Ο καιρός της Έκθεσης

Η ΔΕΘ της Ιστορίας και του λογοτεχνικού βλέμματος

Πώς μια εμποροπανήγυρις που γεννήθηκε το 1926 έγινε «φεγγερός στέφανος» της Θεσσαλονίκης; Πώς μια έκθεση μετατράπηκε σε μύθο, σε συλλογική μνήμη, σε «καρδιά που χτυπάει μέσα στην πόλη»; H ΔΕΘ συνυφαίνει για έναν αιώνα σχεδόν την ιστορία της με αυτή της πόλης. Ο Γιώργος Αναστασιάδης, σε ένα μοναδικό κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε στις σελίδες του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ το 2012, είχε συλλέξει ψηφίδες αυτής της ιστορίας μέσα από τα μάτια λογοτεχνών και δημοσιογράφων.

«Η Διεθνής Έκθεση», γράφει το 1994 ο Γ. Σκαμπαρδώνης, «δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει για μας, γιατί έχουμε αλλάξει μάτια […]. Μόνο εντός μας υφίσταται. Εκεί μπορούμε να ξαναβρούμε […] τα περιστρεφόμενα μπράτσα στις εισόδους, το περίπτερο 5, το Παλαί, το λούνα παρκ, το περίπτερο της ΔΕΗ με τους περίεργους φωτισμούς, το περίπτερο της ΕΣΣΔ […] και τα άλλα γνωστά που θυμόμαστε όταν μας πιάνει λαϊκίστικο παραλήρημα γραφικότητας: πυροτεχνήματα, μαύρες μπύρες κτλ […]».

Υπάρχει βέβαια σε κάθε προσέγγιση της παλιάς Έκθεσης αρκετή νοσταλγία και μυθολογία: Η δική μας Έκθεση. «Η Έκθεση εντός μας». Ο απωλεσθείς «επίγειος παράδεισος» των 2-3 εβδομάδων. Υπάρχουν όμως και οι «εικόνες της μνήμης»: το «ντοκιμαντέρ» της ΔΕΘ που δεν γυρίστηκε ποτέ αλλά διασώζει μέσα μας τα χίλια και ένα πρόσωπα αυτής της μικρής εφήμερης πολιτείας στην καρδιά της μεγαλούπολης.

Από το χαρτί στο διαδίκτυο

Το κείμενο του Γιώργου Αναστασιάδη δημοσιεύεται εδώ συντετμημένο. Θα το βρείτε στην πλήρη μορφή του στο Τεύχος 41 (Σεπτέμβριος 2012) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/

Είναι η Έκθεση εν τω γίγνεσθαι: λίγες μέρες πριν από την επίσημη έναρξη. Βαψίματα, καρφώματα, σκουπίδια ανακατεμένα με εκθέματα. Και όλοι φουριόζοι αλλά και βέβαιοι κατά βάθος ότι τα πάντα θα ’ναι έτοιμα, ως διά μαγείας, την ημέρα των εγκαινίων — τουλάχιστον ώς εκεί που θα φτάνει η ματιά των «ποικιλώνυμων επισήμων». Είναι η Έκθεση-νήσος των χάρτινων «θησαυρών»: όλα αυτά τα διαφημιστικά τρικ, φέιγ-βολάν, σημαιάκια, σηματάκια, βιβλιαράκια κ.ο.κ., που λειτουργούσαν σαν «χάντρες» για τους «ιθαγενείς», μικρούς, πανευτυχείς επισκέπτες του «χαρτοβασιλείου», ενώ ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελούν στις μέρες μας τα τεκμήρια, τα ντοκουμέντα μιας εποχής συνδεδεμένης με την «ανόρθωση» της ΔΕΘ και την αναζωογόνηση της πόλης.

Είναι η Έκθεση της σαγήνης που ασκούσε πάνω μας όλος ο χώρος της, όπου είχε «έδρα και εξουσία» το πολύφωτο, πολυθόρυβο και πολύχρωμο λούνα παρκ. Η «Ντίσνεϊλαντ» του παρελθόντος μας, με το «τρένο φάντασμα», τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, τους μαγικούς παραμορφωτικούς καθρέφτες, το θρυλικό βαρέλι με τον «γύρο του θανάτου» από τολμηρούς μοτοσικλετιστές, και όλα τα λαϊκά πανηγυρτζίδικα παιχνίδια.

Το πολύφωτο, πολυθόρυβο και πολύχρωμο λούνα παρκ της ΔΕΘ το 1989. Πηγή: Ψηφιακό Αποθετήριο Ιστορικού - Πολιτιστικού Αποθέματος της HELEXPO - ΔΕΘ-Helexpo Α.Ε.

Ποιος θυμάται σήμερα το παγαπόντικο παιχνίδι που ονομάστηκε … «Φαρούκ» και πόσοι άραγε σημερινοί 70άρηδες έβαλαν γκολ στην εστία που είχε στηθεί το 1956 μέσα στην Έκθεση και την υπερασπίζονταν τερματοφύλακες όπως ο βετεράνος Βελλιάδης; (Σαν σκηνή από ταινία του Φελίνι ή του Παζολίνι, που αγαπούσε το ποδόσφαιρο…).

