Πώς ήταν η Θεσσαλονίκη που αντίκρισε ο σουλτάνος το 1859;
Η πρώτη αυτοκρατορική επίσκεψη τον 19ο αιώνα στην ευρωπαϊκή πόλη-κόσμημα της αυτοκρατορίας
- Γιάννης Στεφάνωβ
- 10/7/2025
Mary A. Walker (Εικόνα από το βιβλίο Through Macedonia to the Albanian Lakes . Λονδίνο: Chapman and Hall, 1864.)
1859, Θεσσαλονίκη, Η Θεσσαλονίκη το 1859, Οθωμανική Θεσσαλονίκη, επίσκεψη σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ στη Θεσσαλονίκη, ιστορία Θεσσαλονίκης
Σε μια σειρά άρθρων θα προσεγγίσω τις αστικές ανθρωπογεωγραφίες της Θεσσαλονίκης με ματιά ιστορική. Με επίκεντρο τούς εκάστοτε κατοίκους τής «Νύμφης του Θερμαϊκού» και πώς αυτή άφησε τα «…σημάδια της απάνω μας» (κι απάνω τους), κατά τα λόγια του Γιώργου Ιωάννου.
Οι πόλεις αλλάζουν αέναα. Πώς όμως και σε ποιον βαθμό λειτουργεί ο αστικός ιστός ως κυψέλη των ανθρώπων που τον κατοικούν, τον μεταμορφώνουν, αλλά και μεταμορφώνονται οι ίδιοι μέσα από τις μεταβολές που ο ίδιος υφίσταται; Ποια είναι η αμφίδρομη σχέση ανθρώπου και πόλης;
Το εγχείρημα της ολιστικής ιχνηλάτησης των ανθρωπογεωγραφιών μιας πόλης είναι παράτολμο. Ιδίως όταν μιλάμε για τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με αδιάκοπη αστική παράδοση, κατοικημένη από το 316/315 π.Χ., όταν ο Κάσσανδρος την ίδρυσε και βάφτισε προς τιμήν της συζύγου του, κόρης του Φιλίππου Β’ και ετεροθαλούς αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Καθώς η Ιστορία δεν είναι επ’ ουδενί μια γραμμική συνέχεια αλληλοδιαδεχόμενων γεγονότων, θα παρεκκλίνω από το σχήμα πρόσληψης της ελληνικής ιστορίας που θέτει την αρχαιότητα ως εναρκτήριο «τόπο» των πάντων. Ένα σχήμα που ανάγεται στον 19ο αιώνα και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος άρθρωσε την ελληνική ιστορία με βάση το γνωστό σχήμα Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νεώτερα Χρόνια. Τρίπτυχο που σκοπό είχε να καθιερώσει το αφήγημα περί αμιγούς «ελληνικού έθνους» με άρρηκτες καταβολές και συνέχεια από την υπέρλαμπρη αρχαιότητα έως το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
Αντιθέτως, το σημείο εκκίνησής μας εδώ βρίσκει τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της πολυεθνικής, πολυθρησκευτικής και πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποφεύγοντας βεβαίως κάθε είδους ρομαντικοποίηση της οθωμανικής περιόδου.
Στεκόμαστε στο μεταίχμιο αιώνων ύπαρξης της Θεσσαλονίκης εντός της αυτοκρατορίας που κυριάρχησε από τον 15ο αιώνα στην Ανατολική Μεσόγειο, έως την τομή που χάραξε η ένταξή της στο ελληνικό έθνος-κράτος, το οποίο γεννήθηκε τον 19ο αιώνα.
Τυπικό ορόσημο είναι η επέλαση του ελληνικού στρατού στις 26 Οκτωβρίου 1912, με αρχιστράτηγο τον έφιππο πρίγκιπα Κωνσταντίνο, άγαλμα του οποίου στολίζει την άλλοτε Χρυσή δυτική είσοδο, το Βαρνταρ Καπού, και την απελευθέρωση που ακολούθησε. Δεδομένου το εθνοτικού παλίμψηστου του πληθυσμού της πόλης τότε, διερωτάται κανείς, εάν επρόκειτο όντως για απελευθέρωση ή ενσωμάτωση της πόλης στον κορμό του εθνικού κράτους. Καθώς οι φωνές των απλών ανθρώπων και οι ζωές τους στις πόλεις έχει αξία να εξετάζονται μακριά από κλισέ, θα εγκύψουμε στο πώς οι διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες των οθωμανικών χρόνων άφησαν το αποτύπωμά τους, παραδίδοντας, συνειδητά ή μη, μιαν άλλη πόλη κάθε φορά στους επόμενους κατοίκους της.
