Το να κυκλοφορήσεις στο κέντρο σήμερα αποδεικνύεται πράγμα δύσκολο. «Έχει μαζευτεί μπουλούκι γωνία Βενιζέλου και Ερμού», ακούω από ένα ταξί στο φανάρι. Από εκείνο το πυκνό σημείο, πολλά χρόνια πριν, ξεπήδησε διαστελλόμενο το αληθινό πρόσωπο του παρακράτους. Πραγματοποιείται κάποιου είδους τελετή, τα φλας ανάβουν μανιωδώς και διάφοροι κύριοι σφίγγουν ο ένας το χέρι του άλλου με τρομερή δύναμη. Παραδίπλα, λειτουργεί με απίστευτη αποτελεσματικότητα η μεταφορά ανακριβών λεπτομερειών από στόμα σε στόμα – κανείς δεν φαίνεται να ξέρει τι ακριβώς είναι αυτό το Σημείο Ζ.
Σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι μια πραγματική Ουδετερούπολη. Το πρόσωπο της ημέρας είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες όλων των εποχών, ο Κώστας Γαβράς. Η κίνηση των δρόμων ποσώς ενδιαφέρεται και περί άλλων τυρβάζει: το επίκεντρο της προσοχής είναι μια θέση για παρκάρισμα που άνοιξε λίγο πιο πάνω στη Βενιζέλου. «…θυμήθηκε όλες αυτές τις μάσκες του ουδέτερου κόσμου, που όδευαν, αδιάφοροι, ο καθένας μες στη γιωταχί απομόνωσή του, σ’ έναν σκοπό παράλογο και άσχετο απ’ τον δικό του». Ένα μηχανάκι καβαλάει το πεζοδρόμιο και πηγαίνει ανάποδα στην Ερμού – κι ένα τρίκυκλο στη Βενιζέλου. Χρόνια πριν.
Μου έρχεται άρωμα ψαραγοράς από το Καπάνι. Ομολογώ ότι τα πλάνα της ταινίας του Γαβρά δεν μου θυμίζουν καθόλου την πόλη μου. Μέσα απ’ τις σελίδες του Ζ του Βασιλικού βγαίνει μυρωδιά Θεσσαλονίκης, ίδια κι απαράλλαχτη μ’ αυτή που με μεγάλωσε. Κάπου εδώ έκαναν πιάτσα ο Γιάγκος, ο Βάγγος κι όλοι οι μεταφορείς. Κάπου εδώ είχε το μαγαζί του ο μαστρο-Κώστας. Κάπου εδώ απέναντι ήπιαν τις ρετσίνες τους κι έφαγαν τις μπουγάτσες τους ο Γιάγκος κι ο Αρχηγόσαυρος και δώσανε τα χέρια. Αυτό είναι το μέρος, με λίγα παραπάνω χρόνια στην πλάτη του.
Οι τίτλοι των ενοτήτων του Ζ του Βασίλη Βασιλικού — ίχνη μιας αφήγησης που επιστρέφει διαρκώς στη Θεσσαλονίκη. Δεξιά, το εξώφυλλο του βιβλίου.
Λίγες μόλις ώρες μετά την τελετή χωροθέτησης, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου, Ερμού και Σπανδωνή είναι όλα γαλήνια – ουδέτερα. Μια κυρία χαζεύει φορέματα στις βιτρίνες. Ένα γυμνασιόπαιδο ακούει δυνατά μουσική από ένα μικρό ηχείο. Ένας παππούς με παρατηρεί όλος περιέργεια να τραβώ φωτογραφία τα χέρια του μνημείου. Κάνει τον σταυρό του και χάνεται στα στενά του Καπανιού. Ποιος ξέρει, ίσως ήταν τότε εδώ εκείνο το βράδυ του Μάη. Ίσως είδε το τρίκυκλο να βαρά, να φεύγει ανάποδα στη Βενιζέλου (που ‘ναι μονόδρομος ανόδου) και να στρίβει στη διπλής κυκλοφορίας τότε Τσιμισκή.
Κατεβαίνω στο μετρό από τον σταθμό της Βενιζέλου. Μπαίνω σ’ έναν γεμάτο συρμό με κατεύθυνση τη Νέα Ελβετία. Οι άνθρωποι βιάζονται να πάνε γρήγορα σπίτια τους στο τέλος μιας μεγάλης και κουραστικής μέρας. Στριμώχνονται πριν τους καταπιεί η λαοθάλασσα που σχολάει στις 18:00. «Γιατί περί χάους πρόκειται […] σ’ αυτήν εδώ την πόλη με το νεκρό λιμάνι και με τον κάθε άλλο παρά Λευκό Πύργο της». Δίκιο είχε ο δημοσιογράφος στην υπόθεση Ζ. Ο Λευκός Πύργος, πράγματι, φέρνει περισσότερο προς το μπεζ.
Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Το να πεις τη λάθος κουβέντα σε συνωστισμένο χώρο είναι σαν να μπαίνεις σε πυριτιδαποθήκη με δυο δάδες. Φήμες λένε ότι θα μας κλείσουν πάλι το μετρό στα τέλη του Μάη. Ένας οργισμένος κύριος τσακώνεται μ’ έναν υπάλληλο του μετρό: «Αφού δεν κάνετε δοκιμές, γιατί μας το κλείνετε στις 23:00;», του φωνάζει. «Εγώ τη δουλειά μου κάνω άνθρωπέ μου», του απαντάει αγανακτισμένος. Πιστεύω ότι κάνει αυτή τη συζήτηση πολύ συχνά. Ο οργισμένος κύριος κατεβαίνει στην Παπάφη και μέσα στον συρμό η ζωή παίρνει σιγά-σιγά τον κανονικό ρυθμό της, σαν το χέρι που μούδιασε κι ύστερα μυρμηγκιάζει, αιματώνεται. Ποιος ξέρει, ίσως σε λίγους μήνες αυτός ο συρμός να συνεχίζει προς Καλαμαριά.
Ό,τι ειπώθηκε, νερό κι αλάτι. Βάλαμε ένα πιάτο πάνω απ’ τον λεκέ στο τραπέζι. Όταν έρθει το γκαρσόνι και το σηκώσει, το ξανασυζητάμε.
Λίγες μέρες αργότερα, Κυριακή πρωί, οι δρόμοι είναι άδειοι, αφύσικα άδειοι. Κάνα δυο ξεχασμένοι περπατούν και ρίχνουν κλεφτές ματιές πίσω τους. Πού και πού ξεπαρκάρει κάποιο αμάξι. Μόνο η Αριστοτέλους βουίζει σαν μελίσσι: ο Γαβράς βρέθηκε λίγα μέτρα νοτιότερα από το Σημείο Ζ για μια προβολή… του Ζ. Μια λαοθάλασσα έχει μαζευτεί έξω από το Ολύμπιον για να δει την ταινία. Παράλληλα, μαύρα απειλητικά σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από τον Θερμαϊκό Κόλπο, δημιουργώντας ένα πραγματικά πανέμορφο θέαμα στο βάθος του ορίζοντα. «…αυτή τη γη, τη γη του, […] σοφά διαρθρωμένη απ’ τους αιώνες, ένα τοπίο αιωνόβιο, ένα σκηνικό τόσο ωραίο, που έπρεπε οι άνθρωποι να υποφέρουν πάντα από την ομορφιά του…».:
Ξεκίνησε να βρέχει καταρρακτωδώς. Το κοινό στριμώχνεται κάτω από τις αψίδες για να προστατευτεί από τη βροχή. Οι άνθρωποι χάνουν σιγά σιγά όση υπομονή τους είχε απομείνει κι αρχίζουν να σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. Μια διαφορετική, μικρότερη καταιγίδα κυοφορείται στους κόλπους του φουαγιέ κι είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Πάνω στην ώρα, ανοίγουν οι πόρτες και το σινεφίλ κύμα προσκρούει στον κυματοθραύστη του Ολύμπιον. Η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά, ως τα μπούνια. Το προσωπικό ανοίγει και τον εξώστη στον τρίτο για να τους χωρέσει όλους. Δεν πέφτει καρφίτσα. Όλοι κάθονται σιωπηλοί για να ακούσουν τον κορυφαίο πολιτικό σκηνοθέτη: «Δεν μπορείς να αλλάξεις το πολιτικό όραμα των ανθρώπων με μια ταινία, αλλά μπορείς, τουλάχιστον, να πυροδοτήσεις μια πολιτική συζήτηση».
Βγαίνοντας από την προστατευτική φούσκα του Ολύμπιον, με κάθε βήμα απομακρύνομαι με γεωμετρική πρόοδο από τον κόσμο του κινηματογραφικού στοχασμού. Η ζωή παίρνει τις πραγματικές της διαστάσεις.
Στον δρόμο προς το σπίτι, άθελά μου, γίνομαι μάρτυρας διαφόρων συζητήσεων. Δεν προλαβαίνω ν’ ακούσω πολλά. Δυο κουβέντες μονάχα. Άνθρωποι συζητούν έντονα, στα όρια της διαφωνίας. Θέμα της διαφωνίας, τα ενοίκια που ανεβαίνουν διαρκώς, οι πενιχροί μας μισθοί, η ζωή που μας φεύγει μέσα από τα χέρια. Οι σύνεδροι ανταλλάσσουν τις απόψεις τους στο φαράγγι της Παρασκευοπούλου. Παραδόξως, δεν βγαίνει καμία ετυμηγορία. Μόνο βρισιές αντιλαλούν στο φαράγγι.
Ποια είναι η αξία μιας τελετής χωροθέτησης σε καιρούς ένδειας; Πώς μπορείς να απαιτήσεις από μια κοινωνία που υποφέρει να νοιαστεί για το παρελθόν της και πώς μπορείς να την αποτρέψεις από το να επαναλάβει τα λάθη της; Αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα γυρνούσαν στο κεφάλι μου το απόγευμα εκείνης της Κυριακής, για μια κοινωνία που είναι αδύνατον να ασχοληθεί με τον Γαβρά και τον Λαμπράκη γιατί δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Σαν τον Δαρείο του Καβάφη ένα πράγμα: «Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα».
*Οι τίτλοι των ενοτήτων είναι παραφράσεις από τους πραγματικούς τίτλους του Βασίλη Βασιλικού στο «Ζ»
**Τα λόγια σε εισαγωγικά και πλάγια γράμματα είναι σκόρπια λόγια του Βασιλικού από το «Ζ»