Η Θεσσαλονίκη του Ποζέλι
Αρχιτεκτονική και μνήμη, 108 χρόνια μετά τον θάνατο του αρχιτέκτονα που σημάδεψε την πόλη.
Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Βιταλιάνο Ποζέλι στις 23 Σεπτεμβρίου 1918, επιστρέφουμε στη ζωή και το έργο του Σικελού αρχιτέκτονα, που έκανε τη Θεσσαλονίκη πατρίδα του και άφησε στα κτίριά της το αποτύπωμα μιας πόλης κοσμοπολίτικης, πολυθρησκευτικής και στραμμένης ταυτόχρονα προς τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη.
Τον 19ο αιώνα, και ιδίως από την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κοιτάζει όλο και περισσότερο προς δυσμάς με στόχο τον θεσμικό, αστικό και αισθητικό εκσυγχρονισμό της. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία ο εκλεκτικισμός αρχίζει να κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική, και το καταφέρνει, κατά μία έννοια, με αυτό που λέει και το όνομά του: «εκλέγω – επιλέγω» στοιχεία από διαφορετικές ιστορικές περιόδους και, συνθέτοντάς τα, καταλήγω στη δημιουργία της τελικής μορφής του έργου.
Στο ευρύτερο αρχιτεκτονικό υπόβαθρο της εποχής βρίσκεται και το λεγόμενο οθωμανικό ή τουρκο-μπαρόκ, στυλ που είχε εμφανιστεί ήδη από τον 18ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, ενσωματώνοντας ευρωπαϊκές μπαρόκ και ροκοκό επιρροές στην οθωμανική αρχιτεκτονική παράδοση. Στη Θεσσαλονίκη, ο εκλεκτικισμός συνδυάζει νεοκλασικά, νεομπαρόκ και άλλα ευρωπαϊκά ιστοριστικά στοιχεία με οθωμανικές και ανατολίζουσες αναφορές. Όπως έχει δείξει ο αρχιτέκτονας και ιστορικός της αρχιτεκτονικής Βασίλης Κολώνας στις μελέτες του για την ύστερη οθωμανική Θεσσαλονίκη, ο εκλεκτικισμός συνδέεται στενά με την κοινωνική και οικονομική μεταμόρφωση της πόλης.
Από αυτό το ιστορικό σημείο αναφοράς του εκλεκτικισμού, την Κωνσταντινούπολη, θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη ο γεννημένος το 1838 στο Καστιλιόνε της Σικελίας Ιταλός αρχιτέκτονας Βιταλιάνο Ποζέλι (Vitaliano Poselli). Έχοντας σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Ρώμη, το 1867 θα αναλάβει την κατασκευή του καθολικού ναού του Santo Stefano στην πόλη, όπου βρέθηκε, σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση που διέσωσε αργότερα η εγγονή του, Ζωρζέττα Ποζέλλι, έπειτα από πρόσκληση του καθολικού ιερέα Ντον Μπόσκο.
Χάρη στην εντύπωση που προκάλεσε το έργο του στην Κωνσταντινούπολη, ο Ποζέλι θα αναλάβει μεγάλη οθωμανική παραγγελία στη Θεσσαλονίκη: την κατασκευή του Ινταντιέ (Mekteb-i İdadiye), ενός δευτεροβάθμιου προπαρασκευαστικού σχολείου της οθωμανικής διοίκησης, το οποίο ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και είναι σήμερα η Παλιά Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
Ο εκλεκτικισμός στη Θεσσαλονίκη συνδέεται και με τον μεταπρατικό χαρακτήρα της πόλης, δηλαδή με την οικονομική ανάπτυξη της τάξης των εμπόρων και, ευρύτερα, μιας νέας αστικής τάξης τραπεζιτών, βιομηχάνων και επιχειρηματιών. Η Θεσσαλονίκη θυμίζει άλλες ευρωπαϊκές πόλεις που ανθίζουν οικονομικά την περίοδο εκείνη, όπως η Βιέννη, το Βουκουρέστι και η Τεργέστη. Ομάδες χρηματιστών, βιομηχάνων, εμπόρων αλλά και επιστημόνων μεταφέρουν στην πόλη ένα έντονα δυτικό χρώμα, την ίδια στιγμή που η Θεσσαλονίκη εντάσσεται όλο και περισσότερο σε δίκτυα εμπορίου, κεφαλαίων, σιδηροδρόμων και επικοινωνιών που συνδέουν την ανατολική Μεσόγειο με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Η Βίλα Ίντα (1886–1890), που βρισκόταν κάποτε στη γωνία Αλ. Φλέμινγκ και Βασ. Όλγας, και συνδέθηκε με την οικογένεια Μοδιάνο, συγκαταλέγεται στα πρώτα έργα του Ποζέλι στην πόλη. Η βίλα δεν σώζεται σήμερα, αποτελεί όμως χαρακτηριστικό δείγμα του νέου κόσμου των επαύλεων που εμφανίζεται στην περιοχή των Εξοχών στα τέλη του 19ου αιώνα. Έδειξε δε ξεκάθαρα πως ο Ιταλός αρχιτέκτονας είχε επιλέξει τον εκλεκτικισμό ως το στυλ που έπρεπε στα κτήρια της πόλης.
Πράγματι, ο Ποζέλι θα αφήσει ακόμη πιο έντονο το αποτύπωμά του με το επιβλητικό κτίσμα του οθωμανικού Διοικητηρίου ή Κονάκ (πρώην Υπουργείο Μακεδονίας–Θράκης), έργο του 1891. Με το κτίριο αυτό συνδέεται μία από τις πιο γνωστές ιστορίες γύρω από τον αρχιτέκτονα: τα περίπου «60.000 αυγά» που, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση που κατέγραψε η Ζωρζέττα Ποζέλλι, χρησιμοποιήθηκαν μαζί με πέτρα και ασβέστη στα θεμέλια, ώστε το μείγμα να «σφίξει».
