Γιατί ο «Τρελός Αυστραλός» γύρισε στη Θεσσαλονίκη

Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Αμβαζά

Στη λεωφόρο Γεωργικής Σχολής υπάρχει μια μεταλλική παράγκα που μοιάζει σαν κάποιος να την ξεβίδωσε από την ενδοχώρα της Αυστραλίας και να την ξανάστησε στην ανατολική έξοδο της Θεσσαλονίκης. Είναι ένα donga, όπως λέγονται στην αυστραλιανή αργκό οι λυόμενες κατασκευές που συναντά κανείς συχνά στην ύπαιθρο και στα ορυχεία της χώρας. Ο άνθρωπος που το έφερε στα μέρη μας λέγεται Αλέξης Αμβαζάς. Οι περισσότεροι, όμως, τον ξέρουν ως «Τρελό Αυστραλό».

Ο Αλέξης Αμβαζάς είναι πια 70 ετών. Στην «προηγούμενη ζωή μου», όπως λέει, σπούδασε ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός μηχανικός στην Αγγλία. Γρήγορα δέχτηκε προτάσεις για δουλειά σε Αμερική και Αυστραλία. Εκείνος όμως αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου του προσφέρθηκε μια θέση διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80.

Δεν θα στέριωνε. «Κάθισα οχτώ μέρες, αγανάκτησα, και μετά το έριξα κορώνα-γράμματα: Αμερική ή Αυστραλία; Το νόμισμα έδειξε Αυστραλία, κι εγώ μπήκα στο επόμενο αεροπλάνο για τους Αντίποδες», θυμάται γελώντας.

Το αυστραλιανό donga που έστησε ο Αλέξης Αμβαζάς στη λεωφόρο Γεωργικής Σχολής.

Στην Αυστραλία θα έμενε 32 χρόνια. Εργάστηκε ως μηχανικός σε μεγάλα έργα υποδομών (όπως του πρώτου δικτύου οπτικών ινών στο νότιο ημισφαίριο), σε έργα που συνδέονταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, αλλά και ως σύμβουλος της αυστραλιανής κυβέρνησης. Από τα τέσσερα παιδιά του, όλα σήμερα στη Μελβούρνη, μόνο ο μικρότερος, πυροσβέστης στο επάγγελμα, έχει κληρονομήσει το μικρόβιο της μαγειρικής, λέει ο Αμβαζάς.

Χειμαρρώδης, με αγγλικές λέξεις να ξεγλιστρούν πού και πού στον λόγο του, ο Αμβαζάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, σε μια εποχή που η περιοχή από την Εθνικής Αμύνης μέχρι την Αντιγονιδών ήταν γεμάτη ωραία ταβερνάκια.

Το 2011 επέστρεψε στην Ελλάδα – προσωρινά όπως πίστευε τότε – γιατί η μητέρα του ήταν βαριά άρρωστη. Όταν πέθανε οκτώ μήνες αργότερα, ακολούθησε η διευθέτηση της οικογενειακής περιουσίας και μια πολυετής νομική διαμάχη για το οικόπεδο όπου βρίσκεται σήμερα η καντίνα.

Εκείνη την περίοδο, σε μία από τις συχνές επικοινωνίες του με το Υπουργείο Υποδομών, η υπάλληλος τού έδινε απαντήσεις που τον έκαναν να πιστέψει πως είχε μπερδέψει την υπόθεσή του.

«Συγγνώμη, γνωρίζετε με ποιον μιλάτε;», τη ρώτησε.

«Φυσικά. Μιλώ με τον τρελό Αυστραλό!», του απάντησε εκείνη.

Τα εύσημα, λοιπόν, για το ιστορικό πλέον παρατσούκλι πρέπει να αποδοθούν στο ελληνικό δημόσιο.

Το παρατσούκλι που, σύμφωνα με τον ίδιο, γεννήθηκε σε μια συνομιλία με το ελληνικό Δημόσιο.

Στο οικογενειακό οικόπεδο λειτουργούσε παλαιότερα ένα βενζινάδικο. Ο Αμβαζάς αποφάσισε να το αξιοποιήσει με εντελώς διαφορετικό τρόπο, συνδυάζοντας τη δική του έφεση στη μαγειρική με τις μνήμες και την αγάπη για το φαγητό που είχε συνδέσει με τον πατέρα του, λαδέμπορα στο Καραβάν Σαράι.

«Θυμάμαι την παρέα του πατέρα μου να κάνει ένα μεγάλο φαγοπότι μια φορά την εβδομάδα, σε κάποιο από τα αμέτρητα μαγαζιά που υπήρχαν τότε στη Θεσσαλονίκη. Έβαζαν τα καλά τους, τις καμπαρντίνες τους και τις τραγιάσκες τους και έβγαιναν έξω. Ήταν σαν ανέκδοτο: ένας φούρναρης, ένας δικαστής, ένας ταξιτζής κι ένας λαδέμπορας μπαίνουν σ’ ένα ταβερνάκι…».

Η θέλησή του να αναβιώσει κάτι από εκείνη την ατμόσφαιρα τον οδήγησε να στήσει αυτό το ιδιόμορφο κατασκεύασμα στην ανατολική έξοδο της Θεσσαλονίκης.

«Κάνω ένα πολύ ιδιαίτερο μαγείρεμα, το οποίο απαιτεί πάρα πολλή επεξεργασία για πολλές μέρες. Θέλει υπομονή για να φας στου Τρελού Αυστραλού!», λέει. Το κρέας χρειάζεται σχεδόν δύο εβδομάδες ωρίμανσης για να φτάσει στο σημείο που το θέλει.

Λίγο πριν φύγουμε, μας έδειξε μια πανσέτα εμπορίου και δίπλα της τη δική του, μετά την ωρίμανση. Ύστερα την έψησε, καθίσαμε κάτω από την κληματαριά και ανοίξαμε δυο παγωμένες μπύρες.

Τον ρωτάω τι τον έφερε τελικά πίσω στην Ελλάδα. Κοιτάζει για λίγο τριγύρω του προτού απαντήσει.

«Έδωσα αγώνα ζωής για να μπορέσω να αφήσω αυτό το κτήμα στα παιδιά μου», λέει. «Εδώ γεννήθηκα και τον πονάω αυτόν τον τόπο. Η ψυχή μου μπορεί να ανήκει στην Αυστραλία, αλλά εδώ τα δέντρα έχουν ονόματα».

Διαβάστε επίσης

Δημήτρης Σούντος και Νίκος Κωνσταντινίδης κρατούν ζωντανή τη σπάνια τέχνη της επισκευής φωτογραφικών μηχανών