Δύο δρυΐδες της φωτογραφίας στη Στοά Καράσσο

Δημήτρης Σούντος και Νίκος Κωνσταντινίδης κρατούν ζωντανή τη σπάνια τέχνη της επισκευής φωτογραφικών μηχανών

Σκυμμένοι πάνω από ανοιγμένες μηχανές, με τα μηχανικά σωθικά τους σκορπισμένα δεξιά και αριστερά, ο Δημήτρης Σούντος και ο Νίκος Κωνσταντινίδης είναι δύο φωτογραφικοί χειρουργοί, οι τελευταίοι μύστες μιας δυσεύρετης τέχνης.

«Θυμάμαι την πρώτη φορά που άνοιξα την πόρτα από το εργαστήριο. Χαιρέτησα αγχωμένος και ρώτησα διστακτικά αν μπορούσε να φτιαχτεί» θυμάται ο Γιάννης Μανωλής, διαπρεπές μέλος της νέας φωτογραφικής γενιάς της πόλης, αγωνιώντας για την τύχη της παλιάς κάμερας με την οποία φωτογράφιζε τότε.

Ο Δημήτρης Σούντος σταμάτησε το μικρό «χειρουργείο» που εκτελούσε και τον καθησύχασε ότι την επόμενη κιόλας μέρα θα ήταν έτοιμη. «Μου εξήγησε τη μικρή ασθένεια της μηχανής μου με μεγαλύτερη σιγουριά από το να έλεγε τι μέρα έχουμε σήμερα».

Παλιά φωτογραφική μηχανή που ελπίζει σε μια δεύτερη ζωή.

Δεν υπάρχει ίσως φωτογράφος της Θεσσαλονίκης χωρίς κάποια ανάλογη ιστορία. Ο Χρήστος Δημητρίου, από τους πιο διακεκριμένους φωτογράφους της πόλης, λέει ότι τους λάτρεψε όταν επισκεύασαν μια παλιά αναλογική Hasselblad. «Είχα απελπιστεί. Αν μπορεί να φτιαχτεί, θα τη φτιάξουν. Αν σου πουν ότι δεν φτιάχνεται, πάει να πει ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα».

Ποια είναι όμως η ιστορία πίσω από αυτό το αμετανόητο δίδυμο της μοναχικής λεπτοδουλειάς και της βιωματικής γνώσης;

Ο Δημήτρης Σούντος πιάνει το νήμα από την αρχή. «Ήταν γύρω στο 1989-1990. Έψαχνα για δουλειά, όταν έπεσα σε μια αγγελία του Κογχυλάκη για “ηλεκτρονικό σε εργαστήριο επισκευής φωτογραφιών”». Ο Δημήτρης είχε τελειώσει ηλεκτρονικός σε Τεχνικό Λύκειο, αλλά δεν ήξερε καν ότι υφίσταται τέτοια ειδικότητα, καθώς όσοι ασχολούνταν τότε με επισκευές ηλεκτρονικών ειδών, ήθελαν να ασχοληθούν με ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Τότε θεωρούνταν το επάγγελμα του μέλλοντος.

Η λεπτομέρεια της επισκευής: εργαλεία, χέρια και υπομονή πάνω στον λεπτό μηχανισμό της κάμερας.

«Ποιος μπορούσε να μαντέψει πως λίγα χρόνια αργότερα θα εξαφανιζόταν από το τοπίο; Μαθήτευσα εκεί. Η δουλειά σού μάθαινε τη δουλειά εκείνα τα χρόνια, παρακολούθησα και ορισμένα σεμινάρια από εταιρείες όπως η Hensel και η Gretag. Λίγο καιρό αργότερα, γίναμε συνάδελφοι με τον Νίκο και ταίριαξαν τα χούγια μας από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το 1996 πήραμε την απόφαση να ξεκινήσουμε κάτι δικό μας».

