είκοσι πέντε χρόνια λειτουργίας του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών, μια μεγάλη έκθεση με έργα της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ και της ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ του Ντίνου Χριστιανόπουλου αποτελούν μια συναστρία επετειακών και τιμητικών γεγονότων που είναι φυσικό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να άπτονται και της προσωπικής διαδρομής κάποιων από εμάς. Οι λέξεις του τίτλου της εισήγησής μου, «προτείνω», «πραγματοποιώ» και «εμπειρίες», προϊδεάζουν γι’ αυτόν ακριβώς τον προσωπικό τόνο, που είναι σχεδόν αναπόφευκτος σε μια κατάθεση μαρτυριών και αναμνήσεων στο πλαίσιο της προφορικής ιστορίας.
Επειδή όλες οι εκδηλώσεις του επετειακού αυτού κύκλου γίνονται με επίκεντρο το Τελλόγλειο, επιτρέψτε μου να αρχίσω με μια σύντομη αναφορά στις πρώτες του ημέρες, σε μια άγνωστη στους πολλούς, προ της λειτουργίας του, φάση. Ήταν το καλοκαίρι του 1971 όταν, ενώ έληγε η στρατιωτική μου θητεία, με δέχθηκε ως βοηθό του στην Έδρα της Μεσαιωνικής και Νεωτέρας Τέχνης της Δύσεως ο αείμνηστος καθηγητής Χρύσανθος Χρήστου. Φίλος του ζεύγους Νέστορα και Αλίκης Τέλλογλου, και γνωρίζοντας την πρόθεσή τους να δωρίσουν τη συλλογή τους στο ΑΠΘ, μου ανέθεσε να κάνω μια καταγραφή των έργων, επειδή για την έναρξη της διαδικασίας αποδοχής της δωρεάς βασική προϋπόθεση ήταν η ασφάλισή τους — στην εταιρεία ΑΣΤΗΡ τότε.
Έτσι, για δύο σχεδόν μήνες βρισκόμουν καθημερινά στην οικία Τέλλογλου, επί της οδού Αριστοτέλους, καταγράφοντας, σε μια φιλόξενη ατμόσφαιρα, το περιεχόμενο της συλλογής, που ήταν ποικίλο: πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, χαρακτικά και γλυπτά Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, κεραμικά, κομμάτια λαϊκής τέχνης, τεχνουργήματα εξωευρωπαϊκών πολιτισμών κ.ά. Αν και νέος και άπειρος, θυμάμαι ότι είχα κάποιες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις γύρω από τους τίτλους ορισμένων έργων και την απόδοσή τους στον τάδε ή τον δείνα δημιουργό, αλλά τον τελευταίο λόγο τον είχε πάντοτε η Αλίκη, και αυτό δεν άλλαζε με τίποτα.
Με την ίδρυση του Τελλογλείου, ο Χρήστου ορίστηκε Γενικός Γραμματέας του πρώτου ΔΣ και έτσι, ένα μέρος της γραφειοκρατικής ρουτίνας, όπως η καθαρογράφηση των πρακτικών των συνεδριάσεων και η αλληλογραφία με καλλιτέχνες, συντηρητές και εμπόρους έργων τέχνης, περνούσε από τα χέρια μου. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τα πρώτα κονδύλια που διέθεσε το ΑΠΘ συντηρήθηκαν επειγόντως ορισμένα έργα και αγοράστηκαν μερικά από τα πιο αξιόλογα της σημερινής συλλογής.
***
Η ΤΕΧΝΗ, αυτό το ανεπανάληπτο τόλμημα της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, ξάφνιασε όχι μόνο την πολιτιστικά άνυδρη και αναιμική τότε Θεσσαλονίκη, αλλά και όλη σχεδόν την επίσης πολιτιστικά υποτονική —σε επίπεδο θεσμών εννοώ— Β. Ελλάδα. Θα την όριζε κανείς ως μια εστία, έναν τόπο συνάντησης: α) των εκάστοτε μελών του ΔΣ που είχαν ένα όραμα και μια διάθεση προσφοράς, β) των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών που ανταποκρίνονταν στις προσκλήσεις του ΔΣ και γ) του κοινού που γέμιζε ασφυκτικά τους χώρους των εκδηλώσεων. Αυτές αφορούσαν τις εικαστικές τέχνες, τον λόγο, τη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία κ.ά.
