Κώστας Κωτσάκης: Ο άνθρωπος πίσω από το Δισπηλιό
Ένα ταξίδι στην άνοιξη του 5259 π.Χ με τον διακεκριμένο καθηγητή του ΑΠΘ και διευθυντή της μνημειώδους ανασκαφής
Η μαγεία και τα αινίγματα της νεολιθικής εποχής υπό το φως της τεκμηρίωσης απίστευτων δεδομένων για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι πέντε χιλιετίες πριν. Μια ξεχωριστή μέρα στο νεολιθικό Δισπηλιό, εφτά χιλιόμετρα από τη σημερινή πόλη της Καστοριάς, εκείνη την απίστευτα μακρινή άνοιξη, ήταν απλώς η αρχή…
Στο Δισπηλιό, το οποίο βρίσκεται επτά χιλιόμετρα από την πόλη της Καστοριάς, προς τη νότια πλευρά της λίμνης, υπήρξε ο καλύτερα χρονολογημένος σήμερα νεολιθικός οικισμός στα Βαλκάνια. «Είναι η πρώτη φορά που μια νεολιθική θέση χρονολογείται με τέτοια ακρίβεια και τούτο θα αποτελέσει θέση αναφοράς», μας λέει ο Κώστας Κωτσάκης, ομότιμος καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ και Διευθυντής Ανασκαφής Δισπηλιού.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 91 (Σεπτέμβριος 2025) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Του θέσαμε ερωτήματα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κάθε απλού ανθρώπου: Τι είναι ακριβώς η νεολιθική εποχή; Το ότι δεν υπάρχουν ερείπια μνημείων την κάνει αδικημένη «επικοινωνιακά»; Τι είχαν δημιουργήσει, τηρουμένων των αναλογιών, οι τότε άνθρωποι γι’ αυτό που λέμε οικονομική και κοινωνική ζωή;
Η επιλογή των νεολιθικών ανθρώπων, σύμφωνα με τον Κ. Κωτσάκη, να συγκροτήσουν το πρώτο ανθεκτικό κοινοτικό σύστημα και να πραγματευτούν τις ταυτότητες και τις σχέσεις τους σε μια αειφόρο σχέση με τη φύση, τα ζώα και το περιβάλλον είναι το μεγάλο τους διαχρονικό επίτευγμα.
Ο διακεκριμένος καθηγητής μάς μιλά για το ξέσπασμα ενός φυσικού φαινομένου το 5259 π.Χ. στον οικισμό του νεολιθικού Δισπηλιού, εξηγώντας τι έγινε αυτή την ξεχωριστή ημέρα της άνοιξης εκείνου του έτους.
«Οι ισχυρές μαγνητικές θύελλες», όπως υποστηρίζει, «θα μπορούσαν σήμερα να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών δικτύων και συσκευών (τηλεπικοινωνίες, δορυφόροι, GPS), αλλά οι συνέπειες για τους ανθρώπους της νεολιθικής εποχής θα ήταν μόνο ένας κατακόκκινος ουρανός και ένα ουράνιο σέλας, αρκετά ωστόσο για να τους εντυπωσιάσουν, πιστεύουμε, βαθιά».
Ο ίδιος μας εξηγεί πόσο και πώς η ψηφιακή τεχνολογία επιτρέπει να γίνουν αναπαραστάσεις χώρων και οικισμών εκείνης της εποχής και τι συνέβη με το πρόγραμμα e-Dispilio.