Είναι η Έκθεση-θέαμα. Με τα πυροτεχνήματα των κρότων και των επιφωνημάτων, τα ακροβατικά, τις κινηματογραφικές οθόνες δίπλα στα περίπτερα. Σ΄αυτές πρωτοείδαμε «σινεμασκόπ». (Και οι επισκέπτες της προπολεμικής ΔΕΘ έβλεπαν κινηματογράφο στα χρόνια του ’20 και του ’30, πίνοντας μάλιστα μπίρες…).

Είναι η Έκθεση-ηχόχρωμα: με τα μεγάφωνα του ραδιοφωνικού της σταθμού (που συνέχιζε στα χρόνια του ’50 και ’60 τη λαμπρή παράδοση του Ράδιο Τσιγγιρίδης — μια ακόμη πρωτοπορία της πόλης που συνδέθηκε με την Έκθεση) να σου παίρνουν τα αυτιά με τις διαφημίσεις, τις αναγγελίες για τα παιδάκια που χάθηκαν μέσα στην κοσμοπλημμύρα αλλά και μ’ όλα τα ελληνικά και ξένα σουξέ της εποχής (Μανώλης Χιώτης, Έλβις Πρίσλεϊ και Σαρίτα Μοντιέλ σε αγαστή συνύπαρξη).

Είναι η Έκθεση των γεύσεων (συνυφασμένη με τη θρυλική μαύρη μπύρα και το σάντουιτς με το λουκάνικο και τη μουστάρδα), το «νέκταρ» και η «αμβροσία» του κοσμάκη, το «λαϊκό προσκύνημα» στο περίπτερο της Σοβιετικής Ένωσης (όχι χωρίς την περίσκεψη που απαιτούσαν οι καιροί, αφού και οι τοίχοι τότε είχαν «μάτια και αυτιά»).

Είναι το «άρωμα» της Έκθεσης έξω από την Έκθεση: με τη βόλτα στην Εγνατία, στην Τσιμισκή, στην παραλία. Με την καθιερωμένη «παρέλαση» ηθοποιών, τραγουδιστών, χορευτών και δημοφιλών κονφερασιέ (Γ. Οικονομίδης – Α. Στέας) από τα κέντρα διασκέδασης: «Λουξεμβούργο», «Χαβάη», «Αστόρια», «Χορτατζήδες» (όπου σήμερα οι φοιτητικές εστίες…) κτλ. Και με καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ποιότητας, όπως αυτές του 1958, που έγιναν — παρά την οξύτατη αντίδραση του τότε μητροπολίτη — στη … Ροτόντα και προαναγγέλλουν το ’60 το Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Είναι η Έκθεση-«έρημη πόλη», όταν έχουν κλείσει οι πύλες της, έχουν σταματήσει οι φωνές και οι μουσικές και έχουν αποχωρήσει οι επισκέπτες (γκλαμουράτοι και μη…). Τότε που η Θεσσαλονίκη, όπως διαπιστώνει ο Β. Βασιλικός, αποκτά τη γνώριμή της «νεκροφάνεια».

Κατάλογος της πρώτης διοργάνωσης της ΔΕΘ το 1926.

Και είναι, τέλος, η Έκθεση με το βλέμμα των επιφανών Αθηναίων δημοσιογράφων: «Η Ελλάς ποτέ δεν πεθαίνει», γράφει στο Βήμα (18.9.1951) ο Παύλος Παλαιολόγος· «θα την ψαύσετε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης […]. Χρειάστηκε η Έκθεση για να δούμε στον μυχό του Θερμαϊκού το αποτέλεσμα των αγώνων της αφανούς Ελλάδος […]. Όσα θα μάθουν στην Έκθεση οι μαθητές σε τρεις μέρες, δεν θα τους διδάξει ένας χρόνος φοίτησης στο σχολείο».

Και η Ελένη Βλάχου στην Καθημερινή (1.10.1953): «[…] Για τον ξένο που την βλέπει για πρώτη φορά, η Έκθεση αποτελεί αποκάλυψη. Έχει το ύφος και το αρχιτεκτονικό στυλ μεγάλης Έκθεσης […]. θέλει όμως αέρα. Λείπει το ελληνικό βιβλίο. Λείπει μια έκθεση σύγχρονης τέχνης. Μια έκθεση ραδιοφωνίας, φωτογραφίας […], μια θέαση της Έκθεσης από πάνω […]».

Υπάρχει λοιπόν και η Έκθεση με τα ελλείμματα πολιτισμού. Όλα αυτά όμως ανήκουν στην Έκθεση της Ιστορίας. Στην Έκθεση που πρέπει να ανιχνεύσουν και να ανακαλύψουν οι ερευνητές. Ήδη το 2000 κυκλοφόρησε η θαυμάσια έκδοση 75 χρόνια Ιστορίας ΔΕΘ των Ευ. Χεκίμογλου και Ευφρ. Ρούπα, ενώ το 2011 στον τόμο που επιμελήθηκε ο Δ. Ποζρικίδης, υπάρχει μια χρήσιμη καταγραφή της πορείας της ΔΕΘ από το 1926.

