Μάρτιος 1821. Η φλόγα της Επανάστασης απλώνεται σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στα μέσα Μαΐου φτάνει στη Χαλκιδική υπό τον Φιλικό Εμμανουήλ Παπά. Χωριά καίγονται, χιλιάδες Έλληνες σφαγιάζονται.
Στη Θεσσαλονίκη, διοικητής είναι ο Γιουσούφ μπέης, σκληρός «χριστιανομάχος». Στο άκουσμα των γεγονότων στη Χαλκιδική φυλακίζει χριστιανούς σε εκκλησίες, ενώ πρόκριτοι της πόλης (Μενεξές, Βλάλης, Μπαλάνος, Πάικος), ιερείς και μοναχοί, αποκεφαλίζονται σε σημεία όπως το Καπάνι.
Πολλές είναι μέχρι και σήμερα οι αναφορές στο μαρτύριο περίπου 100 Ελλήνων, γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, στον Άγιο Αθανάσιο, κυρίως με βάση το έργο του επιφανούς ιστορικού Απόστολου Βακαλόπουλου. Τον Αύγουστο του 1821, γράφει ο Βακαλόπουλος στο βιβλίο του Η ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ. – 1983, η τρομοκρατία εντός της Θεσσαλονίκης ήταν πια σε ύφεση, με τις εκκλησίες να ξανανοίγουν και πολλούς Έλληνες να αφήνονται ελεύθεροι ύστερα από πολύμηνη φυλάκιση. Στον Άγιο Αθανάσιο, όμως, οι φυλακισμένοι, στην πλειονότητά τους γέροι και γυναικόπαιδα, δεν απελευθερώθηκαν.
Εκεί μέσα τους άφησαν χωρίς νερό και τροφή. Και όταν ύστερα από 40 μέρες άνοιξαν τις πόρτες, είδαν ένα τρομερό θέαμα. Καμιά εκατοστή πτώματα αποσυντεθειμένα και καταφαγωμένα από τα ποντίκια ήταν ξαπλωμένα πάνω στις πλάκες – είχαν πεθάνει από την πείνα και τη δίψα! Η δυσοσμία μάλιστα ήταν τόσο έντονη που πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για ένα διάστημα.
O Βακαλόπουλος επικαλείται ως πηγή του για το μαρτύριο στον Άγιο Αθανάσιο το άρθρο ενός λόγιου Κωνσταντινουπολίτη με πλούσια εκδοτική και μεταφραστική δραστηριότητα, ονόματι Αβραάμ Ν. Παπάζογλου. Στο άρθρο του με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάιο του 1821» (Μακεδονικά, 1940), ο Παπάζογλου παρουσιάζει ένα «παλιό, άγνωστο χειρόγραφο» της οθωμανικής περιόδου, το οποίο αποδίδει στον καδή (ιεροδίκη) της Θεσσαλονίκης Χαϊρουλλάχ ιμπν Σινασή Μεχμέτ αγά και τιτλοφορείται «Οδοιπορικόν» (Σεγιαχατναμέ).
Για δεκαετίες η πηγή αυτή θεωρήθηκε αξιόπιστη. Συναντάται, μεταξύ άλλων, στο έργο του Βρετανού ιστορικού Mark Mazower (στο βιβλίο του Θεσσαλονίκη, Πόλη Φαντασμάτων: Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950), ενώ είχε συγκινήσει επίσης τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον συγγραφέα Ισίδωρο Ζουργό.
Το 2015, όμως, ο οθωμανολόγος Μαρίνος Σαρηγιάννης, διευθυντής σήμερα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών, κατάφερε ισχυρό πλήγμα στην αξιοπιστία της αφήγησης, με άρθρο του στο περιοδικό Μνήμων. Ο τίτλος δηλωτικός: «Μια πλαστή πηγή για τις σφαγές στη Θεσσαλονίκη το 1821: Ο Χαϊρουλλάχ Εφέντης του Αβραάμ Ν. Παπάζογλου».