Το κύρος που προσέδιδαν στην ΤΕΧΝΗ ήδη από την ίδρυσή της, το 1951, τα βαριά ονόματα των Λίνου Πολίτη, Μανόλη Ανδρόνικου, Αγαπητού Τσοπανάκη, Γιάννη Τριανταφυλλίδη, Δημήτρη Φατούρου, Δημήτρη Μαρωνίτη, Παύλου Ζάννα, Γιώργου Σαββίδη, Νίκου Μπακόλα και άλλων, σε συνδυασμό με την ανυποχώρητη στάση τους απέναντι στην ποιότητα, καθιστούσε αυτονόητη τη θετική απάντηση σε κάθε της πρόσκληση. Από τον μακρύ κατάλογο των ομιλητών ας ακούσουμε μερικά ονόματα κορυφαίων στον τομέα τους πνευματικών ανθρώπων: Γιώργος Σεφέρης, Ευάγγελος Παπανούτσος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Παναγιώτης Μιχελής, Άγγελος Τερζάκης, Γιώργος Θεοτοκάς, Ανδρέας Καραντώνης, Τάσος Αθανασιάδης, Μάριος Πλωρίτης, Νίκος Σβορώνος, Κίτσος Μακρής, Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδου, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Κ. Θ. Δημαράς, Αλέξης Μινωτής, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Μενέλαος Παλάντιος, Ιάννης Ξενάκης, Αντώνης Σαμαράκης, Δημήτρης Χατζής, Τίτος Πατρίκιος, Μανόλης Χατζιδάκις, Μποστ, εκατοντάδες μουσικοί, περισσότεροι από 500 καλλιτέχνες.
Η ΤΕΧΝΗ ήταν η ομπρέλα που σκέπαζε όλα σχεδόν τα ζητούμενα της πνευματικής ζωής, ένας προβολέας που φώτιζε ακόμη και τις πιο υποφωτισμένες περιοχές της. Ειδικά οι καλλιτέχνες δεν έβρισκαν μόνο έναν χώρο για να εκθέσουν ατομικά ή ομαδικά τα έργα τους, αλλά και τη δυνατότητα της επαφής με τους ομοτέχνους τους και με το κοινό, με ό,τι αυτό σήμαινε για την ώσμωση και τη γέννηση καινούριων ιδεών. Έγραφε το περιοδικό Η Τέχνη στη Θεσσαλονίκη: «Το εντευκτήριο πρέπει να γίνει η αγαπημένη ζεστή γωνιά, όπου θα βρίσκουμε τους φίλους για να συζητήσουμε βλέποντας ένα έργο τέχνης, ακούγοντας έναν δίσκο ή διαβάζοντας ένα άρθρο».
Το 1977 ο Χρύσανθος Χρήστου, έχοντας ήδη από το προηγούμενο έτος αναλάβει την προεδρία του ΔΣ της ΤΕΧΝΗΣ, την οποία μετά από μια εικοσιπενταετία παρέδωσε ο Λίνος Πολίτης, μου πρότεινε να θέσω υποψηφιότητα για μέλος του ΔΣ. Μετά την εκλογή μου παρέμεινα για μία περίπου δεκαετία, με πρόεδρο από το 1979 την αξέχαστη Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος —γνωστή και για τον πρωτοποριακό της ρόλο στην καθιέρωση της προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα— και στις λοιπές θέσεις, μεταξύ άλλων, τον ακάματο Μωρίς Σαλτιέλ, τον Πάνο Μουλλά, τον Νίκο Νικονάνο, τον Νικηφόρο Παπανδρέου, τη Βάσω Τοκατλίδου, τον Δημήτρη Δημητριάδη και τον Δημήτρη Ιωάννου.
***
Θέλω στο σημείο αυτό, επιστρέφοντας στον τίτλο της εισήγησης, να υπογραμμίσω κάτι που έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της ΤΕΧΝΗΣ: το ΔΣ της ήταν μεν ένα συλλογικό όργανο, αλλά η απόδοσή του βασιζόταν αποκλειστικά σχεδόν στην ατομική πρωτοβουλία των μελών του. Αυτό σήμαινε ότι, όταν το κατά τομέα αρμόδιο μέλος πρότεινε μια εκδήλωση, επωμιζόταν πλήρως και τη διεκπεραίωσή της. Είναι βέβαια φανερό ότι, από άποψη ανάλωσης χρόνου και ενέργειας, είχε διαφορά το να προγραμματίσει κανείς μια διάλεξη ή ένα ρεσιτάλ πιάνου από το να οργανώσει μια έκθεση στον τομέα των εικαστικών, ο οποίος και πέρασε στη δική μου ευθύνη το 1979. Ήταν ένας τομέας ιδιαιτέρως σύνθετος, λόγω ακριβώς της υλικότητας των έργων τέχνης, που απαιτεί διαφορετικούς χειρισμούς πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το γεγονός. Με όσα θα εκθέσω λίγο παρακάτω, πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό θα ταυτιστούν και όσα μέλη ανέλαβαν κάτι παρόμοιο στην πορεία της θητείας τους.