Η ΔΕΘ μέσα από τον φακό του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της πόλης και των Αθηνών

Ένα απάνθισμα με τα πιο σημαντικά ή χαρακτηριστικά δημοσιεύματα (ρεπορτάζ, σχόλια, χρονογραφήματα, γελοιογραφίες, διαφημίσεις) για τη ΔΕΘ από το 1926 ως τις μέρες μας […]: Τα αποσπάσματα που παραθέτω είναι ενδεικτικά:

  • «[…] Τα ένδεκα χρόνια της Δ.Ε.Θ.», γράφει ο Ταχυδρόμος της Β. Ελλάδος (7.9.1936), «αποτελούν εγγύησιν για την ανάπτυξίν της. Και οι πλέον αισιόδοξοι ουδέποτε εφαντάσθησαν τότε, ότε το πρώτον επραγματοποιείτο η ιδέα του Ν. Γερμανού, ότι μετ’ ολίγα έτη η εμποροπανήγυρις του πεδίου του Άρεως θα έπαιρνε την σημερινήν της έκτασιν και θα συγκέντρωνε όχι μόνο το Πανελλήνιον αλλά και το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον […]».
  • «[…] Η Έκθεση, γράφει ο Γ. Ταχογιάννης (Ο Φάρος της Β. Ελλάδος, 1939) εμφανίσθηκε ως μια φαντασμαγορική παρδαλότης αλλά ευθύς από τα πρώτα έτη επενδύθη την πορφύραν που περιβάλλει την Θεσσαλονίκην ως πόλιν ιστορικήν κι έγινε κι αυτή κάτι το θρυλικόν […]».
  • «… Η 31η ΔΕΘ», γράφει στο περιοδικό Εικόνες (16.9.1966) ο Β. Καζαντζής, «μοιάζει σαν μία μισοφωτισμένη άνω τελεία μέσα στην όλη παράγραφο της γοητείας που λέγεται Θεσσαλονίκη […]. Στην είσοδο του Σιντριβανίου υψώνεται είς Ζογγολόπουλος […] Αρέσει, προβληματίζει και απωθεί […]».
  • Στην 21η ΔΕΘ του 1956, η Μακεδονία (9.9.1956) αφιέρωνε ένα ολοσέλιδο ψηφιδωτό, όπου καταγράφονταν ―και έτσι διασώζονται― όλα τα «περίεργα, παράξενα, ασυνήθιστα και ξεκαρδιστικά» της Έκθεσης.
Γιώργος Ζογγολόπουλος, Cor-ten, 1966. Πηγή: Αρχείο Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου.

Εύγλωττοι είναι οι παρακάτω υπότιτλοι:

  • «Το μηχάνημα ανίχνευσης του ουρανίου και ο εφευρέτης του».
  • «Ο γυναικόκοσμος των επισκεπτριών και το κοριτσομάνι που υπηρετεί στα διάφορα περίπτερα».
  • «Τρία σουτ δρχ. 5. Η εξυπνότερη ατραξιόν της Έκθεσης».
  • «Δωρεάν περμανάντ» κτλ.

[…]

Η ΔΕΘ των λογοτεχνικών αναφορών

Το «ντοκιμαντέρ» της Έκθεσης το σχηματίζουν όλες αυτές οι ψηφίδες βιωματικής μνήμης που περισυλλέγουμε από τα κείμενα της λογοτεχνίας. Η ματιά και η γραφή τους διασώζει όχι μόνο εικόνες και πληροφορίες αλλά και την ατμόσφαιρα, το χρώμα της προπολεμικής και της μεταπολεμικής Διεθνούς Εκθέσεως, καθώς, όπως σημειώνει ο Τρ. Κωτόπουλος (Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, 2006), «[…] ήρωες και αφηγητές εντυπωσιάζονται από την αίγλη που αποκτά η Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της Έκθεσης και τη γιορτινή ατμόσφαιρα που επικρατεί»).

Η προπολεμική ΔΕΘ

«Το φθινόπωρο του 1926», γράφει ο Γ. Βαφόπουλος (Σελίδες αυτοβιογραφίας), «ο Ελισσαίος Γιαννίδης έφυγε από τη Θεσσαλονίκη […]. Καθώς προς το βράδυ ξεμάκραινε το καράβι, η Θεσσαλονίκη αποχαιρετούσε το φωτεινό εκείνο πνεύμα με μια πολύχρωμη βεντάλια από πυροτεχνήματα. Ήταν η πρώτη βραδιά της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, που είχε ιδρυθεί τη χρονιά εκείνη με τη φροντίδα του Νικ. Γερμανού. Και με το κλείσιμο εκείνης της φωτεινής βεντάλιας έπεφτε πάλι το σκοτάδι πάνω στην πολιτεία και στην ψυχή μου […]».

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Μακεδονία», 3 Οκτωβρίου 1926.

Στην προπολεμική Έκθεση πηγαίνει οικογενειακώς ο ήρωας της Μεγάλης Πλατείας του Ν. Μπακόλα, ο Χρίστος, για να χαρεί τη γιορτινή ατμόσφαιρα:

«[…] Ήταν πάλι ο καιρός της Έκθεσης, λάμπαν όλα πέρα από τον Λευκό Πύργο και τους πήρε ένα απόβραδο με τα παιδιά· πέταγε ο Δημήτρης από τη χαρά του, ήθελε να δει τον άνθρωπο-οβίδα που τρόμαζε τα κορίτσια, προτιμούσαν τις κούνιες και στο τέλος πέσαν σκοτωμένες στις καρέκλες· πίναν οι μεγάλοι μπίρες, τα παιδιά θα παίρναν τις γκαζόζες […]».