Η νεολιθική εποχή γοητεύει όχι μόνο τον επιστήμονα-ερευνητή, αλλά και τον απλό άνθρωπο, πλην όμως δεν άφησε ερείπια μνημείων που θα κέντριζαν τη φαντασία και θα ήταν πόλος έλξης επισκεπτών. Είναι «αδικημένη» επικοινωνιακά;
Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η νεολιθική εποχή είναι όντως επικοινωνιακά σοβαρά αδικημένη. Όποιος θέλει να ελέγξει αυτή την άποψη δεν έχει παρά να επισκεφθεί μουσεία της χώρας και να αναζητήσει τις εκθέσεις για τη νεολιθική εποχή. Μια σύντομη ματιά είναι αρκετή για να αντιληφθεί την εικόνα. Οι πληροφορίες που δίνονται για τη νεολιθική εποχή είναι στοιχειώδεις, θα έλεγε κανείς διεκπεραιωτικές: τα νεολιθικά ευρήματα αντιμετωπίζονται χωρίς το κοινωνικό και οικονομικό τους πλαίσιο, ακολουθώντας την ξεπερασμένη πια έκθεση μεμονωμένων έργων τέχνης. Το κοινό που επισκέπτεται τα μουσεία δεν σχηματίζει καμιά ουσιαστική εικόνα για τη νεολιθική εποχή και τη σημασία της από τα αποσπασματικά εκθέματα και την έλλειψη πληροφόρησης που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον του.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι άγνοια, κενό της έρευνας ή υποτίμηση της νεολιθικής πολιτισμικής προσφοράς;
Καλό είναι να λάβουμε υπόψη μας, τουλάχιστον όσον αφορά το κοινό, την παιδεία που το ελληνικό κράτος προσφέρει. Στη διάρκεια των δώδεκα χρόνων, ο έλληνας μαθητής θα διαβάσει μία σελίδα για τη νεολιθική εποχή στην Γ΄ Δημοτικού και ακόμη τρεις τέσσερις σελίδες στην Α΄ Γυμνασίου, και τα δύο με όχι λίγες ανακρίβειες καθώς δεν έχουν γραφεί από ειδικούς! Ο έλληνας μαθητής δεν θα ακούσει τίποτε για τη Νεολιθική Επανάσταση, για τις σπουδαίες πρώιμες νεολιθικές θέσεις της Ανατολίας και της Συροπαλαιστίνης, θα μάθει ότι η Νεολιθική ξεκινά το 6500 π.Χ., ενώ η αλήθεια είναι ότι στη Μέση Ανατολή ξεκινά από το 10.000 π.Χ., θα χάσει αυτή τη μακριά και αργή κοινωνική πορεία προς τις οργανωμένες κοινότητες.
Η βαθύτερη αλήθεια, όμως, βρίσκεται πίσω στον 19ο αιώνα, ο οποίος χαρακτηρίζει την προσπάθεια της Ελλάδας να αναγνωριστεί η αυτόνομη θέση της στην Ευρώπη. Ο κλασικός πολιτισμός αποτελούσε ένα σταθερό πρότυπο που συνέδεε την Ελλάδα με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που βρίσκονταν ακόμα εκείνη την εποχή κάτω από τη σαγήνη του κλασικισμού. Η έννοια της συνέχειας, που οικοδομήθηκε πάνω στη μνημειακότητα του πολιτισμού και τη σημασία της γλώσσας, ήταν το κεντρικό επιχείρημα της ελληνικής ταυτότητας και του συμβολικού κεφαλαίου που συγκεντρώθηκε τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Αλλά στο ζήτημα αυτό η Νεολιθική, στην περίπτωση της οποίας οι πρώτες ανασκαφές χρονολογούνται μετά το 1900, δεν θεωρήθηκε ότι προσέφερε κάτι στο αφήγημα: μια άγνωστη γλώσσα και ένας πολιτισμός χωρίς αναγνωρίσιμη μνημειακότητα. Είναι πλέον καιρός να θεωρήσουμε ότι το παρελθόν μάς αφορά στο σύνολό του.
Τι είναι το «φαινόμενο της αρχαίας Σπάρτης» που περιγράφει ο Θουκυδίδης;
Το «φαινόμενο της Αρχαίας Σπάρτης» επισημαίνει την πιθανή αναντιστοιχία μεταξύ των υλικών καταλοίπων και της σημασίας που αποδίδουμε σε αυτά. Δεν είναι η μόνη φορά που ο Θουκυδίδης σκέφτεται όπως ένας σύγχρονος αρχαιολόγος που προσπαθεί να αναζητήσει τα όρια της υλικής μαρτυρίας και της ιστορικής ερμηνείας της. Στο απόσπασμα αυτό αναφέρεται στη μεγάλη στρατιωτική και πολιτική δύναμη της Σπάρτης, όπως τη γνώρισε ως στρατηγός, και στα φτωχά μνημειακά κατάλοιπα που υποθέτει ότι θα έχει αφήσει στο μέλλον η ισχυρή στις μέρες του Σπάρτη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τη Νεολιθική, τα κατάλοιπα της οποίας δεν είναι ανάλογα με τη σημασία που αποδίδουμε σήμερα στην εποχή αυτή.
O έλληνας μαθητής θα διαβάσει μία σελίδα για τη νεολιθική εποχή στην Γ΄ Δημοτικού και ακόμη τρεις τέσσερις σελίδες στην Α΄ Γυμνασίου […] δεν θα ακούσει τίποτε για τη Νεολιθική Επανάσταση [… ] θα χάσει αυτή τη μακριά και αργή κοινωνική πορεία προς τις οργανωμένες κοινότητες.
Τι είναι ακριβώς η νεολιθική εποχή. Τι είχαν δημιουργήσει, τηρουμένων των αναλογιών, οι τότε άνθρωποι γι’ αυτό που λέμε οικονομική και κοινωνική ζωή.
