Σερφάροντας πριν από δύο χρόνια στο διαδίκτυο προς αναζήτηση στοιχείων για την ιστορία της Πυλαίας, έπεσα πάνω στη συλλογή εικόνων που φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Προφήτη Ηλία της Πυλαίας. Με εντυπωσίασαν τρία στοιχεία:
Φέτος, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη θεμελίωση της εκκλησίας στην καρδιά της Πυλαίας, που είναι αφιερωμένη στον Προφήτη Ηλία τον Θεσβίτη, επισκέφθηκα τον ναό και, με τη βοήθεια του προϊσταμένου του Αρχιμανδρίτη π. Σπυρίδωνα Καραταΐδη, παρατήρησα τις εικόνες μία προς μία.
«Η συλλογή ξεχωρίζει λόγω της σύνδεσής της με την ιστορία της Πυλαίας και τις δωρεές των κατοίκων», μου είπε ο π. Σπυρίδων.
Ο αφιερωμένος στον Προφήτη Ηλία ναός προϋπήρχε από τα βυζαντινά χρόνια στην περιοχή της σημερινής οδού Διαγόρα, στην Άνω Τούμπα — «Αϊλιάδες» λέγανε τον παλιό οικισμό οι Καπουτζηδιανοί. Όμως οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή όταν εμφανίστηκαν οχιές.
Πήραν μαζί τους τα ιερά κειμήλια και μετακινήθηκαν πρώτα στην περιοχή της Νέας Παναγίας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου τιμούσαν για αρκετά χρόνια τον Προφήτη Ηλία. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα η μεγάλη και ιστορική εικόνα του Αγίου που είχαν μεταφέρει. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στον λόφο που σήμερα είναι γνωστός ως Πυλαία και έχτισαν νέο ναό.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, στη θέση όπου βρίσκεται και σήμερα ο Ιερός Ναός, χτίστηκε ο πρώτος, μικρότερος ναός του Προφήτη. Λόγω της ραγδαίας πληθυσμιακής αύξησης κρίθηκε αναγκαίο να κατεδαφιστεί, και στη θέση του χτίστηκε ο σημερινός ναός σε σχέδια Ξενοφώντα Παιονίδη: θεμελιώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1926 και εγκαινιάστηκε στις 28 Νοεμβρίου 1935 από τον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο.
Από τον παλιό ναό διατηρήθηκε ως σήμερα μόνο το πέτρινο κωδωνοστάσιο, χτίσμα του 1854, με εντοιχισμένα λιθανάγραφα, το οποίο έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.
Διάβασα πάνω στις εικόνες ονόματα παλιών κατοίκων της Πυλαίας που είχαν δωρίσει συγκεκριμένες αγιογραφίες.
Μεταξύ αυτών, «Αφιέρωμα» ή «Δωρεά» ή «Δαπάνη» ή «Δι’ εξόδου» Παναγιώτη Χατζηνικολάου (1860), Κωνσταντίνου Μποζίνου – Αικατερίνης Μποζίνου (1884-1887), Χατζησταύρου και Χατζηαθανασίου (1886), Βασιλείου Λέρα (1900), Βασιλείου Σόπη (1917), Βασιλικής Δ. Κοτζαμάνη (1933), Δημητρίου Χ. Γκελή (1935), Αντωνίου Κουκουρίκου (1939), Χρυσής Λιούτα, Μαρίας Κουσιώτα, Ελένης Τεργιάτα (1952), Βασιλείου Π. Χατζηγεωργίου – Γεωργίου Νεοχωρίτη και Ευαγγελίας Κιοσσέ (άνευ ημερομηνίας).
Επίσης, συναντούμε ονόματα δωρητών όπως Χαρίσιου Μαλίγγου (1932), Σωτηρίου Α. Παπαδημητρίου (1932), Ανδρέα Παπαδαφνιάδου (1933), Αστερίου Γαροφάλλου (1934), Πασχάλη Αζά (1935), αλλά και μια εικόνα του Αγίου Νικολάου, δωρεά του τότε δημάρχου Θεσσαλονίκης Νικολάου Μάνου, ο οποίος επισκέφθηκε την Πυλαία (1935).
