Κοιτώ το ρολόι μου: 08:32. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο «Μακεδονία» πριν από μόλις έξι λεπτά, με ελαφρά καθυστέρηση από την πρωτεύουσα. Με ένα εντυπωσιακό σπριντ διαμέσου της αίθουσας αποσκευών, βρίσκομαι ήδη στη στάση λεωφορείου των αφίξεων. Θεωρητικά, το 01Χ θα είναι εδώ σε τέσσερα λεπτά, αλλά γνωρίζοντας την τηλεματική του ΟΑΣΘ, αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα.
Η ώρα έχει πάει 08:43 και το 01Χ εμφανίζεται να παίρνει τη στροφή στη μεγάλη γέφυρα του αεροδρομίου. Αγκομαχά καθώς τσουλάει αργά προς το μέρος μας, κι όταν φτάνει στη στάση εκτονώνει αέρα θορυβωδώς. Γύρω μου έχει μαζευτεί ένα μπουλούκι αγανακτισμένων που θέλουν να ξεπλύνουν από πάνω τους την ταλαιπωρία της πτήσης. Η ένταση του αεροπλάνου διαχέεται και στα υπόλοιπα μέσα και η στάση μετατρέπεται σε μια άτονη Βαβέλ, όπου κάθε προσάναμμα κουβέντας σβήνει μέσα σε ιδιωτικά επιφωνήματα.
Στο λεωφορείο, μια γιαγιά πασχίζει να επικυρώσει το παλιό χάρτινο εισιτήριό της στα νέα ακυρωτικά μηχανήματα. Κανείς δεν φαίνεται να έχει όρεξη να τη βοηθήσει, ώσπου ο οδηγός τής λέει να κατεβάσει την εφαρμογή του ΟΣΕΘ, να αγοράσει ηλεκτρονικό εισιτήριο και να σκανάρει το QR code στην ειδική υποδοχή. Η γιαγιά τον κοιτάζει σαν να της μίλησε σε μια ξένη γλώσσα. Η βοήθειά του πέφτει στο κενό. Η κυρία αποσύρεται από τη συζήτηση και κάθεται χωρίς εισιτήριο.
Στις 09:03 στη στάση «Γεωργική Σχολή» ανεβαίνει ένα τσούρμο λυκειόπαιδα. Κάθονται στις πίσω θέσεις, παίζουν σφαλιάρες και φτύνουν σπόρια στο πάτωμα. Έχουν κάνει κοπάνα την πρώτη ώρα και πάνε γραμμή για τη δεύτερη. Σχολιάζουν έναν καθηγητή τους με τα πιο γλαφυρά λόγια και μερικούς συμμαθητές τους οι οποίοι δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους στην απουσία τους, σχηματίζοντας νοερά ένα οικοσύστημα στο οποίο μόνο αυτοί έχουν πρόσβαση, την προστατευμένη φούσκα του εφηβικού σύμπαντος. Για επικύρωση εισιτηρίου, ούτε λόγος. Φαίνεται πως κάνουν αυτή τη διαδρομή καθημερινά και συμπεριφέρονται σαν κάποιου είδους τοπικοί άρχοντες. Κατεβαίνουν στη στάση «Αγορά» σχηματίζοντας πηγαδάκια. Δύο μένουν πίσω και, κάπως κρυφά, κρατιούνται χέρι-χέρι. Καθώς το 01Χ περνάει τα μεγάλα φανάρια, χάνονται μέσα στα στενά του Φοίνικα.
Η διαδρομή στη Βασιλίσσης Όλγας είναι γρήγορη, μάλλον υπέρ το δέον. Ο οδηγός έχει πετύχει τέσσερα πράσινα στη σειρά, το λεωφορείο έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και οι αερόφουσκες της ανάρτησης κάνουν υπερωρίες. «Λαογραφικό Μουσείο», «Σχολή Τυφλών» και «Φάληρο» περνούν από τα τζάμια με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αν δεν κρατιέσαι από τις χειρολαβές, κινδυνεύεις να γίνεις μπαλάκι του πινγκ-πονγκ στη φυσούνα.
Στις 09:24 στη στάση «Καμάρα» ανεβαίνει ένα πλήθος κόσμου που δεν έχει ιδέα ότι πρόκειται για τη γραμμή του αεροδρομίου και τα εισιτήριά τους δεν γίνονται δεκτά από το επικυρωτικό μηχάνημα. Συγχρωτίζονται με τους τουρίστες και προσεύχονται σιωπηλά να μην ανέβει ελεγκτής και τους επιβληθεί κάποιο τσουχτερό πρόστιμο. Οι ελεγκτές όμως σπανίως εμφανίζονται στις ώρες αιχμής.
Η κυκλοφορία στην Εγνατία κινείται ομαλά. Σε λίγα λεπτά, στις 09:32, το λεωφορείο σταματά στην «Πλατεία Αριστοτέλους» και με αφήνει τουρίστα στην πόλη μου, μπροστά στο άγαλμα του Βενιζέλου με μια βαλίτσα. Κοιτώ το 01Χ να απομακρύνεται προς τα ΚΤΕΛ για να επαναλάβει την ίδια διαδρομή, σε ένα σύγχρονο σισύφειο μαρτύριο. Κατηφορίζω την Αριστοτέλους και οι ρόδες της βαλίτσας κάνουν θόρυβο στο καλντερίμι. Η μυρωδιά του αεροδρομίου εξαφανίζεται καθώς αναλογίζομαι την ατελείωτη εργάσιμη ημέρα που με περιμένει. Η πόλη έχει ξυπνήσει για τα καλά. Είναι Δευτέρα πρωί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η ώρα δείχνει 01:15. Η πόλη μόλις άρχισε να αδειάζει. Τα μπαρ κλείνουν σιγά-σιγά, οι τελευταίες παρέες αποχαιρετιούνται και όσοι δεν έχουν την πολυτέλεια ενός ταξί συγκεντρώνονται στην Καμάρα, περιμένοντας το γνώριμο 01Ν.
