Βίοι παράλληλοι: Αξιός και σιδηροδρομική γραμμή

Ο Αξιός γεννήθηκε πολύ πριν από τον δρόμο, πριν από το κράτος, πριν από τα σύνορα, πριν ακόμη από τα ονόματα που δόθηκαν κατά καιρούς στους τόπους της ροής του. Η σιδηροδρομική γραμμή ήρθε πολύ αργότερα, όταν ο άνθρωπος θέλησε να μετατρέψει τη φυσική δίοδο του ποταμού σε οργανωμένο δίκτυο επικοινωνίας, όταν θέλησε να μετατρέψει τον χώρο σε απόσταση και την απόσταση σε χρόνο. Ο ποταμός είχε ήδη ανοίξει την κατεύθυνση. Ο σιδηρόδρομος την έκανε υποδομή.

Αυτή είναι η πρώτη και βαθύτερη πτυχή της σχέσης τους, η γραμμή οφείλει στον ποταμό τη δυνατότητα της εγκατάστασης και της πορείας της. Δεν διασχίζει μόνο τον χώρο του ποταμού. Εγκαθίσταται μέσα στη γεωγραφία του, χρησιμοποιεί το άνοιγμα που εκείνος δημιούργησε ανάμεσα στα βουνά, ακολουθεί τις κλίσεις του εδάφους, πλησιάζει τις όχθες του, απομακρύνεται για λίγο και επιστρέφει. Για μεγάλο μέρος της διαδρομής τους προς βορρά, ποτάμι και σιδηρόδρομος ανήκουν στο ίδιο στενό τοπίο. Δεν είναι όμως συνοδοιπόροι. Είναι δύο διαφορετικές μορφές κίνησης που βρέθηκαν, καταδικασμένες ή προνομιούχες, να μοιραστούν τον ίδιο διάδρομο.

Ο σιδηρόδρομος δεν αντιγράφει τον Αξιό. Τον χρησιμοποιεί. Διαβάζει την κοιλάδα που εκείνος χάραξε επί χιλιάδες χρόνια και εγκαθίσταται μέσα της σαν μια δεύτερη γραφή, ανθρώπινη αυτή τη φορά, πάνω στην αρχαιότερη γραφή του νερού. Η μία χαράχτηκε με διάβρωση, προσχώσεις, πλημμύρες και μετακινήσεις κοίτης, η άλλη με χωματουργικά έργα, επιχώματα, γέφυρες, σήματα, σταθμούς και μεταλλικές ράγες. Έτσι, μέσα στην ίδια κοιλάδα συνυπάρχουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις του χρόνου. Ο χρόνος του ποταμού είναι γεωλογικός. Ο χρόνος του τρένου είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι ο χρόνος του ωρολογίου. Αναχώρηση, άφιξη, ανταπόκριση, καθυστέρηση.

Κι όμως, για περισσότερο από έναν αιώνα αυτοί οι δύο χρόνοι κύλησαν παράλληλα.

Από τα παράθυρα των βαγονιών γενιές ταξιδιωτών είδαν τον ίδιο ποταμό χωρίς ποτέ να βλέπουν ακριβώς το ίδιο νερό. Και από τις όχθες του Αξιού, χωρικοί, ψαράδες, στρατιώτες, πρόσφυγες και παιδιά άκουγαν τη μηχανή να πλησιάζει, να περνά και να χάνεται προς μια κατεύθυνση που για τους περισσότερους παρέμενε άγνωστη. Το σφύριγμα του τρένου, παρ’ ότι οξύ και μεταλλικό, ηχούσε στα αφτιά τους όπως το τραγούδι των Σειρήνων, προκλητικό, μαγευτικό, ακαταμάχητο, μια πρόσκληση σε Οδύσσεια περιπετειώδη, έξω από τον δικό τους σταθερό και γνώριμο κόσμο, έστω και χωρίς Ιθάκη.