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης (Θεσσαλονίκη: Όσα θυμάμαι, 1991, και Συμεών ο πρόσφυγας, 1995) διασώζει την ατμόσφαιρα που δημιουργούσε κάθε Σεπτέμβριο η προπολεμική ΔΕΘ και μας πληροφορεί για τη μετάβαση της Έκθεσης από τον χώρο του 1939 στον χώρο του 1940:

«Μια φορά τον χρόνο, τον Σεπτέμβρη η πόλη έβαζε τα καλά της. Άνοιγε η Διεθνής Έκθεση — ποιος στη χάρη μας! Την περιμέναμε πώς και πώς. Οι ποτιστήρες της Δημαρχίας κάνανε υπερωρίες και σούρτα-φέρτα, εκτελούσαν έκτακτα δρομολόγια. Τις παραμονές της Έκθεσης είχαν σπουδαία αποστολή να εκτελέσουν: έπρεπε να ξηλώνουν τους ασφαλτόδρομους από την κολλημένη σκόνη όλης της χρονιάς και πίσω τους οι σκουπιδιάρηδες με τις τεράστιες χορταρένιες σκούπες να σπρώχνουν τα νερά και τη λάσπη στους υπονόμους […].

«Η κύρια είσοδος της παλιάς Διεθνούς Έκθεσης», θυμάται ο Ηλ. Πετρόπουλος («Η “παλιά” Διεθνής Έκθεση», περ. Εντευκτήριο, 10, Μάρτιος 1990), «ήταν επί της βασιλέως Γεωργίου. Η κύρια είσοδος είχε τρεις πύλες. Εμείς τα παιδιά ξέραμε την πίσω πόρτα της Λεωφόρου Στρατού, απ’ όπου γλιστρούσαμε μέσα στην Έκθεση, κρυμμένοι πίσω από κάνα κάρο με γκαζόζες. Δεν υπήρχε χτιστή μάντρα αλλά ένας φράχτης με όρθιες σανίδες.

Πλήθος επισκεπτών στην 9η ΔΕΘ (1934).

Μια κεντρική λεωφόρος έκοβε στα δύο την Έκθεση. Ένθεν κι ένθεν διάφορα περίπτερα — όλα μονώροφες ελαφρές κατασκευές. Ένα από τα περίπτερα επιζούσε μέχρι προ εικοσαετίας. Βρισκόταν ακριβώς απέναντι στο σπίτι του Αιμιλίου Ριάδη και στέγαζε μια ομάδα προσκόπων […].

Τα πιτσιρίκια χάζευαν τον κουρδισμένο τροχονόμο μπροστά στο περίπτερο “Ζενίθ”, μια αυτόματη κούκλα που έκανε λίγες μηχανικές κινήσεις με ανοιχτό στόμα […].»

Ο Ν. Σφενδόνης (Μακεδονικόν Ημερολόγιον, 1949) θυμάται το (χαμένο σήμερα) ωρολόγι της Εκθέσεως, όπως το έστησε στον περίβολο ο ιδρυτής της, Ν. Γερμανός:

«Πόσοι και πόσες», γράφει, «δεν έδωσαν το ραντεβού των γύρω από το ωρολόγι, τα ευτυχισμένα εκείνα βράδια της Εκθέσεως; Κάτω από το ωρολόγι συναντιόνταν κι όσοι είχαν χαθεί, και το μεγάφωνο το ανήγγειλε ως τόπο συνάντησης […]».

Η ΔΕΘ σε απραξία στη δεκαετία του ’40

Στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου (1941–1950) η Έκθεση δεν λειτούργησε. Στη χαρακτηριστική ερημιά του χώρου της αναφέρονται οι Χαρ. Θεοδωρίδης (Ο χειμώνας του 1941–42. Χρονικό Κατοχής, 1980) και ο Τόλης Καζαντζής (Η παρέλαση, 1976).

«1942: Ο Ησαΐας», γράφει ο Χ.Θ., «γύρισε πίσω στον Λευκό Πύργο, ξαναβγήκε στον μεγάλο δρόμο και από εκεί στην περιοχή που θέλησαν να την κάνουν δημόσιο κήπο. Πέρα απλώνονταν ο χώρος της Έκθεσης με τα έρημα και ξεχαρβαλωμένα περίπτερά του […].»

«Μια Κυριακή», γράφει ο Τ.Κ., «τέλη Μαΐου (1948;) ήτανε, θυμάμαι μου είπε: “Άντε να πάμε για ποδήλατο […]. Θα πάμε στην Έκθεση.” Έκθεση, σκέφθηκα. Ήτανε βέβαια μακριά η Έκθεση από τη γειτονιά, εκεί που τώρα είναι οι πολυκατοικίες των αξιωματικών. Ήταν μια άδεια και ξερή αλάνα, κατηφορική προς τη μεριά της θάλασσας, που ’χε μόνιμο κτίσμα την παράγκα του ραδιοφωνικού σταθμού του Τσιγγιρίδη […].»