Συχνά πάμε πέντε και έξι γενιές πίσω, σε ανθρώπους που άφησαν τα ίχνη τους στον αιώνα — και σκέφτηκα ότι σίγουρα κάποιοι σημερινοί κάτοικοι θα αναγνωρίσουν συγγένειες με τους δωρητές.
«Δημιουργήθηκε σταδιακά μια αξιόλογη συλλογή που αντικατοπτρίζει την πίστη και τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας», λέει ο π. Σπυρίδων.
Οι περισσότερες από τις εικόνες φυλάσσονται στο εκκλησιαστικό μουσείο του Ιερού Ναού, το οποίο δημιουργήθηκε το 2005. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2014 εγκαινιάστηκε το νέο Ενοριακό Εκκλησιαστικό Κειμηλιαρχείο «Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης», όπου στεγάζεται σήμερα η συλλογή. Κάποιες εικόνες βρίσκονται στις προθήκες του Ιερού Ναού.
Ψάχνοντας τις υπογραφές, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις ότι κάποιες από τις ενυπόγραφες αγιογραφίες («χειρ» ή «διά χειρός» ή «έργον») είναι έργα της περίφημης σχολής των Κουλακιωτών ζωγράφων — Κουλακιά ήταν το παλιό όνομα της Χαλάστρας — των οποίων έργα συναντούμε στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και στη Μακεδονία.
Εντυπωσιακή είναι η αγιογραφία που κοσμεί τον αρχιερατικό θρόνο, ένα από τα ελάχιστα κειμήλια που σώζονται από τον αρχικό ναό. Χρονολογείται στο 1837 και φέρει υπογραφή «διά χειρός Μαργαρήτη Λάμπου εκ Κολακιάς».
Ο Μαργαρίτης Λάμπος είναι ένα από τα τρία αδέλφια της οικογένειας Λάμπου, που δραστηριοποιήθηκε το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ο Μαργαρίτης συγκεκριμένα δούλεψε από το 1813 έως το 1840 στον Χορτιάτη, και έτσι εξηγείται ίσως η σχέση του με την Καπουτζήδα.
Επίσης, αρκετά έργα φέρουν την υπογραφή του Νικόλαου Κωνσταντίνου και χρονολογούνται από το 1860 έως το 1886 (Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Άγιος Χαράλαμπος, Άγιος Γεώργιος, Ζωοδόχος Πηγή, Αποκαθήλωση). Είναι ως επί το πλείστον δωρεές του ζεύγους Μποζίνου. Ο Νικόλαος Κωνσταντίνου εκτιμάται ότι ήταν γιος του έτερου αδελφού, Κωνσταντίνου Λάμπου, και ανεψιός του Μαργαρίτη.
Εντόπισα, επίσης, ένα έργο με υπογραφή Σ. Θεοδοσιάδου (Προφήτης Ηλίας) και ένα με υπογραφή Ζαχαρίου διδασκάλου (Άγιος Δημήτριος).
Μπορεί μια αγιογραφία να προκαλεί συγκίνηση πέραν του θρησκευτικού αισθήματος; Ίσως ναι, στη θέα του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου», μιας αγιογραφίας μεγάλων διαστάσεων που συναντούμε στον προνάρθηκα του ναού, αριστερά της εισόδου. Ο λόγος είναι η ιστορία που αναγράφεται επ’ αυτής.
Από το δυσανάγνωστο λόγω παλαιότητας κείμενο προκύπτει ότι η συγκεκριμένη αγιογραφία, που φέρει χρονολογία 1941, φαίνεται να δημιουργήθηκε ως «ενθύμιο ιάσεως» στρατιωτών — παιδιών της Πυλαίας που τραυματίστηκαν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο λίγους μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1940.
Αναφέρονται πιθανόν τα ονόματα Παπαπαναγιώτου, Κρεονίδου, Παπαστεργίου, Κοτζαμάνη, Σπανούδη, Κακαμούκα, και φέρεται να δωρήθηκε «Υπό Ευλαβών Χριστιανών» και «Ευλαβών γυναικών Κοινότητας Πυλαίας», Ελένη Πάχου και Σύρμω Τσιορμπάρκα (αναφέρεται επίσης και το όνομα Κυριακόπουλος — με την επιφύλαξη της αποκρυπτογράφησης από τον συντάκτη).