Δεκάδες άνθρωποι έχουμε ήδη μαζευτεί στη στάση. Άλλοι κουρασμένοι, άλλοι ακόμη με το ποτό στο χέρι και όλοι με το βλέμμα καρφωμένο προς την Εγνατία. Όταν τελικά οι κίτρινες γραμματοσειρές του ΟΑΣΘ εμφανίζονται στο βάθος, ξέρω πως η προηγούμενη ηρεμία θα κρατήσει ακριβώς μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες. Από εκεί και πέρα περιμένω το γνώριμο τελετουργικό: συνωστισμός, αρκετές συγγνώμες και μια διακριτική μάχη για λίγα τετραγωνικά εκατοστά χώρου.
Το λεωφορείο σταματάει και καταφέρνω να περάσω την πρώτη «πίστα» έχοντας επιβιβαστεί. Επόμενη αποστολή είναι να βρω μια θέση όσο το δυνατόν πιο στρατηγική, δηλαδή μακριά από τις πόρτες, γιατί στις πρώτες στάσεις το ασταμάτητο «άνοιξε-κλείσε» και «ανέβα-κατέβα» των επιβατών μπορεί ανά πάσα στιγμή να με παρασύρει έξω από το λεωφορείο. Εν τέλει στέκομαι σε μία γωνία, βάζω την τσάντα μπροστά στα πόδια μου και κοιτάζω γύρω μου. Δίπλα μου βρίσκεται η παρέα μου και κάποιοι ήσυχοι συνεπιβάτες. Βολεύομαι και ετοιμάζομαι για τη διαδρομή.
Γύρω μου άνθρωποι μόνοι ή με την παρέα τους που περιμένουν να φτάσουν σπίτι. Το παιδί δίπλα μου γκρινιάζει για τον καθηγητή ενός μαθήματος που δεν μπορεί να περάσει και μου υπενθυμίζει τις δικές μου υποχρεώσεις. Εγώ άραγε πότε πρέπει να παραδώσω την τελευταία εργασία; Το λεωφορείο σταματάει και, προς ανακούφιση των κλειστοφοβικών, η πόρτα ανοίγει και η ατμόσφαιρα ανανεώνεται. Βλέπω σιγά-σιγά τον χώρο να αποσυμφορείται.
Η παρέα απέναντί μου μάλλον το παράκανε λίγο με το ποτό. Μερικά αγόρια προσπαθούν αδέξια να προσεγγίσουν τις πέντε κοπέλες που κάθονται απέναντί τους, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Εκείνες γελούν και αναρωτιέμαι αν ειπώθηκε όντως κάτι αστείο. Όπως και να έχει, τους χαίρομαι γιατί τουλάχιστον βρήκαν το θάρρος να κάνουν την πρώτη κίνηση. Ο οδηγός σταματάει απότομα. Μία κοπέλα παραπατάει από το τράνταγμα και φεύγει μπροστά, αλλά ευτυχώς η φίλη της τη συγκρατεί έγκαιρα. Το λεωφορείο αδειάζει κι άλλο. Η γνώριμη χροιά του μεγαφώνου ανακοινώνει την επόμενη στάση. Βρυσάκι. Άντε, λίγο ακόμα έμεινε.
Στο κάθισμα πιο πέρα ένα ζευγάρι πιάνεται χέρι-χέρι. Αυτή κουρνιάζει στον ώμο του και εκείνος κοιτάζει από το παράθυρο ενώ τη χαϊδεύει. Μία εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χάος που επικρατούσε πριν λίγο γύρω τους. Τελικά, πάντα υπάρχει χώρος για λίγο ρομαντισμό. Το λεωφορείο έχει σχεδόν αδειάσει και μένουν κάποιοι τελευταίοι επιβάτες. Ένα παιδί έχει αποκοιμηθεί. Μήπως να τον ξυπνήσουμε; Λίγα λεπτά αργότερα και μπροστά μου απλώνονται τα φώτα της Μουδανίων με το 01Ν να παίρνει τη μεγάλη στροφή. Το κρεβάτι μου πλέον φαντάζει πιο κοντά από ποτέ, ενώ ρίχνω μια ματιά και στους φίλους μου, οι οποίοι μάλλον σκέφτονται το ίδιο. Στάση «Άγιος Ελευθέριος». Το ταξίδι φτάνει στο τέλος του και το magic bus μου επιτρέπει να αποβιβαστώ. Κατεβαίνω και αποχαιρετώ τους δικούς μου, οι οποίοι κινούν προς διαφορετικές διαδρομές.
Είτε 01Χ είτε 01Ν, η ίδια γραμμή διασχίζει κάθε μέρα την πόλη. Το πρωί κουβαλά αφίξεις. Τη νύχτα επιστροφές. Ποτέ δεν μεταφέρει τους ίδιους ανθρώπους ούτε τις ίδιες ιστορίες. Ανάμεσα στις δύο διαδρομές, σχεδόν ολόκληρη η Θεσσαλονίκη.