Το Τάγμα Τηλεγραφητών

Το τραγούδι του Τσιτσάνη, εμπνευσμένο από τη θητεία του, μιλάει για τη Θεσσαλονικέων πόλη

Ο Βασίλης Τσιτσάνης φτάνει στη Θεσσαλονίκη το 1937 – υπάρχει μια μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο συνθέτης έχει έρθει τέλη του 1936: ένας μηχανικός που δούλευε στα μηχανουργεία του στρατού που βρίσκονταν εκεί που είναι τώρα το γήπεδο του ΠΑΟΚ, κάποιος κυρ-Δήμος, έλεγε πως τον γνώρισε ως φαντάρο εκείνη τη χρονιά. Δεν είναι απίθανο. Πάντως ο Τσιτσάνης, που είναι κλάσεως του 1936, έρχεται ως στρατιώτης στην πόλη στα όρια 1936-37, να υπηρετήσει τη θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στο στρατόπεδο Φαρμάκη, που βρίσκεται ακριβώς πίσω από τη Νομαρχία. Ο Ιωάννης Φαρμάκης ήταν οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, γεννήθηκε στη Βλάστη Κοζάνης το 1772 και καρατομήθηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη το 1821. Ο χώρος του Τάγματος Τηλεγραφητών περικλείεται από τις οδούς Βασιλίσσης Όλγας, Μητροπολίτου Κυδωνίων, Γεωργίου Παπανδρέου και Πλούτωνος. Η ευρύτερη περιοχή λεγότανε από τότε Ντεπό, λόγω αποθήκης (ντεπό) των τροχιοδρόμων (τραμ) που βρισκόταν παραδίπλα.

Από το χαρτί στο διαδίκτυο

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 68 (Ιούνιος 2019) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ


Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ:
https://www.culturalsociety.gr/eshop/

Ο Τσιτσάνης το 1937 είναι είκοσι δύο χρονών – γεννημένος το 1915, στα Τρίκαλα. Είναι ήδη κάπως γνωστός γιατί έχει φωνογραφήσει κάποια τραγούδια του στην Αθήνα, όπου πήγε μετά το Γυμνάσιο για να σπουδάσει στη Νομική, αλλά, ευτυχώς, τον κέρδισε η μουσική, διότι αν γινότανε δικηγόρος, θα είχαμε άλλον έναν καλό χασοδίκη, αλλά όχι τον Τσιτσάνη. Αυτά τα χρόνια που υπηρετεί στο Τάγμα, γράφει αρκετά υπέροχα τραγούδια που τρέχει με άδειες και τα φωνογραφεί, αγχωμένος, στην Αθήνα – ένα από τα ωραιότερα και που έχει πολλαπλή σημασία είναι το άσμα «Το Τάγμα Τηλεγραφητών» (ή, «Ασυρματιστής») , που το γράφει μεταξύ 1937 και 1938. Επιμένω: σε ηλικία 22-23 ετών. Και είναι ένα τραγούδι εμπνευσμένο όχι από μεγάλες ιδέες, έρωτες, ρομαντικές αφορμές, ούτε περιέχει αφηρημένους συμβολισμούς, όπως ας πούμε η «Συννεφιασμένη Κυριακή», της οποίας οι στίχοι δεν λένε τίποτε σαφές, παρά περιγράφουν μιαν εν γένει συναισθηματική κατάσταση στενοχώριας που υποτίθεται ότι επιδέχεται διάφορες ερμηνείες.

 

Επιστολή της Columbia προς τον Βασίλη Τσιτσάνη, με διεύθυνση «Β΄ Λόχον Τάγματος Τηλεγραφητών», Θεσσαλονίκη, 20 Ιουνίου 1938.

Το «Τάγμα», απεναντίας, είναι ένα τραγούδι που μιλάει για τη Θεσσαλονικέων πόλη. Αναφέρεται σε υπαρκτούς, συγκεκριμένους χώρους και στην πραγματική κατάσταση (ελλειπτικώς, βέβαια) του δημιουργού, της εποχής και της Σαλονίκης τότε. Ο Τσιτσάνης εμπνέεται εν προκειμένω από τον κοντινό περίγυρο, τον δοξάζει και τον μυθοποιεί διαπαντός. Από μια άποψη, τηρουμένων των αναλογιών, προηγείται του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (Μητέρα Θεσσαλονίκη, 1970) και του Γιώργου Ιωάννου. Το τραγούδι το φωνογραφεί τον Ιούνιο του 1938 στην ODEON. Οι στίχοι, η μουσική, η ενορχήστρωση είναι του Βασίλη Τσιτσάνη και τραγουδάει ο Δημήτρης Περδικόπουλος. Ξαναγράφω τους στίχους:

Ο ΑΣΥΡΜΑΤΙΣΤΗΣ (ΤΑΓΜΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ)

Πέντε μήνες βρίσκομαι μες στη Θεσσαλονίκη
Στο Τάγμα Τηλεγραφητών εκεί που μου ανήκει

Ενόμιζα πως θα ’μουνα παντοτινός πολίτης
Μα πήρα τον ασύρματο και έγινα προφήτης

Στον ώμο τον φορτώνουμαι και στο Ντεπό πηγαίνω
Κορίτσια της Καλαμαριάς όλα τα ξετρελαίνω

Αριστοκράτισσες μικρές ζητάνε να με δούνε
Αριστοκράτισσες μικρές ζητάνε να με δούνε

Στου Φλόκα περιφέρουνται για μένα συζητούνε
Τσιτσάνη ν’ αντικρίσουνε να παρηγορηθούνε

Το τραγούδι είναι όχι μόνο αυτό που θα λέγαμε αυτοβιογραφικό, αλλά για πρώτη φορά ο στιχουργός και συνθέτης καταγράφει συγκεκριμένες περιοχές της πόλης με το βλέμμα του τρίτου που έρχεται απέξω, απ’ τα Τρίκαλα, εν προκειμένω – τις βλέπει θαυμαστικά και τις δίνει υπεραξία μέσα στον χρόνο. Παράδειγμα: ουδείς θα θυμότανε τώρα το Τάγμα Τηλεγραφητών, δεν θα έδινε σημασία στο στρατόπεδο Φαρμάκη, αν δεν είχε γραφεί αυτό το τραγούδι. Κι ακόμα καταγράφει το Ντεπό, στο οποίο αργότερα αναφέρεται και ο ποιητής Νίκος Καββαδίας: «Μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό…».

Η πύλη του Τάγματος περί το 1938, με συστρατιώτες του συνθέτη.

Είναι πιθανό ο Τσιτσάνης να έχει δεχτεί επιρροή από τη «Φραγκοσυριανή» του Μάρκου, γραμμένη τρία χρόνια πριν, το 1935, που μιλάει για τοπωνύμια της Σύρου: «Θα σε πάρω να γυρίσω Φοίνικα, Παρακοπή, Γαλησσά και Ντέλα Γκράτσια και ας πάθω συγκοπή. Στο Πατέλι στο Νιχώρι, φίνα στην Αληθινή, και στο Πισκοπιό ρομάντζα, γλυκειά μου Φραγκοσυριανή…»

Στο «Τάγμα» επίσης ξεχωρίζει την Καλαμαριά, που τότε θεωρούνταν αριστοκρατική συνοικία, όπως βέβαια και η διπλανή και παραθαλάσσια περιοχή της Θεμιστοκλή Σοφούλη – ενώ ο «Φλόκας» που αναφέρει δεν είναι το κεντρικό ζαχαροπλαστείο, αλλά ένα από τα «Κιόσκια Φλόκα» που υπήρχαν εκείνη την εποχή σε διάφορες συνοικίες, προφανώς και στο Ντεπό. Ήταν κυκλικά κιόσκια με σκαμπό και τέντες που σέρβιραν πάστες, γλυκά και παγωτά. Τότε ο Φλόκας διέθετε και εργοστάσιο κάπου στη Βασιλέως Ηρακλείου, που έφτιαχνε σοκολάτες και καραμέλες, τις περίφημες «Φλόκες», και μοσχομύριζε γύρω όλη η περιοχή της πλατείας Αριστοτέλους.

Επίσης, είναι φανερός ο αυτοσαρκασμός του στιχουργού-συνθέτη στη φράση «μα πήρα τον ασύρματο και έγινα προφήτης», ενώ δεν είναι ενοχλητικός ο κάπως αυτάρεσκα αυτοαναφορικός στίχος «Τσιτσάνη ν’ αντικρίσουνε να παρηγορηθούνε», ίσως εξαιτίας του ρήματος «να παρηγορηθούνε», που εννοεί κάτι παραπάνω απ’ τη θέα του ίδιου ως προσώπου.

Ο Τσιτσάνης αυθόρμητα και από δημιουργικό ένστικτο επαληθεύει τη γνωστή φράση ότι η ποίηση δεν βρίσκεται στις μεγάλες ιδέες, αλλά ακριβώς δίπλα μας. Κατά τον Αντρέ Μπρετόν: «Η ποίηση είναι στον δρόμο. Αφήστε τον γάμο και πάτε για πουρνάρια». Ο συνθέτης καταρχάς βλέπει, και μετά φωταγωγεί το οικείο, το συνηθισμένο, το καθημερινό, και το ανεβάζει στην περιωπή του μύθου.