Η ΔΕΘ μετά το 1951 (1951–2011)

Το έτος 2000, σχεδόν μισόν αιώνα μετά την επαναλειτουργία της ΔΕΘ (1951), ο Γ. Σκαμπαρδώνης συνοψίζει με το δικό του βλέμμα και ύφος την ιστορική φυσιογνωμία και την προοπτική της Διεθνούς Έκθεσης, καθώς και το προφίλ που δημιούργησε η σχέση της με την πόλη:

«[…] Η ΔΕΘ είναι ένας φεγγερός στέφανος που περιβάλλει την κεφαλή της Θεσσαλονίκης, και δεν μπορούμε πια να αντιληφθούμε την πόλη χωρίς την Έκθεση, όπως είναι δύσκολο να τη φαντασθούμε χωρίς τον Λευκό Πύργο, την Τσιμισκή ή τον Άη Δημήτρη […].

»Σάρκα πια από τη σάρκα της Θεσσαλονίκης, ψυχή από την ψυχή της, η ΔΕΘ είναι ένα όραμα που φεγγοβολάει και συνεχώς πραγματοποιείται, ένα θαύμα δυναμικής ανάπτυξης 75 χρόνων.

»Παρά τις διακυμάνσεις και τις περιπέτειές της […] η Έκθεση, εγκατεστημένη μέσα μας αλλά και στη συνείδηση της χώρας, αστραφτογεννιέται αδιάκοπα και τελικώς πάντα καταφέρνει […] να επιστρέψει, ως επιταγή, ως χρέος και ως νικηφόρα ακμή του βορείου χώρου, διαπερνώντας τα νέφη των καιρών.

»Η ΔΕΘ, στις πολλαπλές διαστάσεις και υποστάσεις της, στα ποικίλα της πρόσωπα και τις επιμέρους εκδοχές της, ως μία εν ροή πολυπρισματική σύνθεση, τίθεται αναπόφευκτα επικεφαλής των προβληματισμών μας ενόψει ενός μέλλοντος που σχηματίζεται με τα Βαλκάνια, την Ευρώπη, τη στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης.

»Και απαιτεί τώρα και πάντα τη δέουσα οξυδέρκεια από τους άρχοντές της, ώστε να προεκτείνουν επιτυχώς το όραμα του Γερμανού, του Βελλίδη και τόσων άλλων εμπνευσμένων, που υπέρ αυτής πραγματικά αγωνίστηκαν και αγωνίζονται […].»

«Μια καρδιά που χτυπούσε μέσα στην πόλη μας»

Ο συγγραφέας που έγραψε πρώτος στην πόλη για την αίσθηση και τη σημασία της μεταπολεμικής εκθέσεως, όταν άνοιγε και όταν έκλεινε τις πύλες της, ήταν ο Βασίλης Βασιλικός (Θύματα ειρήνης, 1956):

«[…] Κάθε βράδυ, μέσα κι έξω από την Έκθεση, υπήρχε ένας τόπος που μπορούσε κανείς να διασκεδάσει. Και για τους ανθρώπους της πόλης μας η παρένθεση αυτή ήταν δώρο θεϊκό. Μέσα στην Έκθεση ζούσαν τη γλυκιά αυταπάτη ότι βρίσκονταν σε μια άλλη πολιτεία, όπου όλα ήταν πιο έντονα και πιο φανταχτερά, ο κόσμος πιο εύθυμος κι ο ουρανός με τα πυροτεχνήματα έμοιαζε μ’ έναν εξωτικό κόλπο […].

Πανοραμική άποψη της ΔΕΘ το 1955. Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους.

»Η Έκθεση σήμαινε για όλους μας μια ανέξοδη φυγή από τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής, ένα ξεγέλασμα από την αθυμία της καταχνιάς, ήταν μια καρδιά που χτυπούσε μέσα στην πόλη μας, χαρίζοντας στις αρτηρίες των δρόμων καινούργιο ανθρώπινο αίμα, ένα μικρό κράτος εν κράτει, μια μεγάλη “έγχρωμη πεταλούδα βραχύβια”, ένα λουλούδι απ’ αυτά που βλασταίνουν στη Νότια Αφρική μέσα στην πένθιμη επίπλωση του φθινοπώρου. Γι’ αυτό και, όταν η Έκθεση έκλεινε τις πύλες της, ξυπνούσαμε από ένα ιριδόχρωμο όνειρο για να βρεθούμε πάλι αντιμέτωποι με τους γκρίζους και άχαρους τοίχους της κάμαράς μας […]. Τώρα, όταν περνούσαμε έξω από την Έκθεση, άλλοτε εστία και πηγή της χαράς μας, βλέπαμε πάνω της αντικατοπτρισμένο τον δικό μας θάνατο. Η Έκθεση, έρημη και βουβή, με τα στητά της περίπτερα που θύμιζαν μαυσωλεία, έμοιαζε με παγόνι που του πέσαν τα φτερά. Χωρίς το πολύβουο ανθρωπολόι, ήταν μια τρύπια κυψέλη. Και όπως ούτε φωτεινά διαδήματα, ούτε πυροτεχνήματα τη στόλιζαν τις νύχτες, έμενε σαν μια σταματημένη μηχανή πελώριου ρολογιού που του έκλεψαν όλα τα ρουμπίνια. Και τώρα πότε-πότε την πλησιάζουμε όπως φέρνουμε στα αυτιά μας ένα άδειο κοχύλι για να ακούσουμε […] τη θολή ιαχή της θάλασσας και τα σβησμένα τραγούδια των Σειρήνων […].»