Ας γυρίσουμε μισό αιώνα νωρίτερα. Νωρίς το πρωί μιας ηλιόλουστης ημέρας του Ιούλη του 1859, η Θεσσαλονίκη υποδέχεται τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α’. Πρόκειται για την πρώτη αυτοκρατορική επίσκεψη τον 19ο αιώνα σε μια πόλη που θα γινόταν το κόσμημα της αυτοκρατορίας στην Ευρώπη· ήδη είχε τις προδιαγραφές βεβαίως, ούσα το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της αυτοκρατορίας, νευραλγικό στρατηγικό κέντρο, πύλη εμπορικής σύνδεσης της βαλκανικής ενδοχώρας με τη Μεσόγειο και τον κόσμο.
Εκπρόσωποι όλων των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων (μιλέτ) – αρχιεπίσκοπος, μουφτήδες, ιμάμηδες, ραβίνοι –, προεστοί, πρόξενοι δυτικών κρατών, έμποροι, μικρά παιδιά, πλανόδιοι και χαμάληδες βρίσκονται στους κήπους του Μπέχτσιναρ, τους σημερινούς κήπους των Πριγκίπων, για να ακούσουν τα διαγγέλματα του σουλτάνου. Μια εικοσαετία πριν, αλλά και ξανά το 1856, ο σουλτάνος είχε αναγγείλει τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια και τη νομοθετημένη πλέον ισότητα μεταξύ όλων των κοινοτήτων (Τανζιμάτ), σε μια προσπάθεια οικονομικού εκσυγχρονισμού και σωτηρίας της αυτοκρατορίας από τα εθνικιστικά κινήματα του αιώνα.
Σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, που είχε κρατήσει τη μεσαιωνικού τύπου περιχαράκωση εντός των βυζαντινών τειχών της, το πρώτο βήμα προς τον εκσυγχρονισμό περνούσε υποχρεωτικώς από την κατεδάφιση του παραλιακού τείχους. Αυτό έγινε μόλις το 1869. Ας φανταστούμε, λοιπόν, τον σουλτάνο να καταπλέει, εκείνο το θέρος του 1859, κι αντίκρυ του να απλώνεται ένα οχυρό που ζώνει από όλες τις πλευρές μια πόλη που πανοραμικά ξεδιπλώνεται σαν ένα χαλί από κεραμοσκεπές, ψηλόλιγνες καπνοδόχους, τρούλους από τα πάμπολλα τεμένη, με τους μιναρέδες να προεξέχουν σαν κυπαρίσσια από παντού, ενώ ολόγυρα βλέπει γυμνές πλαγιές και βοσκοτόπια.
Τέτοια ήταν η μορφή της πόλης, οικοδομικά εσωστρεφής, πυκνά δομημένη, με χωματόδρομους και καλντερίμια από τα οποία ίσα ίσα περνούσε μια καρότσα. Μια πόλη ασφαλώς ρυπαρή, εξ ου και ο σουλτάνος θα αναχωρούσε λίγες μέρες αργότερα με ενθύμιο έναν υψηλό πυρετό.
Στα σπλάχνα αυτού του εσωστρεφούς θηρίου, από καταβολές της οθωμανικής επέλασης – κι ακόμη νωρίτερα – συμβίωνε πλήθος εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, η καθεμιά τους περίκλειστη λίγο έως πολύ στους μαχαλάδες της, καχύποπτη προς την άλλη, κι οργανωμένη γύρω από τους λατρευτικούς της χώρους. Δεσπόζουσα θέση είχαν οι σεφαραδίτες Εβραίοι, που έφθασαν μετά το 1492 διωγμένοι από την χριστιανική Ανακατάληψη της Ιβηρικής και προσκεκλημένοι από τον τότε σουλτάνο, που ήθελε να αναζωογονήσει την πρόσφατα κατακτημένη από τους Βυζαντινούς πόλη.
Η Salonico έγινε η «Μάδρε ντι Ιζραέλ», με την πλειοψηφία των κατοίκων της να είναι Εβραίοι, αντιστοιχώντας τον 18ο αιώνα μέχρι και στο 70% του πληθυσμού της πόλης. Από την Αγία Σοφία έως το λιμάνι, φτάνοντας στα παραθαλάσσια τείχη και τη σημερινή οδό Κασσάνδρου, εκτείνονταν οι μαχαλάδες τους.
Ακολουθούν οι μουσουλμάνοι, κάποιοι τουρκόφωνοι, άλλοι αλβανόφωνοι, σλαβόφωνοι, λαδινόφωνοι κ.ο.κ., σαφώς λιγότεροι, αλλά σε θέση ισχύος. Κατοικούσαν κυρίως στους ασφαλέστερους και πιο αραιοκατοικημένους μαχαλάδες της Άνω Πόλης. Εκεί όπου η πρόσβαση σε καθαρό νερό εξασφαλιζόταν χάρη στα συντηρημένα ρωμαϊκά και βυζαντινά υδραγωγεία, καταλήγοντας σε κρήνες που φέρουν, έως σήμερα, καλλιγραφημένες επιγραφές των δωρητών, ευχόμενες στον περαστικό να ξαποστάσει και ξεδιψάσει.