Καταρχάς σηματοδοτεί μια τεράστια αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων. Ενώ για εκατομμύρια χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν σε μικρές ομάδες που μετακινούνταν συνεχώς, ακολουθώντας τις εποχιακές μετακινήσεις των θηραμάτων, επιλέγουν τώρα τη μόνιμη εγκατάσταση σε έναν τόπο. Ο λόγος για την επιλογή είναι βέβαια το χωράφι και η αγροτική παραγωγή. Από τη στιγμή που σταθεροποιείται η καλλιέργεια, οι νεολιθικοί αγρότες έπρεπε να παραμείνουν στην περιοχή για να φροντίσουν το χωράφι και τα ζώα του και να το προστατέψουν από άγρια ζώα και ξένους ανθρώπους. Το ίδιο το προϊόν της γεωργικής παραγωγής απαιτεί φύλαξη όλο τον χρόνο.
Με τη μόνιμη εγκατάσταση, οι περιορισμοί που επιβάλλει η συνεχής μετακίνηση χαλαρώνουν και ο πληθυσμός γενικά αυξάνεται. Σε αντίθεση με τις μικρές ομάδες των κυνηγών και τροφοσυλλεκτών, αυτή είναι μια επιθυμητή εξέλιξη για τους γεωργοκτηνοτρόφους, γιατί προσθέτει τα χέρια που απαιτεί η αγροτική παραγωγή. Από την άλλη μεριά, ο αγροτικός βίος έχει μεγάλες εποχιακές απαιτήσεις εργασίας που καλύπτονται με τη συνεργασία της κοινότητας. Οι μικρές ομάδες των κυνηγών και των τροφοσυλλεκτών μετατρέπονται έτσι σε μεγαλύτερες συνεργατικές ομάδες οι οποίες αναλαμβάνουν σε κλίμα αμοιβαιότητας την παραγωγή. Ο μηχανισμός συνοχής, που αποτρέπει την ανεπιθύμητη πια διάσπαση της ομάδας, είναι αυτή τη φορά ισχυρός και στηρίζεται στην προσδοκία της ανταπόδοσης αυτής της αμοιβαιότητας. Έτσι δημιουργούνται οι πρώτες οργανωμένες κοινότητες ανθρώπων που κατοικούν στο ίδιο μέρος, σε έναν οικισμό, αλλά η ουσιαστική αλλαγή βρίσκεται στη συνοχή της ομάδας, η οποία δεν εξαρτάται πια μόνο από μια φυσική παράμετρο, κυρίως τη συγγένεια, αλλά από μια επιλογή με ιδεολογικό περιεχόμενο αμοιβαίων υποχρεώσεων και αλληλεγγύης. Η μόνιμη εγκατάσταση σε έναν τόπο και η αναπόφευκτη ψυχολογική σύνδεση με αυτόν γίνεται έτσι αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε πατρίδα, μια ενότητα χωρικά προσδιορισμένη με έναν ιδεολογικό μηχανισμό συνοχής. Αυτός είναι ο πυρήνας της νεολιθικής κοινωνικής ζωής, πάνω στον οποίο οικοδομείται στη συνέχεια κάθε ανθρώπινος πολιτισμός.
Η επιλογή των νεολιθικών ανθρώπων να συγκροτήσουν το πρώτο ανθεκτικό κοινοτικό σύστημα και να πραγματευτούν τις ταυτότητες και τις σχέσεις τους σε μια αειφόρο σχέση με τη φύση, τα ζώα και το περιβάλλον είναι το μεγάλο τους διαχρονικό επίτευγμα.