Το «σεργιάνι» των επισκεπτών

Η διαφορετική πόλη την ημέρα των εγκαινίων της Έκθεσης και το «σεργιάνι» των επισκεπτών της ζωντανεύουν στο πεζογράφημα του Γ. Ιωάννου Η σαρκοφάγος (1971):

«[…] Πήγαινα προς το Συντριβάνι μα όσο προχωρούσα, η κίνηση μεγάλωνε. Ήταν τα εγκαίνια της Έκθεσης εκείνη τη μέρα και ο κόσμος έσπευδε να δει και να θαυμάσει […]. Σχεδόν χαρούμενος πια, έφερα έναν γύρο μέσα στην Έκθεση. Όχι για τα εκθέματα, φυσικά αυτά ποτέ μου δεν τα καλοείδα. Ήθελα να σεργιανίσω και πάλι τους γεμάτους υγεία και απλότητα χωρικούς της Μακεδονίας που κατεβαίνουν τέτοιες μέρες κοπαδιαστά απ’ τα χωριά τους. Και πράγματι, ξέδωσα κάπως. Πήρα την Εγνατία, πηγαίνοντας κατά το Βαρδάρι, για να ’χω κατάφατσα τα πλήθη του λαού που πηγαίνανε, συν γυναιξί και τέκνοις, προς την Έκθεση. Έβλεπα τη χαρά και την προσδοκία στα μάτια τους […]».

Δέκα χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1981, στην Καθημερινή (Εύφλεκτη Χώρα, 1983), ο Γ. Ιωάννου καταθέτει τη δική του άποψη για τον θεσμό και τον χώρο της ΔΕΘ:

«[…] Εγκαινιάζεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη η 46η Διεθνής Έκθεση και χωρίς αμφιβολία η όλη εικόνα και κίνηση θα είναι και πάλι λαμπρή […]. Θεωρούμε τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ως ένα βαρυσήμαντο θεσμό συνυφασμένο με την ιστορία της νεότερης Θεσσαλονίκης […].

»Η Έκθεση με τον καιρό έχει λάβει, εκτός από την εμπορική της σημασία, κι άλλες πολλές σημασίες, στις οποίες δεν ξέρω αν ανταποκρινόμαστε σε ικανοποιητικό βαθμό. Πρώτα-πρώτα, έχει λάβει μια περιορισμένη έστω πολιτική σημασία. Η συμμετοχή, ο βαθμός συμμετοχής, η μη συμμετοχή ενός άλλου κράτους, ιδίως κοντινού μας, δηλώνει κανονικά τις σχέσεις στις οποίες βρισκόμαστε με αυτό […].

»Υπάρχουν μερικά πράγματα βασικά τα οποία αν δεν παραμερισθούν, η Έκθεση δεν πρόκειται να γίνει αληθινά σπουδαία. Πρώτο και κυριότερο είναι το θέμα του σημείου όπου βρίσκεται — όπου κείται, θα έλεγα. Ο χώρος αυτός, στο κέντρο μέσα της Θεσσαλονίκης, με τις συστάδες των πολυκατοικιών γύρω του, ωσάν σε πηγάδι, είναι απαράδεκτα ακατάλληλος.

»Είναι άλλωστε χώρος μικρός για Διεθνή Έκθεση και βρίσκεται σε συγκοινωνιακό σημείο που δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά […]. Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να αντιληφθείς ότι ο χώρος αυτός, που μπορεί να είχε —και θα είχε— κάποιο αρχικό σχέδιο, αναπτύχθηκε κατόπιν με το “βλέποντας και κάνοντας” […].

Αεροφωτογραφία: ΔΕΘ, 1981. «Η Έκθεση αρχιτεκτονικά είναι θαρρείς μικρογραφία της πόλης που την περικλείει» έγραφε στην Καθημερινή τον Σεπτέμβριο του 1981 ο Γ. Ιωάννου. Ψηφιακό Αποθετήριο Ιστορικού - Πολιτιστικού Αποθέματος της HELEXPO - ΔΕΘ-Helexpo Α.Ε.

»Με άλλο σχέδιο αναπτύχθηκε η πόλη, με άλλες γραμμές, κι αλλιώς απλώθηκε με τον καιρό η Έκθεση […]. Καλά που έχουν φυτέψει αρκετά δέντρα και σπάει κάπως από μακριά η ασκήμια. Η Έκθεση αρχιτεκτονικά είναι θαρρείς μικρογραφία της πόλης που την περικλείει […].

»Η μετακίνηση της Έκθεσης θα είναι όχι μόνο μια δική της αναγέννηση αλλά και μια σοβαρότατη ανακούφιση της πόλης από τα συγκοινωνιακά μπλεξίματα, τα καυσαέρια και τους θορύβους, καθώς ο χώρος αυτός θα γίνει πάρκο, όπως ελπίζουμε, με 3–4 κτίρια για πολυδύναμο πολιτιστικό κέντρο και πολυσύνθετο μουσείο […].