Όταν το κτίσμα του Διοικητηρίου είχε φτάσει στον πρώτο όροφο, οι εργασίες, σύμφωνα και πάλι με την ίδια οικογενειακή αφήγηση, σταμάτησαν για περίπου έξι μήνες. Υπομονετικά ο Ποζέλι περίμενε «για να σφίξει καλά» η κατασκευή και μετά συνέχισε με το υπόλοιπο κτίσμα. Η Ζωρζέττα Ποζέλλι συνδέει μάλιστα την ιστορία αυτή με την αντοχή των κτιρίων του παππού της στους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν τη Θεσσαλονίκη το 1902, το 1932 και το 1978, αναφέροντας ότι κανένα από αυτά δεν υπέστη την παραμικρή ρωγμή.
Ο Ποζέλι θα σχεδιάσει μία σειρά από βίλες, κατοικίες, καταστήματα και δημόσια κτίρια για ισχυρές οικογένειες και επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης, όπως οι Μοδιάνο, οι Αλλατίνη, οι Μορπούργκο και οι Λομπάρδο.
Παράλληλα, θα εργαστεί για διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες της πόλης. Στον Φραγκομαχαλά σχεδίασε τον καθολικό ναό της Αμώμου Συλλήψεως, στη θέση παλαιότερου καθολικού ναού, έργο που αποπερατώθηκε το 1899.
Το πασάζ, η σημερινή Στοά Μαλακοπή, αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό έργο του Ποζέλι. Κατασκευάστηκε το 1906–1907 για να στεγάσει, μεταξύ άλλων, την Τράπεζα Θεσσαλονίκης, η οποία είχε ιδρυθεί το 1888. Ο Φραγκομαχαλάς είχε ήδη εξελιχθεί σε μία από τις καρδιές του χρηματοοικονομικού συστήματος της εποχής. Το έργο υπογράμμισε το στοιχείο της σύνθεσης που χαρακτήριζε τον Ιταλό αρχιτέκτονα, ο οποίος δεν διαχώρισε τις τεχνοτροπίες και αρχιτεκτονικές προτάσεις των Οθωμανών, της ελληνικής κοινότητας και των Εβραίων, αλλά τις πάντρεψε.
Με τη Μαλακοπή συνδέεται άλλη μία ιστορία που έχει ενσωματωθεί στη μνήμη της Θεσσαλονίκης: λέγεται ότι το μεγάλο ρολόι της πρόσοψης σταμάτησε στις 11.07, την ώρα του καταστροφικού σεισμού της 20ής Ιουνίου 1978. Όπως και με τα αυγά του Διοικητηρίου, η λεπτομέρεια είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο για το αν συνέβη ακριβώς έτσι, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα κτίρια του Ποζέλι απέκτησαν τη δική τους μεταγενέστερη μυθολογία.
Ακάθεκτος ο Ποζέλι θα χαρίσει στην πόλη την Αρμενική Εκκλησία, τη Συναγωγή Μπεθ Σαούλ (καταστράφηκε το 1943), τους Μύλους Αλλατίνη, κατοικίες, όπως αυτή του τραπεζίτη Λεβί Σαούλ Μοδιάνο, και βέβαια το Γενί Τζαμί, το οποίο χτίστηκε μεταξύ 1900 και 1902 για την κοινότητα των Ντονμέδων της Θεσσαλονίκης και αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα εκλεκτικισμού στην πόλη.
Οι Μύλοι Αλλατίνη σε παλιά καρτ ποστάλ (αριστερά). Το συγκρότημα αποτυπώνει τη βιομηχανική πλευρά της Θεσσαλονίκης στην οποία εργάστηκε ο Ποζέλι. Εικ.: Wikimedia Commons, Public Domain. Δεξιά, το κτίσμα σήμερα (φωτ.: Αλέξανδρος Αβραμίδης).
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923–1924) το Γενί Τζαμί στέγασε για μικρό διάστημα πρόσφυγες, στη συνέχεια έγινε μουσείο και σήμερα είναι εκθεσιακός χώρος του Δήμου Θεσσαλονίκης. Αν το επισκεφθείτε θα δείτε στην αριστερή πλευρά της κεντρικής εισόδου τη μαρμάρινη επιγραφή με το όνομα του Βιταλιάνο Ποζέλι γραμμένο στην ιταλική γλώσσα και τα οθωμανικά τουρκικά, ενώ στον νότιο εξωτερικό τοίχο υπάρχει μαρμάρινο ηλιακό ρολόι.
Ο Βιταλιάνο Ποζέλι δεν ήταν, όμως, ένας ξένος αρχιτέκτονας που απλώς πέρασε από τη Θεσσαλονίκη. Το 1888 παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη, όπου δημιούργησε την οικογένειά του και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αγάπησε τη Θεσσαλονίκη και συνέδεσε τη ζωή του μαζί της. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1918 και είναι θαμμένος στο Καθολικό Κοιμητήριο της πόλης. Άφησε στις ζωές μας κάτι περισσότερο από κτίρια. Άφησε σημεία αναφοράς, σημεία μνήμης.
Διαβάστε επίσης
- Γιάννης Κεσσόπουλος
- Νατάσα Καραθάνου
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Ηλίας Κ. Σβέρκος