Ποιες ήταν οι αξίες τους, η συμβίωση και οι πρώτες καλλιέργειες, η κτηνοτροφία κ.λπ.;
Η Νεολιθική φτάνει στην Ελλάδα γύρω το 6700 π.Χ., ήδη διαμορφωμένη για περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια στις αρχικές κοιτίδες της. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα οι νεολιθικές κοινότητες στην Ελλάδα καλλιεργούσαν δημητριακά, κυρίως σιτάρι και κριθάρι, ανάλογα με την περιοχή, και εκτρέφανε ζώα, κυρίως πρόβατα, κατσίκια, γουρούνια και λιγότερο αγελάδες. Η γεωργία και η κτηνοτροφία λειτουργούσαν ως ένα σύστημα, εφόσον τα ζώα βοσκούσαν στα χωράφια πριν τα φυτά κάνουν καρπό και μετά το θέρισμα, ενώ η κοπριά τους λίπαινε τα χωράφια. Είναι γνωστό ότι η αγροτική παραγωγή έχει γενικά έναν βαθμό αβεβαιότητας: απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα, όπως ξηρασίες, πλημμύρες και παγωνιές, ακρίδες και ζιζάνια μπορεί να καταστρέψουν όλη τη σοδειά ή μέρος αυτής. Στην περίπτωση αυτή, ο νεολιθικός παραγωγός χρειαζόταν ένα δίκτυο αλληλεγγύης που μπορεί να περιλάμβανε ένα άλλο μέρος του οικισμού που δεν είχε πληγεί από την καταστροφή, ή έναν οικισμό από άλλη περιοχή, αν η καταστροφή ήταν γενική. Το δίκτυο αυτό ήταν στενά συνυφασμένο με την επιβίωση της κοινότητας και πρέπει να συντηρούνταν με τη συχνή επικοινωνία, την ανταλλαγή δώρων και συντρόφων. Η ομοιομορφία του υλικού πολιτισμού που συχνά διαπιστώνεται στην έρευνα είναι μια εκδήλωση αυτών των δικτύων. Ενδείξεις για ομαδική κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού που εντοπίζονται σε νεολιθικές θέσεις υποδηλώνουν μεγάλες συνεστιάσεις που αποβλέπουν στην ενίσχυση τέτοιων δεσμών με τους γειτονικούς οικισμούς.
Τι σας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι στο νεολιθικό Δισπηλιό έμεναν γεωργοκτηνοτρόφοι δίπλα στη λίμνη της Καστοριάς;
Τα αρχαιολογικά δεδομένα των ανασκαφών στο Δισπηλιό και η ανακάλυψη των οικημάτων πάνω στην όχθη της λίμνης αποδεικνύουν τον παραλίμνιο χαρακτήρα του οικισμού. Η αρχαιολογική επανεξέταση του Δισπηλιού δεν έδειξε την ύπαρξη οικημάτων χτισμένων πάνω από το νερό, όπως πιστευόταν παλαιότερα. Μια τέτοια πρακτική δεν αποκλείεται να είχε εφαρμοστεί στα σημεία τα οποία βρίσκονται σήμερα σκεπασμένα από το νερό της λίμνης και παραμένουν ανεξερεύνητα.
Σε ποια άλλα μέρη του ελλαδικό χώρου υπήρξαν άλλοι νεολιθικοί οικισμοί;
Νεολιθικοί οικισμοί υπάρχουν παντού στην Ελλάδα. Οι αρχαιότεροι εντοπίζονται στα ανατολικά παράλια της χώρας, στην Κρήτη, στην Αργολίδα, στην Αττική, στην Ανατολική Θεσσαλία και στη δυτική ακτή του Θερμαϊκού Κόλπου γύρω στο 6700 με 6500. Είναι προφανές από την τοποθεσία και τη σχεδόν σύγχρονη εμφάνιση των εγκαταστάσεων ότι ήρθαν από τη θάλασσα, από ανατολικά. Από τα παράλια εξαπλώνονται προς την ενδοχώρα και τους επόμενους αιώνες, μέσω των μεγάλων ποταμών, προς τις σημερινές γειτονικές χώρες. Στο Δισπηλιό, σύμφωνα με τις τελευταίες χρονολογήσεις, οι νεολιθικοί γεωργοκτηνοτρόφοι φτάνουν γύρω στο 5700 π.Χ., στη Μέση Νεολιθική,όπως ονομάζουμε στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Η Νεότερη Νεολιθική (5500 με 4700 π.Χ.) είναι η περίοδος της μεγάλης εξάπλωσης του νεολιθικού πληθυσμού στα νησιά του Αιγαίου και σε περιοχές όπου προηγουμένως δεν σημειώνεται παρουσία της Νεολιθικής.
Πόσο και πώς επιτρέπει η ψηφιακή τεχνολογία να γίνουν αναπαραστάσεις χώρων και οικισμών εκείνης της μαγικά μακρινής εποχής και τι συνέβη με το πρόγραμμα e-Dispilio;
Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις στο e-Dispilio στηρίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στα ευρήματα των ανασκαφών. Με την πρόσφατη επανεξέταση του Δισπηλιού αναγνωρίσαμε ανασκαφικά τα οικήματα. Αυτό μας επέτρεψε να προχωρήσουμε σε αναπαράσταση του οικισμού με Φαινόμενη Πραγματικότητα (VR), ώστε ο επισκέπτης να έχει την αίσθηση ότι κινείται μέσα στο τρισδιάστατο νεολιθικό χωριό. Όλα τα αντικείμενα που εικονίζονται αντιπροσωπεύουν πραγματικά ευρήματα και είναι τοποθετημένα στη θέση στην οποία βρέθηκαν. Τα χωράφια που εικονίζονται ανάμεσα στον οικισμό στηρίζονται στις πληροφορίες που μας δίνουν οι συνεργάτες μας ειδικοί αρχαιοβοτανολόγοι. Με κάποια ελευθερία τοποθετήσαμε και ανθρώπους. Για να τους εικονίσουμε αξιοποιήσαμε τις πληροφορίες που μας δίνουν οι αναλύσεις DNA για τους νεολιθικούς πληθυσμούς όσον αφορά το χρώμα του δέρματος των μαλλιών και των ματιών. Οι αναπαραστάσεις των προσώπων δεν στηρίζονται σε τεχνικές ψηφιακής ανασύνθεσης με βάση τα κρανία. Στο Δισπηλιό δεν βρέθηκαν νεολιθικές ταφές μέχρι τώρα.