Η φράση «αριστοκράτισσες μικρές ζητούνε να με δούνε» υπαινίσσεται ίσως και την επιθυμία του φτωχότερου να καταξιωθεί στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις – και είναι γνωστή η δυσαρέσκεια του Τσιτσάνη για τους πλούσιους των Τρικάλων που υποστηρίζει ότι δύσκολα τον αναγνώριζαν ή τον αποδέχονταν, ακόμα και όταν είχε γίνει πολύ γνωστός.

Αλλά είναι και μια αλήθεια αυτό που λέει στο τραγούδι: εκείνη την εποχή που ο Τσιτσάνης είχε κάποια δόξα λόγω των δίσκων που είχε γράψει και ακούγονταν ήδη παντού, οπότε αρκετά κορίτσια της περιοχής πήγαιναν στο σύρμα του στρατοπέδου με την ελπίδα να δούνε εντός τον φαντάρο-συνθέτη, ή ζητούσαν από τους αλφαμίτες της πύλης του στρατοπέδου να τον φωνάξουνε για να τον γνωρίσουν.

Λεπτομέρεια από τα κτίσματα του παλιού Στρατοπέδου Φαρμάκη. Φωτογραφία Βασίλη Μποζίκη, 1989.

Ο Τσιτσάνης μέσα στο Τάγμα γνωρίζει τον συστρατιώτη του κιθαρίστα Γιώργο Τσανάκα, που καταγόταν από τον Βόλο – πριν στρατευθεί δούλευε στα καπνεργοστάσια του Ματσάγγου, στην πόλη του, και τις νύχτες έπαιζε σε μαγαζιά. Γίνονται θερμοί φίλοι, συνεργάτες μετά, σε όλη την Κατοχή, και κουμπάροι. Ο Τσανάκας είναι αυτός που ακούει πρώτος τις νέες συνθέσεις του Τσιτσάνη, τις αξιολογεί, τις κουβεντιάζει και τις πρωτοπαίζει μαζί με τον συνθέτη μέσα στο Τάγμα. Είναι συνέχεια μαζί.

Μια μέρα, στο σύρμα του στρατοπέδου έρχονται δυο κορίτσια για να γνωρίσουν τον Τσιτσάνη. Η Ζωή Σαμαρά και η Μάγδα Λιόλιου. Μένουνε λίγο παραπάνω, στην περιοχή Τέρμα Βούλγαρη τώρα, και τα σπίτια τους είναι μεσοτοιχία. Ο συνθέτης είναι με τον φίλο του, τον Τσανάκα, και συναντούν τις δυο νέες κοπέλες. Η διπλή γνωριμία εξελίσσεται λίγο αργότερα σε διπλό γάμο: ο μεν Τσανάκας παντρεύεται τη Μάγδα Λιόλιου και ο Τσιτσάνης, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1943, στον ναό του Αϊ-Λευτέρη, τη Ζωή Σαμαρά. Ο συνθέτης, μέχρι που έφυγε, το 1984, έστελνε κάθε χρόνο, την ημερομηνία της επετείου του γάμου του, χρήματα στον ιερέα του ναού του Αγίου Ελευθερίου, εις μνήμην.

Αριστερά: Ο Βασίλης Τσιτσάνης με την αρραβωνιαστικιά του, Ζωή Σαμαρά, στη Θεσσαλονίκη το 1939. Δεξιά: Το πιστοποιητικό γάμου του Βασίλη Τσιτσάνη και της Ζωής Σαμαρά. Ο γάμος τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης στις 30 Σεπτεμβρίου 1943.

Αλλά υπάρχουνε και ενδιάμεσες περιπέτειες: ο Τσιτσάνης, όταν φουντώνει ο έρωτάς του για τη Ζωή, πιάνει ένα δωμάτιο στην οδό Στρωμνίτσης, και ένα βράδυ πάει με φίλους του να κάνει καντάδα στην αγαπημένη του, στο σπίτι της, αργά τη νύχτα. Ξυπνάει ο πατέρας της και έξαλλος βγάζει μια κουμπούρα που είχε από τον πρώτο παγκόσμιο και αρχίζει τους πυροβολισμούς – λίγες μέρες μετά, ο Τσιτσάνης πάει και μιλάει στον αδερφό της Ζωής, τον Αντρέα, και του λέει πως θέλει να ζητήσει επίσημα το χέρι της αδερφής του.