»Η Έκθεση όμως, εκτός από το θέμα της εμφανίσεώς της, έχει και βαριά πολιτιστική αποστολή, καθώς συγκεντρώνει τόσο κόσμο, ιδίως επαρχιακό, και είναι ευκαιρία να τον φέρει σε επαφή με κάτι το γνήσια ωραίο […]. Κοντά στους εμπόρους, τους βιομήχανους, τους υψηλούς κοινωνικούς παράγοντες, χρειάζεται μία ακόμη επιτροπή από ανθρώπους καλαίσθητους, καλλιεργημένους, ξύπνιους και σε επαφή με τον Τύπο, για να προσφέρουν σ’ όλο τον κόσμο που συρρέει με τόσες προσδοκίες κάθε χρόνο —και φεύγει με τη γεύση της επανάληψης— κάτι το γνήσιο καλλιτεχνικό και διδακτικό, για να το παίρνουν μαζί τους στα χωριά και στις πόλεις τους και να τους ζεσταίνει κάπως την καρδιά […]».

Λογοτεχνικές «πινελιές» στον «πίνακα» της ΔΕΘ

Οι αναφορές και οι πληροφορίες που ανθολογούνται από τους λογοτέχνες και αναμνησιογράφους της πόλης, παρακάτω, προσθέτουν ενδιαφέρουσες “πινελιές” στον “πίνακα” της ΔΕΘ:

  • «Εκείνη η Σάριτα Μοντιέλ το 1956», γράφει ο Κ. Λαχάς (Πλους ονείρου, 1998), «έσκιζε τους αιθέρες από τα μεγάφωνα της ΔΕΘ τα οποία ήταν διεσπαρμένα έως και το σημερινό Κρατικό Θέατρο».
  • «Στα 1951 δούλευα στην κεντρική είσοδο προς τη ΧΑΝΘ, πρωινή βάρδια», θυμάται ο Μ. Γκουνάγιας (Ξεράθηκε η μπλε η βυσσινιά, 1998). «Από τη δική μου είσοδο περνούσε τακτικά ο Δαλαμάγκας. […] Τα μεγάφωνα έπαιζαν συνέχεια Βέμπο που τραγουδούσε “Xωριό μου, χωριουδάκι μου”. Διέκοπταν για διαφημίσεις-ανακοινώσεις και συνέχιζαν με Γούναρη, το “Κοκοράκι”, “Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη” κτλ. […]».
  • «Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και στην Έκθεση», γράφει ο Γ . Ιωάννου (Η σαρκοφάγος), «σ’ ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρισκόταν παραπεταμένη ―κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας― μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος […] Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη Διεθνής Έκθεση. Είναι μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα απ’ τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο […]».
  • «Κάθε φορά που έρχονταν η Έκθεση», γράφει ο Ν. Μέρτζος (Εγκώμια Θεσσαλονίκης), «ήταν σαν να γύριζε ένα φύλλο στη ζωή της Θεσσαλονίκης. Η πόλη με τους ανθρώπους της και με την Έκθεσή της είχε μια απόλυτη ταυτοπροσωπία. Είναι ένα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Θεσσαλονίκης».
  • «Θα μπούμε τζάμπα», θυμάται ο Β. Νέτας (Ελευθεροτυπία, 1993), «χωρίς εισιτήριο στην Έκθεση». «Έχω σχέδιο», είπε ο Μπουσουλέγκας. Πώς θα μπούμε όμως τζάμπα 30 άτομα που ήμασταν παρέα του καφέ Άριστον; […] Πήγαμε στην κεντρική είσοδο. Σε λίγο βλέπουμε τον Μπουσουλέγκα να έρχεται τρέχοντας και να φωνάζει “Πού είναι η χορωδία της Νιγρίτας, βρε παιδιά; Γιατί καθυστερεί; Αρχίζει το πρόγραμμα”. Πεταχτήκαμε όλοι μαζί φωνάζοντας “εδώ είμαστε” και προχωρήσαμε. Ο πορτιέρης δεν αντέδρασε, παραμέρισε και περάσαμε όλοι τζάμπα ως … χορωδία της Νιγρίτας. […]».
  • «Το 1956», θυμάται ο Γ. Ξανθούλης («Ούτε τα φαγητά, ούτε οι έρωτες», στο Η Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, 1996), «φυσούσε Βαρδάρης τον Σεπτέμβριο στην Έκθεση. Ένας άγριος σαρωτικός άνεμος που μας κόλλαγε στα κομμουνιστικά περίπτερα που ήταν γεμάτα κόκκινα τρακτέρ και άλλα τέτοια πληκτικά γεωργικά. Θέλαμε να πάμε να δούμε το θαυμάσιο περίπτερο της ΔΕΗ αλλά ο Βαρδάρης δεν ήθελε […]».
  • «Θα μας πάει ο μπαμπάς μου βόλτα», γράφει η Δ. Πανταζή (Σ’ έβλεπα, ω πόλη, από τη μεριά της θάλασσας, 1998), «με το καΐκι στον Θερμαϊκό για να δούμε το βράδυ τα πυροτεχνήματα της Έκθεσης […] Χάρη στη συνήθεια του καπετάν Μανώλη να τους πηγαίνει κάθε χρόνο τον πατροπαράδοτο περίπατο διά θαλάσσης στην Έκθεση, έκανα κι εγώ το παρθενικό μου ταξίδι με καΐκι […]. Κατέβαινε ο κόσμος με τα πόδια σε μεγάλες παρέες να πάνε στο γεγονός της πόλης, την Έκθεση. Άλλοτε κατέβαιναν από τα κοντινά χωριά, αλλά κι από τις μακρινές επαρχίες, κι εμείς βλέπαμε το ποικιλόχρωμο πλήθος να διασχίζει αργά την παραλία, την ηλεκτροφωτισμένη απ’ τη μεριά της θάλασσας […]».
  • «Τώρα βρίσκονταν στον πλατύ χωματόδρομο του Λυσσιατρείου, πάνω από το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας», γράφει ο Β. Βασιλικός (Το φύλλο, 1961). «Είδε κάτω την Έκθεση, μαγική πόλη με τα πολύχρωμα φώτα της, τις διαφημίσεις της, το λούνα-παρκ, μια ρόδα με αεροπλανάκια. Ο αχός του χαρούμενου κόσμου έφτανε ώς τ’ αυτιά του και η φωνή απ’ τα μεγάφωνα: “Η δεσποινίς στο έξι να προσέχει”. “Ο κύριος στο δεκατέσσερα να δώσει το εισιτήριό του”. «Περάστε, κυρίες και κύριοι, περάστε να δείτε τον πιο φημισμένο ταχυδακτυλουργό της Ευρώπης, τον Μωρίς τον Ιλλουζιονίστ».
  • «Το βράδυ των εγκαινίων γινόταν στη θάλασσα της παλιάς παραλίας», θυμάται ο Δ. Θ. Καραμήτσος (Η πόλη μας κι εμείς: Άλλοτε και τώρα. Θεσσαλονίκη 1941-2005, 2005), «η λεγόμενη “βενετσιάνικη βραδιά”· πολλά πλοία στολίζονταν με πολυάριθμα φώτα σαν να είχαν φωτεινές γιρλάντες, ενώ μικρότερα πλοιάρια και βάρκες κατάφωτες προχωρούσαν σιγά σιγά και από πολλά πλοιάρια εκτοξεύονταν πυροτεχνήματα […]».

