Το πιάτο που ήρθε πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη

H βιογραφία ενός κεραμικού του σπουδαίου Μηνά Αβραμίδη

Ένα κεραμικό φτιαγμένο στην Κιουτάχεια στα τέλη του 19ου αιώνα από τον σπουδαίο κεραμίστα Μηνά Αβραμίδη ταξίδεψε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα μέσα στις αποσκευές του δημιουργού του. Πέρασε από το Νέο Φάληρο και τη Φλώρινα, έφτασε μαζί του στη Θεσσαλονίκη το 1926, άλλαξε χέρια και, έναν αιώνα αργότερα, βρίσκεται στον Χορτιάτη, στη συλλογή της ομότιμης καθηγήτριας Νομικής του ΑΠΘ, Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη. Αυτή είναι η διαδρομή ενός πιάτου που ήρθε πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη.

 Σήμερα, το γυαλιστερό πιάτο, με σχέδιο που αναβιώνει την περίφημη κεραμική του Ιζνίκ, έχει βρει τη θέση του στον Χορτιάτη, όπου στεγάζει τη συλλογή της η κ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη. Για τη συλλέκτρια, που άρχισε να συλλέγει κεραμικά κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων, σε ταξίδια της στα ελληνικά νησιά, αποτελεί ένα από τα πιο όμορφα πιάτα της μικρασιατικής τεχνοτροπίας.

Το πιάτο που ο Μηνάς Αβραμίδης έφερε μαζί του από την Κιουτάχεια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Σήμερα βρίσκεται στη συλλογή της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη στον Χορτιάτη.

Ένα κομμάτι που εδώ και έναν αιώνα συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη. Εδώ έζησε ο δημιουργός του, εδώ πέρασε από τα χέρια του σε εκείνα ενός μεγάλου συλλέκτη, εδώ κατέληξε στη δική της συλλογή.

Ο Μηνάς Αβραμίδης γεννήθηκε το 1877 στην Κιουτάχεια, ένα από τα μεγάλα κέντρα κεραμικής της Μικράς Ασίας. Όταν, μετά τον 17ο αιώνα, παράκμασε η κεραμική στο Ιζνίκ, δηλαδή στη Νίκαια της Βιθυνίας, τη σκυτάλη πήρε η Κιουτάχεια. Στα εργαστήριά της δούλευαν Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Πέρσες τεχνίτες.

Αριστερά: Πιάτο από το Ιζνίκ, 16ος αιώνας. Κεραμικό με πολύχρωμη διακόσμηση κάτω από διαφανή εφυάλωση. The Metropolitan Museum of Art, Public Domain. Δεξιά: Πιάτο του Μηνά Αβραμίδη με παράσταση της οικίας του Βασίλειου Κυριαζόπουλου στη Μύκονο. Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού / Εθνικό Αρχείο Μνημείων – Υπουργείο Πολιτισμού, CC BY-NC 4.0.

Μετά το 1922, ο Αβραμίδης έφυγε για την Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του. Στις αποσκευές του είχε και ορισμένα δικά του κεραμικά.

Ανάμεσά τους και το συγκεκριμένο πιάτο, το οποίο ακολούθησε το ταξίδι της οικογένειας: έζησε για κάποια χρόνια στο Νέο Φάληρο (ο Αβραμίδης ήταν αρχιτεχνίτης στο εργαστήριο κεραμικών «Κιουτάχεια» που ίδρυσε το 1923 ο Μικρασιάτης Μηνάς Πεσμαζόγλου), στη συνέχεια στη Φλώρινα (όπου ο κεραμίστας είχε ανοίξει εργαστήριο, ενώ δημιουργία του είναι τα κεραμικά που κοσμούν το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην πόλη) και από το 1926 στη Θεσσαλονίκη.

Εδώ, ο Αβραμίδης έφτιαξε με τα χέρια του το σπίτι και το εργαστήριό του στη Χαριλάου και συνέχισε να δουλεύει τον πηλό, κατασκευάζοντας διακοσμητικά αλλά και χρηστικά αντικείμενα. Παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1927, ενώ έναν χρόνο αργότερα, σε συνεργασία με τον αγγειοπλάστη Μακάριο Βαρδαξή, απέσπασε αργυρό μετάλλιο. Παρά την αναγνώρισή του, για βιοποριστικούς λόγους εργάστηκε στο κεραμοποιείο «Αλλατίνη» και πέθανε —μάλλον φτωχός, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές— στη Θεσσαλονίκη το 1954.