Εδώ αρχίζει η κοινωνική σχέση τους. Γιατί ο ποταμός έτρεφε τον εγκατεστημένο άνθρωπο, ενώ το τρένο υπηρετούσε πρωτίστως τον μετακινούμενο. Ο Αξιός έδινε νερό, εύφορη γη, ψάρια, καλαμιώνες, βοσκοτόπια, τόπους εγκατάστασης. Έδινε χώρο για κοινωνίες ριζωμένες. Η σιδηροδρομική γραμμή, αντίθετα, έδινε την προοπτική της αναχώρησης. Όσο το ποτάμι καθησύχαζε τον άνθρωπο «μείνε, η γη μπορεί να σε θρέψει», το τρένο μαυλιστικά παρακινούσε «τόλμα, υπάρχουν κι άλλοι τόποι αναζήτησης και ευκαιρίας».

Η μια πόλη μετά την άλλη. Ο ένας σταθμός μετά τον άλλον. Θεσσαλονίκη, Πολύκαστρο, Ειδομένη, Γευγελή, Ντεμίρ Καπίγια, Βέλες, Σκόπια.

Ο Αξιός παρήγε. Η γραμμή μετέφερε. Έτσι αναπτύχθηκε η οικονομική τους σχέση, οπωσδήποτε στενή αλλά όχι πάντα αρμονική.

Χωριά που επί αιώνες είχαν στραμμένο το βλέμμα τους προς τη γη, άρχισαν ξαφνικά να κοιτούν προς τον σταθμό. Ένα χωριό κοντά σε σιδηροδρομική γραμμή δεν βρισκόταν πλέον μόνο κοντά στον Αξιό, αλλά επίσης τόσες ώρες από τη Θεσσαλονίκη, τόσες ώρες από τα Σκόπια, τόσες ημέρες από την Κεντρική Ευρώπη. Η γεωγραφική του θέση προσδιορίστηκε ακριβέστερα σε θέση μέσα σε ένα δίκτυο μετακίνησης.

Ο ποταμός είχε επί αιώνες καθορίσει πού θα καλλιεργηθεί η γη, πού θα δημιουργηθούν περάσματα, πού θα αναπτυχθούν οικισμοί. Ο σιδηρόδρομος άρχισε τώρα να καθορίζει πού θα στηθούν αποθήκες, πού θα συγκεντρωθούν εμπορεύματα, πού θα δημιουργηθούν νέες αγορές, ποιο χωριό θα ευημερήσει και ποιο θα παραμείνει έξω από τις εξελίξεις.

Ο Αξιός παρήγε. Η γραμμή μετέφερε. Έτσι αναπτύχθηκε η οικονομική τους σχέση, οπωσδήποτε στενή αλλά όχι πάντα αρμονική.

Το τρένο έδωσε ταχύτητα σε αυτό που ο ποταμός είχε προετοιμάσει με τη γεωγραφία του. Μα η ταχύτητα δεν μεταφέρει μόνο πλούτο. Μεταφέρει και στρατούς. Κάπου εδώ η σχέση αρχίζει να δυσκολεύει.

Ο ίδιος διάδρομος που έφερνε εμπόρους και επιβάτες μπορούσε μέσα σε λίγες ημέρες να γεμίσει στρατιωτικούς συρμούς, όπλα, τραυματίες, εφόδια, επιστρατευμένους άνδρες. Η κοιλάδα του Αξιού υπήρξε επί αιώνες δρόμος εισβολών, μετακινήσεων και στρατών. Ο σιδηρόδρομος δεν κατήργησε αυτή την ιστορική ιδιότητα, την εκσυγχρόνισε. Έτσι ο ποταμός και η γραμμή έγιναν μάρτυρες των ίδιων αναστατώσεων από διαφορετική θέση.

Σεπτέμβριος 1918. Σέρβοι πεζικάριοι του 21ου Συντάγματος διαβαίνουν τον Βαρδάρη. Η κοιλάδα που έτρεφε, μετέφερε και στρατούς. Πηγή: Wikimedia Commons.

Αυτοκρατορίες άλλαζαν. Σύνορα μετακινούνταν. Στρατοί κατέβαιναν και ανέβαιναν στην κοιλάδα. Σιδηροδρομικές πινακίδες άλλαζαν γλώσσα. Σταθμοί αποκτούσαν νέα ονόματα. Τα διαβατήρια άλλαζαν χρώματα.

Το νερό όμως συνέχιζε να κατεβαίνει προς το Αιγαίο. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σύνθετη διάσταση αυτής της σχέσης, η εθνολογική.