Οπότε, είναι πιθανώς και σχετικώς αυτοβιογραφικά και δύο υπέροχα τραγούδια που γράφει ο Τσιτσάνης το 1938, το «Θα ’ρθω μια γλυκιά βραδιά, μια χιονισμένη νύχτα» και το «Απόψε να μην κοιμηθείς, θέλω να σου ζητήσω, θα ’ρθω με κάτι φίλους μου για να σου τραγουδήσω», που βέβαια θυμίζει έντονα το «Χαράματα η ώρα τρεις» του Μάρκου, το οποίο γράφτηκε ένα χρόνο πριν.

Στο ίδιο στρατόπεδο, στο Τάγμα Τηλεγραφητών, την ίδια εποχή υπηρετεί και ο Χαρίλαος Φλωράκης, κατοπινός Γ.Γ. του ΚΚΕ, όπου γνωρίζει, βέβαια, και τον Τσιτσάνη, στον οποίο θα αναφερθεί αργότερα σε συνεντεύξεις του. Στο μεταξύ, αυτή την όραση του πραγματικού, του υπαρκτού, της όντως πόλεως, και την μεταπλασμένη καταγραφή τους μέσα στα τραγούδια του την μετέρχεται ο Τσιτσάνης και σε επόμενα, διάσημα τραγούδια του, όπως η «Δροσούλα»: «Άνω κάτω χτες τα κάναμε, στου Σιδέρη τον παλιό τεκέ…». Ο τεκές του Σιδέρη ήταν πραγματικός και βρισκόταν δίπλα στα «Κούτσουρα» (Νικηφόρου Φωκά 10) του Δαλαμάγκα. Τον αναφέρει και ο τραγουδιστής Τάκης Μπίνης στην αυτοβιογραφία του, λέγοντας πως κατέφυγε εκεί στην Κατοχή, για μερικές μέρες, μέσα στον τεκέ, όταν τον κυνηγούσαν κάτι ταγματασφαλίτες.

Στιχουργικά κάνει το ίδιο ο Τσιτσάνης σε ένα από τα διασημότερα τραγούδια του, το «Χατζημπαχτσέ» (ή, «Μπαχτσέ Τσιφλίκι», φωνογραφήθηκε το 1946, Columbia), όπου αναφέρεται σε πολλές φημισμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης. Τις ονοματίζει, τις δοξάζει και τις σώζει στον αιώνα: Μπαξέ Τσιφλίκι, Κούτσουρα του Δαλαμάγκα, Βάρνα, Καραμπουρνάκι, Κέντρο Καλαμάκι, Μπεχτσινάρι.

Και βέβαια, ο Γιώργης Δαλαμάγκας (γεν. 1901, πέθανε τέλη δεκαετίας του ’70), διάσημη περσόνα της εποχής, θα μείνει για πάντα εξαιτίας αυτού του τραγουδιού του Τσιτσάνη, όπως και ο τεκές του Σιδέρη. (Έχει γράψει αργότερα ένα διήγημα με τίτλο «Δροσούλα» και ο πεζογράφος Τόλης Καζαντζής.) Ο Δαλαμάγκας που ξεκίνησε την καριέρα του στήνοντας μπαρμπουτιέρα σε ένα από τα τελευταία τζαμιά που είχαν απομείνει στην πόλη, έφτιαξε την ταβέρνα «Τα Κούτσουρα» (τέως ξυλάδικο), όπου τραγουδούσε συχνά ο Τσιτσάνης, έβγαλε πολλά χρήματα εμπορευόμενος καταχραστικά μπίρες επί Κατοχής, άνοιξε διάφορα μαγαζιά κατόπιν, και κατασπατάλησε τα πάντα στα γλέντια, στο χασίσι, στα κουμάρια και στα αγόρια στα οποία είχε αδυναμία. Το μότο του για τη ζωή ήταν: «Ψυχαγωγίκ και μουζίκ». Τα τελευταία του χρόνια, πλανώμενος, ζούσε από χαρτζιλίκια του Γιάννη Βελλίδη και πέθανε έρημος στο Λεμπέτ. Λέγεται πως εκεί πήγε να του πάρει συνέντευξη ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο Δαλαμάγκας τον ρώτησε: «Την πίνεις καθόλου;» (εννοούσε αν καπνίζει χασίς). Ο Παπαδόπουλος λέει, «Όχι». Και ο Δαλαμάγκας: «Έ, τότε, πώς θα σου δώσω συνέντευξη;».