Πιστεύουμε ότι με την ψηφιακή τεχνολογία θα μπορέσουμε να μεταφέρουμε τουλάχιστον ένα μέρος από την αίσθηση που προκαλεί αυτή η τόσο μακρινή, αλλά και τόσο οικεία καθημερινότητα. Είναι ένα τολμηρό βήμα, που ελπίζουμε να λειτουργήσει.
Έχει τεκμηριωθεί, όπως έχετε δηλώσει, το ξέσπασμα ενός φυσικού φαινομένου το 5259 π.Χ. στον οικισμό. Τι έγινε αυτή την ξεχωριστή ημέρα της άνοιξης εκείνου του έτους ;
Είναι γνωστό ότι οι ηλιακές καταιγίδες καταλήγουν σε μαγνητικές θύελλες που φτάνουν μέχρι τη Γη. Τα φαινόμενα αυτά, που συμβαίνουν κατά καιρούς, έχουν συνήθως χαμηλή ένταση. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όμως, συμβαίνουν μεγάλες θύελλες, που ονομάστηκαν Miyake Events από το όνομα της φυσικού που τις μελέτησε. Μέχρι τώρα έχουν εντοπιστεί πέντε τέτοιες τεράστιες μαγνητικές θύελλες. Μία τέτοια από αυτές καταγράφεται το 5259 π.Χ., που συμπίπτει με την περίοδο κατοίκησης του Δισπηλιού. Οι ισχυρές μαγνητικές θύελλες θα μπορούσαν σήμερα να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών δικτύων και συσκευών (τηλεπικοινωνίες, δορυφόροι, GPS), αλλά οι συνέπειες για τους ανθρώπους της Νεολιθικής θα ήταν μόνο ένας κατακόκκινος ουρανός και ένα ουράνιο σέλας, αρκετά ωστόσο για να τους εντυπωσιάσουν, πιστεύουμε, βαθιά.
Είναι γνωστό ότι αυτά τα φαινόμενα αποτυπώνονται στα δέντρα της εποχής με τη μορφή μιας ασυνήθιστα αυξημένης ποσότητας του ραδιενεργού ισοτόπου Άνθρακα 14. Η ισοτοπική υπογραφή του Miyake Event του 5259 π.Χ. αναζητήθηκε με επιτυχία στους πασσάλους του Δισπηλιού. Ο προσδιορισμός του προσφέρει ένα μοναδικό και πολύτιμο σταθερό χρονολογικό σημείο, με βάση το οποίο έχουμε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε ακριβώς πότε κατασκευάστηκε ένα οίκημα, πότε επιδιορθώθηκε και πότε εγκαταλείφθηκε, διαμορφώνοντας έτσι ένα ακριβές ημερολόγιο των φάσεων του Δισπηλιού. Το Δισπηλιό αυτή τη στιγμή είναι ο καλύτερα χρονολογημένος νεολιθικός οικισμός στα Βαλκάνια και θα αποτελέσει θέση αναφοράς, με την οποία θα συγκρίνονται οι θέσεις της ευρύτερης περιοχής. Είναι η πρώτη φορά που μια νεολιθική θέση χρονολογείται με τέτοια ακρίβεια.
Στην ψηφιακή εφαρμογή e-Dispilio η ημέρα του Miyake Event χρησιμοποιείται ως βάση για το σενάριο μέσω του οποίου ζωντανεύει η εικόνα του νεολιθικού οικισμού και των ανθρώπων του.