Το πρώτο ζήτημα που με απασχόλησε ήταν η αξιοποίηση των 80 περίπου χαρακτικών που είχε τότε στην κατοχή της η ΤΕΧΝΗ. Τοποθετήθηκαν σε πλαίσια, κατασκευάστηκαν κιβώτια για τη συσκευασία τους και, από το 1981, με τη βοήθεια της ΣΕΕΣΒΕ, της Συντονιστικής Επιτροπής Εκπολιτιστικών Σωματείων Βορείου Ελλάδος, περιόδευσαν σε πολλές πόλεις και κωμοπόλεις. Ένα συνοδευτικό τευχίδιο, που διανεμόταν δωρεάν κατά χιλιάδες, περιείχε μια χρήσιμη —για το αμύητο κοινό— εισαγωγή στην τέχνη της χαρακτικής και τις κατηγορίες της, ξυλογραφία, χαλκογραφία, λιθογραφία, καθώς και στοιχεία για την εξέλιξή της στην Ελλάδα. Τα χαρακτικά, είτε με αγορές έναντι συμβολικού τιμήματος είτε με δωρεές, έφτασαν τελικά σχεδόν τα 400.
Το 1981, σε συνέχεια δύο άλλων σχετικών εκθέσεων που είχαν πραγματοποιηθεί επί προεδρίας Χρήστου —«Δώδεκα ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης» το 1975 και «Ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης της μεταπολεμικής γενιάς 1940-1955» το 1978—, φιλοξενήθηκε στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου η έκθεση «Ζωγραφική και γλυπτική στη Θεσσαλονίκη 1978-1981». Για τη διοργάνωσή της χρειάστηκε η επίσκεψη στα εργαστήρια των περισσότερων καλλιτεχνών —συμμετείχαν 38 με συνολικά 90 έργα— και η έκδοση καταλόγου με ένα εισαγωγικό κείμενο και βιογραφικά.
Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της ΤΕΧΝΗΣ υπήρχε μια παράδοση συνεργασίας με την Εθνική Πινακοθήκη, με πιο πρόσφατη τότε έκφανσή της τις εκθέσεις «Μορφές και δημιουργοί της νεοελληνικής ζωγραφικής» και «Από τη ζωγραφική της γενιάς του Μεσοπολέμου», που πραγματοποιήθηκαν το 1977 με πρωτοβουλία του Χρήστου. Πρότεινα λοιπόν στο ΔΣ, και έγινε δεκτό, να συνεχιστεί η συνεργασία, αλλά η επιλογή των έργων ζωγραφικής του 19ου και 20ού αιώνα να γίνει σε θεματική βάση, με πρώτη ενότητα τα ηθογραφικά θέματα.
***
Επανέρχομαι τώρα στο τι ακριβώς σήμαιναν το «προτείνω» και το «πραγματοποιώ»:
1. Διαπραγμάτευση με την Εθνική Πινακοθήκη για την αρχική έγκριση.
2. Κάθοδος στην Αθήνα, εργασία στις αποθήκες της Πινακοθήκης, όπου στεγαζόταν πλέον και η Συλλογή Κουτλίδη, επιλογή των έργων και συζήτηση με τον διευθυντή για την τελική έγκριση.
3. Μέριμνα για την ασφάλιση και μεταφορά των έργων.
4. Έκδοση ενός εικονογραφημένου τεύχους με σχετικό κείμενο, κατάλογο καλλιτεχνών και έργων. Η έκδοση με το λινοτυπικό σύστημα καθιστούσε τότε πολύ πιο χρονοβόρα τη σελιδοποίηση και τις διορθώσεις των δοκιμίων, απαιτώντας φυσικά πολλά πήγαινε-έλα στο τυπογραφείο.
5. Στήσιμο της έκθεσης, οργάνωση των εγκαινίων και παρουσίασή της στο κοινό.