Από χέρι σε χέρι

Το πιάτο πέρασε από τον Αβραμίδη στον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, καθηγητή Μετεωρολογίας και παθιασμένο συλλέκτη. Ο ίδιος ο κεραμίστας είχε πει στον συλλέκτη ότι το συγκεκριμένο πιάτο το είχε φέρει μαζί του από την Κιουτάχεια.

Μετά τον θάνατο του Κυριαζόπουλου, λίγα κεραμικά παρέμειναν στο σπίτι του, καθώς τα περισσότερα μοιράστηκαν στη Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου, την οποία ίδρυσε, και στο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού στην Αθήνα.

Από τη σύζυγό του, Πέρρη Κυριαζοπούλου, αγόρασε το κεραμικό η Έφη Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη. Ήταν μια μεγάλη, «υπέροχη», όπως λέει, περίοδος της ζωής της, κατά την οποία αναζητούσε πιάτα, αλλά και προσπαθούσε να συνδέσει το νήμα τους, ενώ αποδίδει την αγάπη της για τα κεραμικά στο γεγονός ότι η κατασκευή τους εμπλέκει την ανθρώπινη δουλειά με το νερό, τη γη και τη φωτιά.

Αγόραζε πιάτα —«αντικείμενα που η ιστορία τους συνδέεται με την ιστορία της ίδιας της Ελλάδας», όπως λέει—, αναζητούσε την προέλευσή τους, μάθαινε για τους δημιουργούς τους.

Ο Μηνάς Αβραμίδης (1877–1954). Φωτ.: Γιώργος Παραλής. Πηγή: Ν. Μελίδου-Κεφαλά (επιμ.), Ο Θαυμαστός Κόσμος του Μηνά Αβραμίδη, ΛΕΜΜ-Θ, Θεσσαλονίκη, 1990.

Ανάμεσα στις ειδικούς που συμβουλεύτηκε για την κατεύθυνση που μπορούσε να δώσει σε αυτό της το πάθος ήταν η Μπέττυ Ψαροπούλου, ιδρύτρια του Κέντρου Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικής, η Έλλη Παπουνά, συλλέκτρια κεραμικών που δώρισε τη συλλογή της στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας – Θράκης, και η Αλίκη Τέλλογλου, ιδρύτρια, μαζί με τον σύζυγό της Νέστορα, του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών.

Η συμβουλή που κράτησε από εκείνες τις πολύτιμες συζητήσεις ήταν να αφοσιωθεί στα κεραμικά με ελληνικό ενδιαφέρον και πράγματι αναζητούσε και έβρισκε κομμάτια που είτε είχαν κατασκευαστεί στην Ελλάδα είτε είχαν συνδεθεί με την ιστορία της.

Σε δύο λευκώματα, το ένα με κεραμικά από το 1670 έως το 1970 και το δεύτερο από το 1970 έως το 2020 (εκδ. «Χορτιάτης 570»), συγκέντρωσε δημιουργίες προσφύγων κεραμιστών ή απογόνων εκείνων, που επικεντρώνονται σε τρεις τεχνοτροπίες: Μικρασιατική-ισλαμική, Ευρωπαϊκή και Λαϊκή Τέχνη και Παράδοση.

Με την έκδοση των δύο λευκωμάτων έκλεισε για την κ. Μανωλεδάκη ο κύκλος των κεραμικών, αλλά όχι και η διάθεσή της να ανακαλύπτει και να δημιουργεί. Τα τελευταία τρία χρόνια παρακολουθεί μαθήματα φωτογραφίας —«είμαι πολύ επιμελής», λέει χαμογελώντας— και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 20 ομαδικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα.

 Έναν αιώνα μετά το ταξίδι του από την Κιουτάχεια, το πιάτο του Μηνά Αβραμίδη βρίσκεται ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Από τις αποσκευές του πρόσφυγα κεραμίστα πέρασε στα χέρια ενός συλλέκτη και από εκεί στη συλλογή της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, στον Χορτιάτη.Άλλαξε τόπους και ιδιοκτήτες, αλλά διατήρησε το νήμα της ιστορίας του: από τον τόπο όπου δημιουργήθηκε, στον άνθρωπο που το έφερε μαζί του και, τελικά, στην πόλη όπου εκείνος έζησε και δημιούργησε μέχρι το τέλος της ζωής του.