«Ο κόσμος δεν γνωρίζει αυτές τις ξεχωριστές ιστορίες. Το μουσείο συμβάλλει στην ανάδειξη της ιστορίας του ναού και της Πυλαίας, ώστε περισσότεροι επισκέπτες, μαθητές και ερευνητές να γνωρίσουν την πολιτιστική και θρησκευτική κληρονομιά της περιοχής», λέει ο π. Σπυρίδων, επισημαίνοντας ότι το ενοριακό εκκλησιαστικό μουσείο – κειμηλιαρχείο του Ι.Ν. Προφήτη Ηλία Πυλαίας, που εγκαινιάστηκε το 2014, είναι επισκέψιμο.
Είναι χαρακτηριστικές οι πέντε μεγάλου μεγέθους εικόνες του προστάτη της ενορίας Προφήτη Ηλία μέσα στον ναό, έργα του 18ου και του 19ου αιώνα. Η μία κοσμεί το τέμπλο, η δεύτερη το μεγάλο και επιβλητικό προσκυνητάρι του νάρθηκα, η τρίτη το παρεκκλήσιο της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, η τέταρτη το ενοριακό μουσείο και η τελευταία, σε σχήμα ημικυκλικό, τοποθετήθηκε το 2007 πάνω από την κεντρική είσοδο του Ιερού Ναού.
Πέντε αγιογραφίες του Προφήτη Ηλία, έργα του 18ου και του 19ου αιώνα, από τη συλλογή του ναού.
Η συλλογή περιλαμβάνει αξιόλογα εκκλησιαστικά κειμήλια και αντικείμενα ιστορικής και θρησκευτικής αξίας. Ανάμεσά τους βρίσκονται ιερές εικόνες από διαφορετικές χρονικές περιόδους, Ιερά Ευαγγέλια, Σώμα Επιταφίου, Άγιο Ποτήριο, στέφανα γάμου, κατζίο (ή «κατσίον»: ιερό σκεύος με το οποίο ο ιερέας σχηματίζει στον αέρα το σημείο του Σταυρού, αντί άλλης κινήσεως).
Σώζονται επίσης δύο εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, έργα του 18ου αιώνα, καθώς και παλαιός επιτάφιος, όλα ρωσικής τεχνοτροπίας. Οι δύο εικόνες συντηρήθηκαν το 2007 και τοποθετήθηκαν σε προσκυνητάρια στον κυρίως ναό.
Από τον παλαιό ναό σώζονται δύο μαρμάρινα κιονόκρανα, ο αρχιερατικός θρόνος του 1837, το μεγάλο προσκυνητάρι του 1902 και πάνω από 100 φορητές εικόνες διαφόρων μεγεθών και παραστάσεων. Οι ιερές εικόνες της συλλογής χρονολογούνται από τον 17ο έως και τον 20ό αιώνα. Τα υπόλοιπα εκκλησιαστικά κειμήλια, αν και λιγότερα σε αριθμό, χρονολογούνται κυρίως στον 18ο και τον 19ο αιώνα.
Σύμφωνα με τον π. Σπυρίδωνα, «η συλλογή αποτυπώνει τη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση και αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής».
«Το μουσείο αποτελεί σημαντικό μέρος της πολιτιστικής, ιστορικής και εκκλησιαστικής κληρονομιάς της Πυλαίας. Μετά την προγραμματισμένη ανακαίνιση του χώρου, βασικός μας στόχος είναι η περαιτέρω ανάδειξη και αξιοποίησή του, ώστε να αποτελέσει ένα ζωντανό σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία», καταλήγει ο π. Σπυρίδων.
Σήμερα οι εικόνες δεν χρησιμοποιούνται στη λατρευτική διαδικασία. Ωστόσο, άμεσος στόχος, σύμφωνα με τον προϊστάμενο του Ιερού Ναού, μετά την ολοκλήρωση της ανακαίνισης του χώρου του μουσείου, είναι η επανένταξη ορισμένων από αυτές στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας, ώστε να χρησιμοποιούνται σε μεγάλες εορτές και άλλες σημαντικές λατρευτικές εκδηλώσεις, με σεβασμό πάντα στις απαιτήσεις διατήρησής τους.