Η κοιλάδα του Αξιού δεν υπήρξε ποτέ ένας χώρος καθαρός, ομοιογενής, κλεισμένος μέσα σε μία μόνο μνήμη και γλώσσα. Στις όχθες και στις πόλεις του έζησαν επί αιώνες άνθρωποι με διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες και αυτοπροσδιορισμούς. Σλάβοι, Έλληνες, Βλάχοι, Οθωμανοί, Εβραίοι, Αλβανοί, Ρομά και άλλες κοινότητες συναντήθηκαν, συγκρούστηκαν, εμπορεύτηκαν, παντρεύτηκαν, μετακινήθηκαν ή εκδιώχθηκαν μέσα στον ίδιο ευρύτερο χώρο. Ο ποταμός δεν απαιτούσε από κανέναν διαβατήριο.

Ο σιδηρόδρομος, στην αρχή τουλάχιστον, ένωνε περισσότερο απ’ όσο χώριζε. Οι σταθμοί υπήρξαν από τους πρώτους τόπους όπου ο κάτοικος ενός μικρού οικισμού μπορούσε να συναντήσει ανθρώπους που δεν έμοιαζαν με τους γείτονές του. Ζιπούνια και σιγκούνια απέναντι από φουστανέλες και τζαμαντάνια, αντεριά, σαλβάρια και φερετζέδες, κοφιές και φέσια παρέα με ρεντιγκότες και ημίψηλα… Διαφορετικές ενδυμασίες, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικοί τρόποι συμπεριφοράς. Το βαγόνι του τρένου μια μικρή προσωρινή κινούμενη κοινωνία της Βαλκανικής όπου άγνωστοι μεταξύ τους κάθονταν ο ένας απέναντι από τον άλλον επειδή είχαν αγοράσει εισιτήριο για τον ίδιο προορισμό.

Η παλιά ενότητα της κοιλάδας κομματιάστηκε όταν προέκυψαν τα εθνικά κράτη και τα σύνορα.

Ο ποταμός εξακολούθησε να περνά από το ένα κράτος στο άλλο χωρίς να αλλάζει ουσία. Άλλαζε όμως όνομα. Αξιός εδώ, Βαρδάρης πιο πάνω. Το ίδιο νερό μπορούσε μέσα σε λίγες ώρες να ενταχθεί σε διαφορετική εθνική αφήγηση. Και δίπλα του η ίδια σιδηροδρομική γραμμή έφθανε σε συνοριακούς σταθμούς, σταματούσε, ελεγχόταν, σφραγιζόταν. Έτσι η σχέση ποταμού και γραμμής έγινε σχεδόν πολιτική.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει στη σχέση αυτή και ερωτικό χαρακτήρα; Να την ονομάσει ερωτική χωρίς ολοκλήρωση; Ο ποταμός και η γραμμή από τη στιγμή της πρώτης συνάντησης τους στον κάμπο της Θεσσαλονίκης μέχρι τα Σκόπια βρίσκονται για εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα στον ίδιο στενό χώρο χωρίς ποτέ να μπορούν να γίνουν ένα. Πλησιάζουν, απομακρύνονται, χάνονται προσωρινά ο ένας από την όραση του άλλου και ξανασυναντιούνται. Αυτό και μόνο μοιάζει με ερωτική περιπέτεια.

Όλα άρχισαν με ένα παράξενο ταξίδι συντροφικότητας. Εκείνη ήταν λεπτή, αυστηρή, δύο ατσάλινες γραμμές καρφωμένες πάνω στη γη, μαθημένη να υπακούει σε σταθμούς, ωράρια και περιορισμούς. Εκείνος αντίθετα, ο Αξιός, φουριόζος και πεισματάρης δεν αναγνώριζε ούτε σύνορα ούτε ρολόγια ούτε φραγμούς.