Ο κ. Σαρηγιάννης λέει ότι επιδόθηκε στην έρευνά του διότι του φάνηκαν υπερβολικές οι αποδιδόμενες στον Χαϊρουλλάχ αφηγήσεις περί απέραντου σφαγείου στο οποίο είχε μετατραπεί η Θεσσαλονίκη. Σχολιάζει τόσο το ύφος του κειμένου που υποτίθεται ότι ανακάλυψε ο Παπάζογλου – «θυμίζει περισσότερο ιστορικό μυθιστόρημα» – όσο και πραγματολογικές αντινομίες: «την αναφορά σε κωδωνοκρουσίες, την αλλοπρόσαλλη χρήση του ισλαμικού και του χριστιανικού ημερολογίου, τη φυλάκιση του υποτιθέμενου ιεροδίκη από τον τοποτηρητή του διοικητή της πόλης, αλλά και τις χρονολογικές και προσωπογραφικές αντιφάσεις».
«Είμαι σίγουρος πως η πηγή του Παπάζογλου είναι πλαστή», λέει ο ίδιος.
«Είναι κείμενο που έγραψε ο ίδιος με βάση πηγές που είχε για κάποιον καδή, το οποίο καλή τη πίστει αργότερα άλλοι ερευνητές, όπως ο Βακαλόπουλος και ο Μαζάουερ, αναπαρήγαγαν, οι οποίοι όμως είναι νεοελληνιστές, όχι τουρκολόγοι. Κατά τη γνώμη μου, ο Παπάζογλου το έκανε επίτηδες, καθώς επιβεβαιωμένα είχε κάνει αντίστοιχες παραχαράξεις αρκετές φορές. Ήξερε πως εκείνη την εποχή λίγοι διάβαζαν οθωμανικά και ακόμα λιγότεροι θα μπορούσαν να το ψάξουν. Συνεπώς, πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με ό,τι γράφει».
Ο ιστορικός και ερευνητής Ευάγγελος Χεκίμογλου θεωρεί πως, αν μη τι άλλο, ο Παπάζογλου κάπου βασίστηκε. Όπως λέει στο ΘΠ, «μπορεί όντως το 90% των όσων γράφει ο Παπάζογλου να είναι μυθεύματα, προσωπικά όμως είμαι πεπεισμένος ότι υπήρχε κάποια πηγή, την οποία ο Παπάζογλου βρήκε και εμπλούτισε».
Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο οποίος έχει γράψει εκτενώς για τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, επισημαίνει αναφορές στο κείμενο του Παπάζογλου που είναι απολύτως αληθοφανείς, με στοιχεία τα οποία δεν θα μπορούσε να γνωρίζει από μόνος του. Ενδεικτικά, αναφέρεται στους πρόκριτους της πόλης που συγκεντρώνονταν στις στοές του Αγίου Μηνά («αυτό δεν θα μπορούσε να το έχει δει μόνος του, η διαρρύθμιση της αυλής είναι τέτοια, που δεν φαίνεται απ’ έξω») και σε ένα καφενείο που υπήρχε κοντά στον Άγιο Νικόλαο («δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει, καθώς δεν ήταν Θεσσαλονικιός»).
Ο ιστορικός και ερευνητής Γιάννης Ταχόπουλος δεν θεωρεί καταδικαστική για τον θρύλο των μαρτύρων του Αγίου Αθανασίου την αναξιοπιστία του Χαϊρουλλάχ ως πηγής, καθώς υπάρχουν δύο άλλες πηγές από προφορικές παραδόσεις, τις οποίες παραθέτει στο βιβλίο του Λησμονημένη Εθνοκάθαρση – Η Θεσσαλονίκη στον Αγώνα του 1821 (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2021).
«Οι προφορικές μαρτυρίες δεν θεωρούνται κατ’ αρχήν ύποπτες στην ιστοριογραφία. Οι μαρτυρίες της Αγγελικής Μεταλλινού και του Βασίλη Μεσολογγίτη διαφέρουν. Θα ήταν ύποπτες αν ήταν ολόιδιες, γιατί εκεί θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο ένας αντέγραψε τον άλλον. Η μαρτυρία του Χαϊρουλλάχ μένει να αποδειχθεί αν ήταν αληθινή. Το μάντρωμα των κατοίκων στις εκκλησίες το αναφέρουν, πάντως, και οι πρόξενοι. Αφήνοντάς τους χωρίς νερό και τροφή, οι Τούρκοι πρακτικά τους εκτελούσαν».
