Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με πλούσια πολιτιστική μνήμη και έντονη μουσική παράδοση, η οποία όμως συχνά εκφράζεται αποσπασματικά και χωρίς συνέχεια σε επίπεδο θεσμών. Γι’ αυτό η εικόνα της Αποθήκης Δ στο Λιμάνι, γεμάτης επί τέσσερις συνεχόμενες ημέρες, είχε κάτι παραπάνω από συμβολική αξία.
Από τις 20 έως τις 23 Νοεμβρίου, το Open Jazz Festival έδειξε ότι μια σύγχρονη μουσική διοργάνωση μπορεί όχι μόνο να βρει κοινό αλλά και να το εμπνεύσει. Το sold out σε όλες τις ημέρες, σε ένα είδος όχι αμιγώς δημοφιλές, ήταν η πρώτη σαφής ένδειξη ότι το φεστιβάλ πέτυχε το στοίχημά του.
Η δύναμη του προγράμματος ήταν η ποικιλία του. Σαράντα καλλιτέχνες από επτά χώρες, σε συνδυασμό με μια εξαιρετική ομάδα Ελλήνων μουσικών, παρουσίασαν έντεκα συναυλίες που κινήθηκαν από την electronica και τη fusion έως τη βαλκανική και την afro jazz. Η καλλιτεχνική επιμέλεια έδωσε συνοχή, κατεύθυνση και έναν σαφή δημιουργικό άξονα. Αποδείχθηκε ότι μια προσεκτικά στημένη διοργάνωση μπορεί να αναδείξει ακόμη και απαιτητικά μουσικά είδη, όταν αυτά προβάλλονται με τρόπο ανοιχτό και σύγχρονο.
Το Open Jazz Festival ήρθε σε μια περίοδο όπου η Θεσσαλονίκη κάνει σταδιακά βήματα για να ενισχύσει τη θέση της στον πολιτιστικό χάρτη. Δράσεις που αναδεικνύουν δημόσιους χώρους, η επαναξιοποίηση σημείων του Λιμανιού και η στήριξη μικρότερων φεστιβάλ δείχνουν μια διάθεση αναζήτησης νέων μορφών πολιτιστικής ζωής. Οι προσπάθειες αυτές συχνά παραμένουν αποσπασματικές, ωστόσο μαρτυρούν ότι η πόλη διαθέτει το υλικό για να οικοδομήσει μια πιο συνεκτική πολιτιστική ταυτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, το Open Jazz Festival πρόσθεσε μια διοργάνωση με πραγματική ουσία και προοπτική.
Αν το φεστιβάλ θέλει να αποκτήσει μόνιμη θέση στη ζωή της πόλης, χρειάζεται να απλωθεί πέρα από έναν μόνο χώρο. Η Αποθήκη Δ ήταν ιδανική αφετηρία, όμως οι μεγάλες σκηνές, όπως το Μέγαρο Μουσικής, το ΚΘΒΕ, το Ολύμπιον, οι αποθήκες στο Λιμάνι ή η Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, μπορούν να φιλοξενήσουν διεθνή ονόματα. Υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθεί η ποιότητα της καλλιτεχνικής επιμέλειας και το άνοιγμα σε σημαντικούς δημιουργούς, τέτοιοι χώροι μπορούν να λειτουργήσουν ως πόλοι έλξης για ευρύτερο κοινό, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της διοργάνωσης.
Παράλληλα, η πόλη διαθέτει δημόσιους χώρους ιδανικούς για μικρότερα σχήματα και παράλληλες δράσεις. Η Νέα Παραλία, ο Λευκός Πύργος, η Άνω Πόλη, τα Κάστρα, η πλατεία Άθωνος ή ο πεζόδρομος της Αγίας Σοφίας μπορούν να συνθέσουν μια διακριτή μουσική διαδρομή, αναδεικνύοντας γειτονιές που συχνά μένουν εκτός του πολιτιστικού χάρτη. Η πλατεία Αριστοτέλους απουσιάζει εδώ συνειδητά, καθώς παραδοσιακά επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος των μαζικών εκδηλώσεων· ίσως ήρθε η ώρα η πόλη να δοκιμάσει νέους χώρους που μπορούν να αποκτήσουν δική τους ζωή και χαρακτήρα.
Καθοριστικό ρόλο σε μια τέτοια εξάπλωση μπορούν να έχουν και πολιτιστικοί φορείς, συλλογικότητες πολιτών και οργανισμοί με ενεργή παρουσία στον δημόσιο χώρο. Η συμβολή τους δεν χρειάζεται να είναι βαριά ή θεσμοκεντρική. Ακόμη και η υιοθέτηση μιας συναυλίας, η διοργάνωση ενός μικρού εργαστηρίου ή η φιλοξενία μιας παράλληλης δράσης θα μπορούσε να προσδώσει βάθος στη διοργάνωση και να ενισχύσει τη σύνδεσή της με όσους παράγουν και στηρίζουν τον πολιτισμό στην πόλη.
Ένα δεύτερο επίπεδο αφορά τη συνεργασία με τους ίδιους τους χώρους της Θεσσαλονίκης. Γκαλερί, βιβλιοπωλεία, μικρές σκηνές, cafés και χώροι τέχνης μπορούν να φιλοξενήσουν ζωντανές μουσικές συναντήσεις. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, από τις Βρυξέλλες μέχρι το Άμστερνταμ, η διασπορά των δράσεων μέσα στον αστικό ιστό είναι το στοιχείο που δίνει σε ένα φεστιβάλ αίσθηση πόλης και όχι απλώς χαρακτήρα κεντρικού event. Παράλληλα, τέτοιες πρωτοβουλίες ενισχύουν την τοπική ζωή, χωρίς να αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των γειτονιών.
Τέλος, η δημιουργία ενός μεγάλου υπαίθριου χώρου, δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής, στην πανεπιστημιούπολη του ΑΠΘ ή στον υπαίθριο χώρο της ΔΕΘ, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο συνάντησης του φεστιβάλ. Ένα απλό, ανοιχτό stage με βασικές υποδομές, όπου ο κόσμος θα μπορεί να απολαμβάνει τη μουσική χωρίς επισημότητες. Ένας φιλικός αστικός χώρος που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες.
Όλα αυτά μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς να επιβαρυνθεί η καθημερινότητα της πόλης και χωρίς εκτεταμένες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Με σωστό συντονισμό και ένα ενιαίο πρόγραμμα που παρουσιάζει καθαρά τα σημεία των δράσεων, το φεστιβάλ μπορεί να αποκτήσει πραγματική αστική ταυτότητα και διάρκεια. Η πρόκληση δεν είναι να γίνει μεγαλύτερο με όρους έντασης ή μαζικότητας, αλλά να μεγαλώσει με μέτρο, ποιότητα και συνέπεια.
Το Open Jazz Festival ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Έδειξε ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει κοινό, χώρους και δυναμική για σύγχρονες μουσικές διοργανώσεις. Αν συνεχίσει με εξωστρέφεια, στρατηγική και καλλιτεχνική συνέπεια, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν θεσμό που θα ενισχύσει ουσιαστικά τη μουσική και πολιτιστική ζωή της πόλης.
Ο Χρήστος Αβδελλάς είναι σύμβουλος στην Α’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και σύμβουλος ευρωπαϊκών πολιτικών.