Το ερωτικό στοιχείο στη σχέση του Αξιού με τη σιδηροδρομική γραμμή, δεν βρίσκεται σε κάποια από τις ποιητικές εικόνες της κοινής διαδρομής τους όπου «αγκαλιάζονται» ή «φλερτάρουν» αλλά στην παρατεταμένη εγγύτητά τους, στο αδιάκοπο κυνηγητό του ενός από τον άλλο. Ο σιδηρόδρομος στο ραντεβού του με το ποτάμι πέντε φορές περνάει από μεταλλικές γέφυρες από τη μία όχθη στην άλλη. Στην Ελλάδα μετά το Πολύκαστρο και στη Βόρεια Μακεδονία στη Γευγελή, στο Udovo, δύο φορές στο Novo Celo βόρεια του Βέλες. Συναντιούνται χωρίς να ταυτίζονται αφού η σχέση τους είναι ένας αδιάκοπος διάλογος ανάμεσα στην αταξία και την τάξη. Το ποτάμι παρά την αταξία της ροής του επιβάλλει τη δική του τάξη. Υδρολογική, γεωλογική, αμετατόπιστη, αμετάκλητη. Και ο σιδηρόδρομος, παρά την εξ ορισμού τάξη του, υποφέρει από τη δική του αταξία. Καθυστερήσεις, ατυχήματα, πολέμους, εγκαταλείψεις, σκουριασμένες γραμμές, πάλαι ποτέ πολυσύχναστους σταθμούς που σήμερα σιωπούν.

Ο Αξιός περνά μέσα από τόπους που οι άνθρωποι ονόμασαν διαφορετικά. Και η σιδηροδρομική γραμμή διέσχιζε αυτή την πολυγλωσσία.

Στο ίδιο βαγόνι μπορούσαν να ακουστούν πολλές γλώσσες. Στους ίδιους σταθμούς έφθαναν άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών, ενδυμασιών, καταγωγών και κοινωνικών τάξεων. Το τρένο δημιούργησε μια ιδιότυπη, προσωρινή ισότητα. Όχι κοινωνική αλλά ισότητα προορισμού. Για λίγες ώρες, άνθρωποι που στην κανονική ζωή τους μπορεί να μην είχαν κανέναν λόγο να συναντηθούν, βρίσκονταν στην ίδια άμαξα, υποκείμενοι στην ίδια κίνηση, στην ίδια καθυστέρηση, στον ίδιο ήχο των τροχών.

Ο σταθμός της Γευγελής, στη γραμμή Θεσσαλονίκης–Σκοπίων. Λειτουργεί από τη δεκαετία του 1870, όταν σταθμός και ποταμός ανήκαν ακόμη στην ίδια αυτοκρατορία. Πηγή: Wikimedia Commons.

Όταν χαράχτηκαν τα σύνορα η σχέση ποταμού και γραμμής απέκτησε σχεδόν φιλοσοφικό χαρακτήρα. Γιατί το σύνορο είναι ανθρώπινο, το επιβάλλουν αυθαίρετοι πολιτικοί σχεδιασμοί και σκοπιμότητες, ενώ η κοιλάδα είναι γεωγραφική και υπακούει σε νομοτελειακούς φυσικούς κανόνες.

Το κράτος μπορεί να τοποθετήσει έναν φράκτη, ένα φυλάκιο, ένα τελωνείο, μια πινακίδα, μια μπάρα. Και αυτό να είναι άδικο ή οδυνηρό για τους λαούς που χωρίζονται. Δεν μπορεί όμως να πείσει το νερό να σταματήσει. Ο Αξιός περνά πεισματάρικα έτσι κι αλλιώς. Η γραμμή, αντίθετα, υπακούει και σταματά. Εκεί όπου το ποτάμι συνεχίζει αδιάφορο για την πολιτική, το τρένο υποχρεώνεται να περιμένει τον έλεγχο των διαβατηρίων.

Αυτό είναι ίσως το πιο συγκρουσιακό σημείο της κοινής τους γεωγραφίας. Ο χώρος είναι παλαιότερος από το κράτος, αλλά το κράτος μπορεί ισχυρά να επιβληθεί πάνω στον χώρο. Και ανάμεσά τους ο απλός ταξιδιώτης χαζεύει από το παράθυρο το νερό να κυλά, να συνεχίζει τη διαδρομή χωρίς διαπιστευτήρια, ενώ ο ίδιος πρέπει να αποδείξει ότι του επιτρέπεται να περάσει. Να δείξει τα χαρτιά του.

Το λογοτεχνικό δοκίμιο «Βαρδάρης άνεμος» είναι προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο «ΑΞΙΟΣ ή ΒΑΡΔΑΡΗΣ; Ο βαλκάνιος ποταμός μας» των Λένα Καλαϊτζή – Οφλίδη και Σίμου Οφλίδη.