Τα λευκά πετρώματα ενός λόφου πάνω από το Ρετζίκι έδωσαν το όνομά τους σε ένα ιστορικό προάστιο της Θεσσαλονίκης: Ασβεστοχώρι. Το λατομείο της περιοχής, σε λειτουργία ήδη από τον 19ο αιώνα, υπήρξε καθοριστικό για τη σύγχρονη ιστορία της πόλης. Μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917, λειτούργησε ως η κύρια πηγή ασβέστη που χρησιμοποιήθηκε για την ανοικοδόμηση του κέντρου της πόλης με βάση τα σχέδια του Εμπράρ, καθιστώντας τους «ασβεστάδες» του χωριού την πιο κρίσιμη εργατική δύναμη της εποχής.
Πριν από την καθολική επικράτηση του τσιμέντου, ο ασβέστης ήταν το βασικό «συνδετικό» υλικό της οικοδομής, επιτρέποντας γρήγορη και οικονομική ανοικοδόμηση.
Παραγόμενος τοπικά σε παραδοσιακές ασβεστοκάμινους, μετατρεπόταν από ζωντανός σε σβησμένος ασβέστης, για να χρησιμοποιηθεί κυρίως σε κονιάματα για το χτίσιμο τοίχων, το δέσιμο λίθων και το σοβάτισμα εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών.
Παράλληλα, το ασβέστωμα αποτελούσε τη βασική μορφή βαφής των σπιτιών. Οι λευκοί τοίχοι δεν ήταν μόνο αισθητική επιλογή, αλλά και μέτρο υγιεινής: ο ασβέστης λειτουργούσε ως ισχυρό αντισηπτικό, περιορίζοντας την υγρασία και τα μικρόβια. Μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά, χρησιμοποιήθηκε μαζικά σε κατοικίες, αυλές και πρόχειρους προσφυγικούς χώρους, καθιστώντας τον ασβέστη υλικό-κλειδί τόσο για την ανοικοδόμηση όσο και για τη δημόσια υγεία.
Η εκμετάλλευση των ασβεστολιθικών πετρωμάτων στην περιοχή ξεκινά ήδη από την οθωμανική περίοδο με μικρές ασβεστοκάμινους και οικοτεχνική παραγωγή. Από τον 19ο αιώνα, καθώς η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε μεγάλο αστικό και εμπορικό κέντρο, η δραστηριότητα αποκτά συστηματικό χαρακτήρα.
Η καθοριστική καμπή έρχεται μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917. Η καταστροφή του ιστορικού κέντρου γέννησε πρωτοφανείς ανάγκες ανοικοδόμησης. Σε αυτή τη συγκυρία, το λατομείο του Ασβεστοχωρίου –και ειδικότερα ο ιστορικός πυρήνας της δραστηριότητας, γνωστός ως λατομείο «Κυψέλη»– διαδραμάτισε κομβικό ρόλο.
Τη δεκαετία του 1920, η παραγωγή οργανώνεται βιομηχανικά. Δημιουργούνται συνεταιρισμοί και επιχειρήσεις ασβεστοποιίας και εγκαθίστανται καμίνια τύπου Hoffman, που επέτρεπαν τη συνεχή και μαζική παραγωγή. Οι καμινάδες και τα εκτεταμένα μέτωπα εξόρυξης αλλοίωσαν ριζικά το φυσικό ανάγλυφο, δημιουργώντας ένα έντονα ανθρωπογενές τοπίο, αποτύπωμα της βιομηχανικής επέμβασης στο βουνό.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το δύσβατο ανάγλυφο των λατομείων και η εγγύτητά τους στον Χορτιάτη προσέφεραν κάλυψη και περάσματα σε ομάδες της Εθνικής Αντίστασης. Η ιστορία του τόπου σφραγίστηκε με αίμα το καλοκαίρι του 1944. Στις 26 Ιουλίου του 1944 δέκα έξι πατριώτες της περιοχής εκτελέστηκαν από τον διαβόητο ναζί επιλοχία Σούμπερτ και τους δοσίλογους συνεργάτες του ως αντίποινα για τη δράση ανταρτών.
Μετά τον πόλεμο, η παραγωγική δραστηριότητα συνεχίστηκε, όμως από τη δεκαετία του 1970 άρχισε η σταδιακή παρακμή. Σήμερα, παρά την εικόνα εγκατάλειψης, το λατομείο παραμένει ζωντανό στη συλλογική μνήμη και στις διεκδικήσεις της τοπικής κοινωνίας.
Το 2017 εξαγγέλθηκε από τον δήμο σχέδιο παρεμβάσεων για την αποκατάσταση και ανάδειξη της περιοχής, με προβλέψεις για υπαίθριο θέατρο, πολιτιστικές δράσεις, περιπατητικές διαδρομές και ανάδειξη των ασβεστοκαμίνων. Το σχέδιο παραμένει σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα παγωμένο.
Πριν από λίγα χρόνια, ο χώρος αποτελέσε το ιδανικό σκηνικό για το βίντεο κλιπ του ράπερ TSE σε σκηνοθεσία Αλέξη Κωστελίδη (Βοdega Visuals), από το Ρετζίκι.
Σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στα μονοπάτια του λατομείου, μέσα από έναν «μυστικό» άξονα που συνδέει το Ασβεστοχώρι με το Ρετζίκι. Η διαδρομή ξεκινά από το γήπεδο ποδοσφαίρου στο Ρετζίκι και, περνώντας την πίστα του Paintball, καταλήγει σε έναν ψηλό λόφο. Από εκεί, μπορεί να δει την πόλη και τον Θερμαϊκό από ψηλά και να αναλογιστεί πως η Θεσσαλονίκη χτίστηκε – κυριολεκτικά και συμβολικά – με το υλικό πάνω στο οποίο πατά.