Υπάρχουν πολλές χιλιάδες ευρήματα του νεολιθικού Δισπηλιού. Τι είναι ακριβώς και τι «αποκαλύπτουν» για τη ζωή τότε;
Ο υλικός πολιτισμός αποκαλύπτει πολλές και ουσιαστικές πτυχές της ζωής των νεολιθικών ανθρώπων. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες οι αρχαιολογικές προσεγγίσεις έβλεπαν μονοσήμαντα τον υλικό πολιτισμό ως έργα τέχνης και ως έμμεσες δηλώσεις της παρουσίας μιας πολιτισμικής ομάδας (π.χ. ο πολιτισμός του Σέσκλου, οι Μυκηναίοι, ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, ο Μινωικός Πολιτισμός, οι Δωριείς κ.ά.). Η σύγχρονη αρχαιολογία αντίθετα βλέπει πολύ ευρύτερα τον υλικό πολιτισμό ως την ενεργό συμμετοχή σε πολλές διαφορετικές όψεις της ζωής. Σ’ αυτές συγκαταλέγονται η επικοινωνία μεταξύ των μελών της κοινότητας και μεταξύ των κοινοτήτων, δράσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο όπως η επεξεργασία ταυτοτήτων, φύλου, ηλικίας και καταγωγής, οι σχέσεις με τους προγόνους, αλλά και πρακτικές ανάγκες όπως η μαγειρική και η αποθήκευση. Η σύγχρονη αντίληψη για τον υλικό πολιτισμό δεν δέχεται ότι τα αντικείμενα αντιπροσωπεύουν τα παθητικά κατάλοιπα των πράξεων ή των ιδεών των ανθρώπων, αλλά ότι είναι ένα ενεργό μέρος της τη κοινωνικής ζωής, σε ορισμένες περιπτώσεις ισότιμο.
Στις επιστημονικές ομάδες που εργάζονται μαζί σας, όπως και σε άλλους νεολιθικούς οικισμούς, εντυπωσιάζει το εύρος των ειδικοτήτων αυτών που εργάζονται. Μπορείτε να μας αναφέρετε ενδεικτικά κάποιες από αυτές;
Πράγματι, η σύγχρονη αρχαιολογία είναι μια πολυσυλλεκτική επιστήμη, η οποία περιλαμβάνει πολλές ειδικότητες που προέρχονται και από τις ανθρωπιστικές και από τις φυσικές επιστήμες. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η αρχαιολογία προσπαθεί να ανασυνθέσει όσο γίνεται περισσότερες όψεις της ανθρώπινης ζωής του παρελθόντος, η οποία, όπως είναι ευνόητο, δεν περιλαμβάνει μόνο εκδηλώσεις «υψηλού πολιτισμού», όπως η τέχνη, αλλά πολλών ειδών δραστηριότητες. Εκτός από τις κλασικές αρχαιολογικές ειδικότητες που σχετίζονται με τη μελέτη των κατηγοριών τεχνουργημάτων, την αρχιτεκτονική και τις αρχιτεκτονικές κατασκευές, την τεχνολογία, την κεραμική, που αποτελεί τον κορμό των φάσεων του οικισμού, τα λίθινα εργαλεία, τα ειδώλια και τα κοσμήματα, τα διάφορα μικροευρήματα, θα μπορούσα να αναφέρω την εθνοαρχαιολογία και τη μελέτη των παραδοσιακών, προβιομηχανικών αγροτικών πρακτικών, τη μικρομορφολογία των ιζημάτων των στρωματογραφιών, την αρχαιοβοτανική των φυτικών καταλοίπων, τη ζωοαρχαιολογία, η οποία μελετά τα οικόσιτα και τα άγρια ζώα, καθώς και τη διαχείριση και κατανάλωσή τους, τη μελέτη της μικροπανίδας, τη χημεία, η οποία περιλαμβάνει χημική ανάλυση τεχνουργημάτων και την ισοτοπική ανάλυση οστών και ιζημάτων, την ανάλυση των οστρέων και των οστών των ψαριών, τη γεωλογική ανάλυση πετρωμάτων, τη γεωμορφολογική ανάλυση, τη δενδροχρονολόγηση, τη στατιστική ανάλυση τον Άνθρακα 14 και τη στατιστική του επεξεργασία, την πετρογραφική ανάλυση και τον προσδιορισμό των πηγών αγγειοπλαστικού πηλού. Εξίσου σημαντικό είναι και το κεφάλαιο της ανασύνθεσης του περιβάλλοντος και του κλίματος για το οποίο έχουν γίνει συστηματικές μελέτες γύρης και παλαιοπεριβαλλοντικές μελέτες απανθρακωμένων ξύλων.
Ο κατάλογος δεν εξαντλείται εδώ. Είναι προφανές ότι η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα απαιτεί προσωπικό με υψηλή εξειδίκευση και πολλούς πόρους για να συντηρήσει αυτό το προσωπικό. Η εποχή που ο μοναχικός αρχαιολόγος στη βιβλιοθήκη ετοίμαζε μόνος του ή μόνη της τη δημοσίευση της ανασκαφής έχει περάσει προ πολλού. Η αρχαιολογία είναι πια μια δύσκολη ομαδική προσπάθεια.