Οι δύο συνεργάτες αρχικά απελπίστηκαν. Μόνο υπόγεια έβρισκαν σε λογική τιμή. Ήταν προεκλογική περίοδος όταν εντόπισαν τον ιδανικό χώρο, που λειτουργούσε τότε ως εκλογικό κέντρο. Με το που άδειασε, έσπευσαν να τον κλείσουν.

Ο μυστικός ναός του αναλογικού κόσμου

Αυτό το επιμελώς κρυμμένο αναρρωτήριο φωτογραφικού εξοπλισμού δεν θα μπορούσε να στεγάζεται σε πιο ταιριαστό χώρο. Στο βάθος της θρυλικής Στοάς Καράσσο, πλάι στο βασίλειο των ειδών ραπτικής, ανεβαίνοντας στον πρώτο όροφο αντικρίζεις ένα θέαμα βγαλμένο από κινηματογραφικό κάδρο.

Στον πάγκο του εργαστηρίου, η μαστοριά συναντά την καθημερινή επιμονή της επισκευής.

Υπερφορτωμένα ράφια και ξέχειλοι πάγκοι, φυλλάδια και σακουλάκια, βίδες και κατσαβίδια, φακοί και φλας, μπαταρίες και φωτόμετρα, ένας μικρός παράδεισος της φινιρισμένης λεπτομέρειας και της παθιασμένης εξειδίκευσης.

Δίπλα μου παρατηρώ μια μηχανή μεσαίου φορμά-σκέτο κειμήλιο, με την παλαιική φυσούνα, η οποία με ταξιδεύει γενιές πίσω, σε οικογενειακές φωτογραφίες που έβγαζαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας.

«Το παλεύουμε μέχρι τελικής πτώσης»

Κάθε αρχή και δύσκολη υποστηρίζει ο θυμόσοφος λαός, αν και στην περίπτωση των δύο συνοδοιπόρων η καλή φήμη και η από στόμα σε στόμα διαφήμιση έκανε από την πρώτη στιγμή τη διαφορά. Από δύο εργαλειοθήκες και δυο αντικριστούς πάγκους στο αποκλειστικό σέρβις εταιρειών-κολοσσών όπως η Nikon, η Yashika, Pentax και η Sanyo, και από το σύντομο πέρασμα από τα Minilab μέχρι τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, το δίδυμο των Σούντου και Κωνσταντινίδη ξέφυγε από κάθε είδους όρια και στεγανά.

Ανάμεσα σε εργαλεία, ανταλλακτικά και σημειώσεις, κάθε μηχανή ακολουθεί τη δική της διαδρομή επιστροφής.

«Η φήμη μας εξαπλώθηκε αρκετά γρήγορα. Οι μεγάλες φωτογραφικές εταιρείες έπαψαν να διατηρούν επίσημες αντιπροσωπείες, κι εμείς αποκτήσαμε πελάτες από όλη την Ελλάδα, αλλά και τα Βαλκάνια και τις γύρω χώρες».

Ο φόρτος εργασίας έγινε τόσο μεγάλος, που διέκοψαν τις διαφημίσεις. Πέρα από τη γνώση και τη δεξιοτεχνία, το μυστικό της επιτυχίας τους ήταν ότι εγκατέλειψαν το πρωτόκολλο των εταιρειών, σύμφωνα με το οποίο αν δεν βρεθεί το κατάλληλο ανταλλακτικό ή δεν αν είναι εφικτό να τηρηθεί η δέουσα διαδικασία, τότε η επισκευή μένει ανολοκλήρωτη.

Παλιά compact, αναλογικές μηχανές και ξεχασμένα σώματα περιμένουν τη δική τους δεύτερη ευκαιρία.

«Εμείς δεν σταματάμε αν δεν δοκιμάσουμε όλες τις εναλλακτικές, όλες τις πιθανότητες. Φυσικά, δεν φτιάχνονται τα πάντα, ούτε είμαστε μάγοι. Απλώς το παλεύουμε μέχρι τελικής πτώσης» λένε οι δύο συνεργάτες.