6. Συνεντεύξεις για την προώθηση της έκθεσης στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
7. Συνεννοήσεις με τις διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τις ξεναγήσεις μαθητών. Τις εκθέσεις αυτές, που διαρκούσαν έναν έως δύο μήνες, εκτός από το γενικό κοινό, επισκέπτονταν γύρω στους 5.000 μαθητές.
8. Τέλος, κατέβασμα της έκθεσης, συσκευασία των έργων και επιστροφή τους στην Εθνική Πινακοθήκη, με αυτονόητη την απαιτούμενη γραφειοκρατική μέριμνα.
Σε όλα σχεδόν τα στάδια που περιέγραψα, όχι μόνον εγώ αλλά και τα άλλα μέλη του ΔΣ που αναλάμβαναν εκδηλώσεις αισθανόμασταν διαρκώς ότι κάποιος μας κυνηγούσε, μερικές φορές από τα ξημερώματα. Ήταν ο Μωρίς Σαλτιέλ, η ψυχή της ΤΕΧΝΗΣ, εκείνος που κατά τον Χριστιανόπουλο «φλεγόταν από οράματα και δούλεψε υπεράνθρωπα για την πραγματοποίησή τους».
Δύο χρόνια μετά τα «Ηθογραφικά θέματα», στον άξονα των θεματικών εκθέσεων και ακολουθώντας την ίδια ακριβώς διαδικασία, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε η έκθεση «Τοπιογραφία», που παρουσίασε 35 έργα 32 καλλιτεχνών. Στις δύο εκθέσεις, ανάμεσα σε άλλους, συμπεριλαμβάνονταν οι Θεόδωρος Βρυζάκης, Νικόλαος Γύζης, Γεώργιος Ιακωβίδης, Πολυχρόνης Λεμπέσης, Νικηφόρος Λύτρας, Συμεών Σαββίδης, Βασίλειος Χατζής, Ιωάννης Αλταμούρας, Αγήνωρ Αστεριάδης, Επαμεινώνδας Θωμόπουλος, Βικέντιος Λάντσας, Κωνσταντίνος Μαλέας, Μιχάλης Οικονόμου, Σπύρος Παπαλουκάς και Γεώργιος Ροϊλός.
Πίστευα πως μεγάλο θα ήταν το όφελος για την πόλη ή, γιατί όχι, και για άλλες πόλεις της Β. Ελλάδας, αν βρισκόταν κάποιος τρόπος ώστε ορισμένες από τις εκθέσεις της Εθνικής Πινακοθήκης να μη μένουν μόνο στην Αθήνα. Όμως η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου προσέκρουε σε δύο τουλάχιστον εμπόδια: στην οικονομική δαπάνη, που υπερέβαινε τις δυνατότητες της ΤΕΧΝΗΣ, και στην έλλειψη κατάλληλου χώρου, με ικανό μέγεθος και προδιαγραφές ασφαλείας.
Αν πρέπει να κάνω εδώ έναν σύντομο απολογισμό, θα επαναλάβω ότι, σε μια περίοδο πολιτιστικής καχεξίας για την περιφέρεια και σε ένα πεδίο αγεώργητο, υποκαθιστώντας δημόσιους φορείς, ακόμη και το ίδιο το Σχολείο, η ΤΕΧΝΗ προσέφερε γενναιόδωρα καλλιτεχνική παιδεία και αισθητική καλλιέργεια. Το 1962, ο Άγγελος Τερζάκης, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών λειτουργίας της, έγραψε: «Αν υπάρξει κάποτε μια πραγματική Ιστορία του πολιτισμού σαν πνευματικού κινήματος στη σύγχρονη Ελλάδα, θα πρέπει να αφιερώσει στην ΤΕΧΝΗ ένα ξεχωριστό κεφάλαιο… Εστίες πολιτισμού τέτοιες ανήκουν στη βαθιά Ιστορία, που τα λαμπρότερα κεφάλαιά της είναι πάντοτε τα πιο κρυφά».
*Το κείμενο του κ. Χαραλαμπίδη δημοσιεύεται κατόπιν αδείας. Φιλοξενείται στην ειδική έκδοση του Τελλογλείου Ιδρύματος «Επιστημονικές Ημερίδες – “Τέχνη” & “Διαγώνιος” – Προσεγγίσεις στο έργο τους», η οποία παρουσιάστηκε στο Τελλόγλειο στις 3 Ιουνίου.
* Ο Άλκης Χαραλαμπίδης είναι Ιστορικός της Τέχνης, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