Τα εγκαταλελειμμένα κτίσματα του Στρατοπέδου Φαρμάκη το 1989, λίγο πριν από την αναπαλαίωσή τους. Φωτογραφία Βασίλη Μποζίκη.

Τη δομή και την όραση των τραγουδιών «Τάγμα Τηλεγραφητών» και «Μπαξέ Τσιφλίκι» μιμείται προφανώς και ο επίσης εξαίρετος συνθέτης Κώστας Ρούκουνας (1903-1984), ο οποίος το 1947 φωνογραφεί το άσμα «Με μια τσαχπίνα μπλέχτηκα». Η στιχουργική επίδραση του Τσιτσάνη είναι φανερή. Γράφει ο Ρούκουνας: «Με μια τσαχπίνα μπλέχτηκα μες στη Θεσσαλονίκη, που ήταν σαν τη ζωγραφιά και τήνε λέγαν Νίκη. Γλέντι τρελό εκάναμε μαζί κάθε βραδάκι, Χατζημπαχτσέ πηγαίναμε και στο Καραμπουρνάκι. Ζωή χρυσή περνούσαμε τη νύχτα με φεγγάρι, στης Σαλονίκης τις δροσιές μέσα στο Μπεχτσινάρι…». Αναφέρεται ακριβώς στα ίδια τοπωνύμια – ο Λευκός Πύργος θα μπει αργότερα στην τραγουδοποιία με τον Ζαμπέτα – αλλά κι αυτός δεν παραλείπει την Καλαμαριά.

Το «Τάγμα» του Τσιτσάνη, από τα ωραιότερα τραγούδια του, ξεκινάει φόρτσα, με εντυπωσιακά μεγαλοπρεπή εισαγωγή και με ταυτόχρονο χτύπημα της μουργκάνας (πάνω χορδής). Η εισαγωγή είναι πιο περίπλοκη από το τραγούδι καθεαυτό, το οποίο κινείται σχεδόν σε τυπικό δρόμο χουζάμ. Είναι κάτι σύνηθες στον συνθέτη, ο οποίος παιδευότανε μάλλον περισσότερο με τις προ-εισαγωγές και τις εισαγωγές, παρά με το ίδιο το άσμα. Οι αρχικές εμπνεύσεις του ήταν πληθωρικές και πολλαπλές, αλλά και αμετακίνητη η επιμονή του να οδηγήσει το όλο τελικό αποτέλεσμα του τραγουδιού στα έσχατα, λεπτουργώντας κάθε μοτίβο, κάθε νότα.

Όντας φαντάρος στο Τάγμα Τηλεγραφητών, ο Τσιτσάνης περνούσε λαθραία τα βράδια απ’ τα σύρματα του στρατοπέδου με τον Τσανάκα και πήγαιναν κι έπαιζαν και γλεντούσαν σε διάφορα σπίτια φίλων τους πέριξ της Σοφούλη. Μια νύχτα, αργά, επιστρέφοντας, τον τσάκωσε κάποιος λοχίας την ώρα που έμπαινε κρυφά μέσα απ’ το συρματόπλεγμα. Την άλλη μέρα τον έβγαλε στην αναφορά. Ο λοχαγός τον ρώτησε: «Τσιτσάνη, τι γύρευες χτες το βράδυ στα σύρματα;». Και ο συνθέτης: «Είμαι ασυρματιστής κύριε λοχαγέ, και γι αυτό πήγα στα σύρματα, να τα επιθεωρήσω». Το 1982, δύο χρόνια πριν φύγει οριστικά ο Τσιτσάνης (18 Ιαν. 1984), επισκέπτεται το Τάγμα Τηλεγραφητών και βγαίνει μια φωτογραφία επί της Γεωργίου Παπανδρέου με φόντο τα έρημα, πια, κτίσματα του στρατοπέδου.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης μπροστά στο παλιό Τάγμα Τηλεγραφητών το 1982.

Διαβάστε επίσης

Αρχιτεκτονική και μνήμη, 108 χρόνια μετά τον θάνατο του αρχιτέκτονα που σημάδεψε την πόλη.
Εκατό εικόνες στον Ι.Ν. Προφήτη Ηλία διατηρούν την ιστορία και τα ονόματα κατοίκων της παλιάς Καπουτζήδας
Από τον Κήπο του Μπέχτσιναρ και τα καραβάκια της Περαίας, στην καθημερινή βουτιά στη Ντοβίλ και την Αρετσού
Όταν η ΔΕΘ παρουσίαζε την κατάκτηση του Διαστήματος, η Θεσσαλονίκη έχτιζε τον δικό της πύργο του μέλλοντος