 

Κάθε Σεπτέμβριο όλα αυτά τα χρόνια η Έκθεση, που έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί, έρχεται και ξαναέρχεται ως «σήμα κατατεθέν» της πόλης, για να επιτελέσει τον πολύπλευρο και σημαντικό, οικονομικό, διεθνοπολιτικό και πολιτιστικό της ρόλο.

Η ΔΕΘ το 1950 σε καρτ ποστάλ της εποχής. Ψηφιακό Αποθετήριο Ιστορικού - Πολιτιστικού Αποθέματος της HELEXPO - ΔΕΘ-Helexpo Α.Ε.

Να ξαναγαπήσουμε την πόλη

Για να υπάρξει βέβαια η Έκθεση των αφηγήσεων και των λογοτεχνικών αναφορών, αυτή η «κηλίδα γαλάζιου στον συννεφιασμένο ουρανό της ψυχής μας», πρέπει να ξαναγαπήσουμε την πόλη. Κι όπως γράφει ο Γ. Σκαμπαρδώνης (Θ. ’97, 1995): «[…] Ας έρθουν οι νεότεροι, τα παιδιά, τα συνοικιακά πιτσιρίκια, να φαντασιωθούν τη ΔΕΘ με νέους τρόπους, αν τους το επιτρέπει ο πρόωρος κυνισμός τους. Η ΔΕΘ είναι πλέον τέτοιων διαστάσεων και πολλαπλών αναφορών που, σε σχέση μ’ αυτήν, δεν μπορεί πια κανείς να αισθάνεται παρά σαν ένα παιδί που, παρορμούμενο από τη γοητεία των φώτων, ξέφυγε απ’ το χέρι των γονιών του, χάθηκε στον μύθο των εγκαινίων της και του φωνάζουν το όνομά του από τα δυνατά μεγάφωνα […]».

Γιώργος Αναστασιάδης

Ο Γιώργος Αναστασιάδης (1944-2021) ήταν καθηγητής της Πολιτικής Ιστορίας και των Συνταγματικών Θεσμών της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, συγγραφέας και κορυφαίος συνεργάτης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ, μέλος της εκδοτικής επιτροπής του από τα πρώτα χρόνια του περιοδικού.

Διαβάστε επίσης

Περιήγηση σε προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης με ξεναγό τον Γιώργο Ιωάννου από ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ (1982)
Η σύναξη του 1960 στο σπίτι του Κ. Τσάτσου και η αυλαία του ΚΘΒΕ με τον Οιδίποδα Τύραννο στους Φιλίππους
Το τετραώροφο στη Στρατηγού Καλλάρη 5 έχει επιβιώσει από πλειστηριασμούς, απόπειρες κατεδάφισης, πολέμους και σεισμούς