Η καταγραφή της Μακεδονομάχου Αγγελικής Μεταλλινού-Τσιώμου είναι η εξής, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του Γιάννη Ταχόπουλου:
«Ὑπάρχει παράδοσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου κατὰ τὰ ἔτη τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ τὸ 21, ἐχρησιμοποιήθη ὑπὸ τῶν Τούρκων ὡς φυλακὴ τῶν γυναικοπαίδων, τὰ ὁποῖα ἐνεκλείσθησαν ἐκεῖ καὶ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας προσευχόμενα παρέμειναν νηστικά, ἄνευ ὕδατος καὶ τροφῆς ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἵνα μολυνθῇ ὁ ἱερὸς ναός. Καὶ πράγματι, μετὰ 40 ἡμέρας, ὅτε ἠνοίχθη ὁ ναός, εὑρέθησαν οἱ δήμιοι πρὸ τραγικωτάτου καὶ φρικτοτάτου θεάματος. Ὅλα τὰ σώματα τῶν χριστιανῶν ἐκείνων ἐγκαθείρκτων γυναικοπαίδων, ἦσαν πλέον καταφαγωμένα ὑπὸ τῶν ποντικῶν, ἡ δὲ δυσοσμία ἦτο ἀπερίγραπτος, τόσον μάλιστα, ὥστε ὁ ἀὴρ τῆς συνοικίας ἐκείνης νὰ μολυνθῇ, οἱ δὲ κάτοικοι αὐτῆς νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἐπὶ τινα καιρὸν ἐκ τῶν οἰκιῶν των».
Η μαρτυρία Μεσολογγίτη συναντάται σε άρθρο του με τίτλο «Στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821. Τί περιέσωσεν ἡ παράδοσις» (Ελληνικός Βορράς, 1945). Ο ίδιος γράφει ότι βασίζεται σε προφορική παράδοση που του μετέφερε η γιαγιά του.
«Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλες ἐκκλησίες ἔκλεισαν γυναικόπαιδα καὶ μάλιστα στὸν Ἅγιο Θανάση ποὺ ἦταν τότε καινούργια ἐκκλησία. […] Μόνο στὸν Ἅγιο Θανάση ἦταν ἀκόμη φυλακισμένοι. Τοὺς εἶχαν ξεγυμνώσει οἱ Τοῦρκοι καὶ ἄφησαν ἐκεῖ γυναῖκες ἡλικιωμένες, γέρους καὶ παιδιά. Τοὺς εἶχαν λησμονήσει φαίνεται. Ἀλλὰ μιὰ ἀποφορά φοβερὴ ἐγέμιζε τὴν γειτονιὰ γύρω. Αὐτὸ ἠνάγκασε μερικοὺς γείτονες νὰ πηγαίνουν ἕνα βραδάκι ν’ ἀνοίξουν τὴν ἐκκλησία. Καὶ τότε βρέθηκαν ἐμπρὸς εἰς ἕνα φοβερὸ θέαμα. Καμμιὰ ἑκατοστὴ πτώματα ἦταν καταγῆς στὶς πλάκες εἰς ἀποσύνθεσιν καὶ ἐβρωμοῦσαν φοβερά. Εἶχαν πεθάνει οἱ δυστυχεῖς ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ ἀπὸ τὴν δίψαν…».
Κάπως έτσι, το ερώτημα γύρω από το μαρτύριο στον Άγιο Αθανάσιο παραμένει ανοιχτό. Οριστική απάντηση ίσως δώσει εν εξελίξει έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης σε οστά που βρέθηκαν στο εσωτερικό του ναού τη δεκαετία του 1960. Όποια κι αν είναι η κατάληξή της, ο Άγιος Αθανάσιος θα παραμείνει ένας από τους πιο ιστορικούς ναούς της πόλης, ο οποίος, όπως έχει γράψει η Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου, «θα επιβιώσει πιθανότατα του περιβάλλοντός του και ακόµη περισσότερο της παρακείµενης τοιχογραφίας».