Ο Δημήτρης Σούντος μιλά για το νέο ρεύμα ανθρώπων της πόλης, που δοκιμάζουν την τύχη τους στη φωτογραφία τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και επαγγελματικό επίπεδο.

«Πολλά νεαρά παιδιά έχουν ξεθάψει τις μηχανές των μπαμπάδων και των παππούδων τους, επιλέγοντας να αφεθούν στην ποιότητα και τη γοητεία της αναλογικής εικόνας. Μπορεί να έχουν στόχο να δημιουργήσουν καλλιτεχνικά, μπορεί να ψάχνονται επαγγελματικά, μπορεί απλώς να θέλουν να ποστάρουν όμορφες εικόνες στο Instagram, δεν έχει σημασία, πάντως η τάση είναι φανερή».

Η ώρα της δοκιμής: Από το εργαστήριο της Στοάς Καράσσο, το βλέμμα ανοίγει ξανά προς την πόλη.
Οι τελευταίοι των Μοϊκανών

Οι τεχνικές γνώσεις του απτόητου ντουέτου είναι όμως μάλλον αδύνατον να μεταλαμπαδευτούν. Ο Δημήτρης Σούντος και ο Νίκος Κωνσταντινίδης είναι οι τελευταίοι μύστες μιας δυσεύρετης τέχνης που φθίνει και ξεμακραίνει στον ορίζοντα. Όχι επειδή επισκευάζουν μηχανές από αλλοτινές εποχές – δεν πρόκειται για ένα μουσείο-μαυσωλείο ρετρό νοσταλγίας. Αλλά επειδή πρεσβεύουν μια ξεχασμένη πλέον κοσμοθεωρία της εμμονική προσήλωσης στη λεπτομέρεια, που δεν υποκύπτει στη λογική του αναλώσιμου, της συνεχούς κατανάλωσης, του λαμπερού περιτυλίγματος.

Μια Mamiya μεσαίου φορμά στα χέρια των τεχνικών, σύμβολο μιας άλλης εποχής της φωτογραφίας.

«Θα έπρεπε να είναι κάποιος διατεθειμένος να δαπανήσει πάρα πολύ χρόνο και κόπο ως μαθητευόμενος. Όσο για εμάς, αυτό ακριβώς μας κρατάει ζωντανούς και με όρεξη, το γεγονός ότι εξακολουθούμε μέχρι και τώρα να μαθαίνουμε. Από τότε που ξεκινήσαμε, με το απελπιστικά αργό ίντερνετ, θυμάμαι να επικοινωνώ με ανθρώπους στις ΗΠΑ για να βρω εξαρτήματα, εγχειρίδια οδηγιών και ανταλλακτικά. Όταν παραλάβαμε την πρώτη κούτα από Αμερική, στήσαμε κανονικό πάρτι».

Όσο για το αν μπήκαν ποτέ στον πειρασμό να γίνουν οι ίδιοι φωτογράφοι, η απάντηση του Δημήτρη Σούντου συνοψίζει την επίμονη διαδρομή μιας ολόκληρης τριακονταετίας.

Ο Δημήτρης Σούντος και ο Νίκος Κωνσταντινίδης στο Photo Camera Service, ανάμεσα στους πάγκους, τα εργαλεία και τις μηχανές τους.

«Έχεις δει ποτέ γκραν πρι της Formula 1; Εμείς είμαστε σαν τους μηχανικούς που δεν θα καθίσουν ποτέ στη θέση του οδηγού, αλλά την ίδια στιγμή γνωρίζουν το αυτοκίνητο απ’ έξω και ανακατωτά, πολύ καλύτερα και από τον πιλότο».

Διαβάστε επίσης

Ξεκίνησε να ανεβάζει βίντεο για να δείχνει στη μητέρα της τη νέα της ζωή. Τέσσερα χρόνια μετά, έχει φτιάξει έναν μικρό, προσωπικό χάρτη της πόλης