Η δημιουργία ενός σύγχρονου μουσείου δεν θα κάλυπτε το «κενό» της έλλειψης μνημειακών καταλοίπων, όπως τάφοι ή ναοί που σπέρνουν γενική συγκίνηση;
Αναμφίβολα! Η μνημειακότητα είναι καιρός να επαναπροσδιοριστεί. Μνημειακό είναι κάτι μεγάλο και εντυπωσιακό, αλλά μπορεί να είναι και κάτι εντυπωσιακά παλιό, όπως ένα αγγείο που κατασκευάστηκε πριν από 7500 ή 8500 χρόνια, ή ένα κομψό πέτρινο εργαλείο ή ένας ξύλινος πελεκημένος πάσσαλος του 5600 π.Χ. Αρκεί το μουσείο να τοποθετεί τη Νεολιθική στις πραγματικές της διαστάσεις ώστε οι επισκέπτες να αντιλαμβάνονται τη σημασία και το ενδιαφέρον που έχει. Το e-Dispilio είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι μουσείο, ούτε έχει την πληρότητα ενός μουσείου. Είναι μια μουσειακή δράση που θίγει έμμεσα κάποια από αυτά που ένα μουσείο πρέπει να αναπτύξει.
Μην ξεχνάμε ότι, σε τελική ανάλυση, κατοικούμε ακόμη σε σπίτια που βρίσκονται σε οικισμούς, είμαστε οργανωμένοι ακόμα σε κοινότητες στη βάση μιας ιδεολογικής συμφωνίας, η επιβίωσή μας στηρίζεται ακόμη στα προϊόντα της αγροτικής παραγωγής. Οι διαφορές είναι περισσότερο κλίμακας παρά είδους.
Τελικά, είμαστε απόγονοι των Νεολιθικών! Χρωστάμε πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε σ’ αυτούς του πολύ μακρινούς προγόνους μας!
Μοναδικό ειδώλιο που εικονίζει ηλικιωμένο άνδρα (5285-5282 π.Χ.). Στην ελληνική νεολιθική δεν υπάρχει ανάλογο ή παρόμοιο ειδώλιο με το θέμα του γήρατος. Πηγή: Αρχείο Ανασκαφής Δισπηλιού. Φωτογραφία Σωκράτης Μαυρομμάτης.
Κλείνοντας, πώς άρχισε και πώς εξελίχθηκε η σχέση σας με την ανασκαφή του Δισπηλιού;
Γνώρισα τον Γιώργο Χ. Χουρμουζιάδη το 1976 στον Βόλο, όταν συμμετείχα στις ανασκαφές του Σέσκλου ως βοηθός του καθηγητή Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη του ΑΠΘ. Η φιλική και ανοιχτή στάση του Γιώργου Χουρμουζιάδη, Εφόρου τότε της Αρχαιολογικής Εφορείας Λάρισας και Βόλου, το ενδιαφέρον του για έναν νέο αρχαιολόγο που έκανε το πρώτα βήματά του στη δύσκολη και σχεδόν άγνωστη Νεολιθική της Ελλάδας με κέρδισε αμέσως. Στα χρόνια που ακολούθησαν η αρχαιολογική μελέτη για το Σέσκλο με έφερε μόνιμα στον Βόλο. Είχα τότε πολλές ευκαιρίες για συζήτηση στο Μουσείο του Βόλου, όπου δούλευα, για το Σέσκλο, το Διμήνι, που εκείνη την εποχή ερευνούσε ο Χουρμουζιάδης, και τη Νεολιθική γενικότερα, που συχνά συνεχιζόταν και τα βραδινά στο σπίτι του στο Βόλο με ένα ποτήρι κονιάκ συνήθως. Ο Χουρμουζιάδης ήταν γοητευμένος εκείνη την εποχή με τη Νέα Αρχαιολογία, που τη θεωρούσε σημαντικό βήμα και προσπαθούσε να τη συνδέσει με τη μαρξιστική αντίληψή του για την προϊστορία και το ενδιαφέρον του για την κοινωνική διάσταση της προϊστορίας που τη θεωρούσε πρωταρχική. Η προσπάθεια αυτή αποτυπώθηκε τόσο στο βιβλίο του Το Νεολιθικό Διμήνι, ίσως το πρώτο αμιγώς θεωρητικό βιβλίο στην ελληνική αρχαιολογική βιβλιογραφία, όσο και στην πρωτοποριακή για την εποχή εκείνη έκθεση του Μουσείου του Βόλου, που ακόμα, μετά από πενήντα χρόνια, αντέχει ακόμη. Σε ανάλογο μήκος κύματος κι εγώ, οι πολύτιμες αυτές συζητήσεις επιβεβαίωσαν την επιλογή μου να δοκιμάσω ανάλογους θεωρητικούς δρόμους στη δική μου έρευνα, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή πολιτισμική ιστορία που είχα διδαχθεί στο πανεπιστήμιο και την οποία έτσι κι αλλιώς είχα ήδη αμφισβητήσει ακριβώς λόγω της θεωρητικής της ένδειας, η οποία εξαντλούνταν σε αντικειμενοστραφείς περιγραφές. Περιττό να πω ότι η διαφορά από τους βλοσυρούς και απρόσιτους Εφόρους Αρχαιοτήτων που έτυχε να συναντήσω στον βραχύ –μέχρι τότε– επαγγελματικό μου βίο ήταν τεράστια. Πριν υπάρξει στην Ελλάδα το σύστημα, ο Γιώργος Χουρμουζιάδης λειτούργησε ως ένα είδος άτυπου μέντορα. Για όλους μας που ήλθαμε σε επαφή μαζί του τότε, η παρουσία του ήταν λαμπερή και επιδραστική.