Και πάμε τώρα στον μαχαλά γύρω από τον «Πρόδρομο» (>Ιππόδρομο), εκεί όπου, κατά την εβραϊκή παροιμία, σήμαινε το να είσαι μακριά από το σπίτι. Δηλαδή στη σημερινή Παναγούδα, αλλά και στην πύλη Βαρδάρη, όπου ήταν οργανωμένοι οι χριστιανοί. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Σέρβοι κ.α., οι οποίοι μόλις στον 19ο αιώνα θα αρχίσουν να αντιμάχονται στον βωμό των εθνικισμών τους.
Ακριβής στατιστική αποτίμηση της πληθυσμιακής ποικιλότητας της πόλης είναι δύσκολο να γίνει. Τούτο, διότι οι οθωμανικές πηγές σπανίως αποτιμούν εθνογλωσσικά χαρακτηριστικά, εστιάζοντας στα θρησκευτικά, ενώ τον 19ο αιώνα, όταν πληθαίνουν οι δημογραφικές καταμετρήσεις, κάθε απογραφή, αναλόγως των συμφερόντων της εθνοτικής ομάδας που προωθεί, συνήθως φρόντιζε να φουσκώνει τα αντίστοιχα ποσοστά.
Μέσα από τα δαιδαλώδη και ανήλιαγα σοκάκια, όπου σφηνωμένα έστεκαν τα οθωμανικού τύπου σπίτια, με τον χαρακτηριστικό εξώστη στον όροφο – για εξοικονόμηση αφορολόγητου χώρου δόμησης – θα έβλεπε κανείς να ξεπροβάλλουν επιβλητικά τα κτίσματα που σήμερα είναι καταχωνιασμένα γύρω από πολυκατοικίες.
Πέρα από το Μπέη Χαμάμ, το αυτοκρατορικό λουτρό στην Κάτω Πόλη ή το Γιαχουντί Χαμάμ (σημερινά Λουλουδάδικα), το βυζαντινό κτίσμα που πλέον εξυπηρετούσε τους Εβραίους του μαχαλά, υπήρχαν ουκ ολίγα ακόμα λουτρά, που λειτουργούσαν συγκεκριμένες μέρες για κάθε κοινότητα. Στα μικρότερα εξ αυτών, ίσχυαν συγκεκριμένες ώρες λειτουργίας για τους άνδρες και τις γυναίκες.
Η λατρεία για τα χαμάμ έχει αποτυπωθεί γλαφυρά στις μαρτυρίες περιηγητών. Ο χρονογράφος Εβλιγιά Τσελεμπή, στο οδοιπορικό του από τον 17ο αιώνα με τίτλο Seyahatnâme («Βιβλίο των ταξιδιών») αναφέρει πόσο πολλές ώρες περνούσαν οι γυναίκες τρώγοντας, νοικοκυρεύοντας και τραγουδώντας, για να ξεφύγουν από τα ασφυκτικά όρια του σπιτικού.
Πέρα από τους πλανόδιους και τους μικρομπακάληδες, υπήρχε επίσης η αγορά της Αιγύπτου, κοντά στο λιμάνι, εκεί όπου κατέφθαναν εκλεκτά προϊόντα απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της αυτοκρατορίας. Στο δε Μπεζεστένι, την επιμήκη κλειστή αγορά, φυλάσσονταν τιμαλφή και πωλούνταν είδη πολυτελείας. Το δε μοναδικό δείγμα κλασικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής, το άλλοτε πολύχρωμο πτωχοκομείο Αλατζά Ιμαρέτ, φανέρωνε την αξία της φιλανθρωπίας στον ισλαμικό κόσμο μέσω αγαθοεργιών προς τους απόρους.
Θα σταθούμε εδώ, αφήνοντας την περαιτέρω περιήγηση στην οθωμανική Θεσσαλονίκη για το επόμενο άρθρο. Αρκεί μονάχα να μην την βλέπουμε αποκλειστικά ως «πόλη των φαντασμάτων», παρά ως μωσαϊκό που αν και του λείπουν πολλές ψηφίδες, δεν παύει να είναι η βάση στην οποία σήμερα πατούμε.
Γιάννης Στεφάνωβ
Ο Γιάννης Στεφάνωβ είναι ιστορικός.
Διαβάστε επίσης
- Χρίστος Ζαφείρης
- Γιάννης Κεσσόπουλος
- Αντώνης Ρεπανάς
- Γιάννης Στεφάνωβ