Το 1981 εκλέγεται καθηγητής της προϊστορικής αρχαιολογίας στο ΑΠΘ, στη θέση του Δ. Ρ. Θεοχάρη, ο οποίος είχε απροσδόκητα και πρόωρα φύγει από τη ζωή το 1977. Οι νεότεροι είχαμε την αίσθηση ότι για την Προϊστορική Αρχαιολογία στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε μια νέα εποχή. Πράγματι, με τη διδασκαλία του εισήγαγε για πρώτη φορά στο ελληνικό πανεπιστήμιο τη διδασκαλία της θεωρητικής αρχαιολογίας, η οποία συνεχίζεται ακόμη, ενώ και άλλα πανεπιστήμια της χώρας παρακινήθηκαν έκτοτε σταδιακά να εισαγάγουν το γνωστικό αυτό αντικείμενο ως αυτοτελές μάθημα, ακολουθώντας και τις διεθνείς τάσεις της εποχής.
Με την εκλογή μου στη θέση του λέκτορα στο Αριστοτέλειο συνεργαστήκαμε τόσο στη διδασκαλία, όσο και στο πεδίο με την ανασκαφή της Τούμπας, που ξεκίνησε το 1984. Μαζί με τον συνάδελφο Στέλιο Ανδρέου αναλάβαμε την οργάνωση και τον συντονισμό της ανασκαφής και της εκπαίδευσης των φοιτητών του ΑΠΘ. Το 1992 ο Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης άφησε τη διεύθυνση της Τούμπας στους δυο μας και ξεκίνησε την ανασκαφή του Δισπηλιού, η οποία έμελλε να τον συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά τον θάνατό του ο Τομέας Αρχαιολογίας μου ανέθεσε τη διεύθυνση του ανασκαφικού προγράμματος του ΑΠΘ στο Δισπηλιό. Η τελική δημοσίευση των ανασκαφών προγραμματίζεται για το 2026.
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1950. Από το 1959 ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε Αρχαιολογία στο ΑΠΘ, από όπου πήρε διδακτορικό δίπλωμα με εισηγητή τον Γ. Χ. Χουρμουζιάδη. Διετέλεσε Διευθυντής του Τομέα Αρχαιολογίας, Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ερευνών του ΑΠΘ. Από το 2017 είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Ως επισκέπτης καθηγητής δίδαξε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Μουσειολογίας του ΑΠΘ, στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στο Πανεπιστήμιο του Stanford, στο Τμήμα Ανθρωπολογίας και στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών, για δύο χρονιές. Υπήρξε επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Cincinnati στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας του Λονδίνου. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχαιολόγων και ισόβιο μέλος του Κολλεγίου Clare Hall του Cambridge.
Η ερευνητική του δραστηριότητα στρέφεται αποκλειστικά στην προϊστορία και ειδικότερα στη νεολιθική περίοδο και τη θεωρία της αρχαιολογίας. Έχει διευθύνει ανασκαφές στο Σέσκλο της Μαγνησίας, στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, στα Παλιάμπελα Κολινδρού, στο Δισπηλιό Καστοριάς και στη θέση Τσατάλ χουγιούκ της Τουρκίας. Έχει διευθύνει τριάντα διεθνή και εθνικά ερευνητικά προγράμματα και έχει δημοσιεύσει περίπου διακόσιες επιστημονικές μελέτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό και τέσσερα βιβλία.
Διαβάστε επίσης
- Δήμητρα Κεχαγιά
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Αντώνης Ρεπανάς