Βαρδάρης άνεμος

Ποιος είναι αυτός ο Βαρδάρης, που το φύσημά του έδινε χρώμα και νόημα ακόμα και στην κοινωνική ζωή της πόλης;

Δεκαετίες πριν, όταν τα προξενιά μεσίτευαν τις γνωριμίες γάμου, σε περίπτωση αποτυχίας οι κουτσομπόλες γυναίκες στον απογευματινό καφέ σχολίαζαν: «Τι τα θες, φαινότανε το πράμα, δεν φυσάει ο Βαρδάρης», υπονοώντας βέβαια πως της υποψήφιας ή του υποψήφιου, αναλόγως, του έλειπε ο αέρας, το λεγόμενο γκελ, που θα μπορούσε να εμπνεύσει στον έτερο ενδιαφερόμενο δίνη συναισθημάτων με ευτυχή κατάληξη τον έρωτα και τον γάμο.

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ο Βαρδάρης που το φύσημά του έδινε χρώμα και νόημα ακόμα και στην κοινωνική ζωή της πόλης; Ο Βαρδάρης, ο και κάποιες ελάχιστες φορές ονομαζόμενος Αξιώτης, είναι ισχυρός βορειοβορειοδυτικός άνεμος που φυσά κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού ποταμού και επηρεάζει κυρίως τις περιοχές εκατέρωθεν. Ο άνεμος προκαλείται όταν δημιουργούνται οι κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες στην περιοχή με ατμοσφαιρική πίεση υψηλότερη στη νότια Βαλκανική από την περιοχή του Αιγαίου. Μπορεί να συγκριθεί με τον μαΐστρο ως προς την κατεύθυνση. Ο Βαρδάρης πάνω από την ανοιχτωσιά του Θερμαϊκού εξασθενεί.

Από την καρδιά της βαλκανικής χερσονήσου, από το Κόσοβο, τη Βοσνία, τη Σερβία, μέσα στη Βόρεια Μακεδονία και στην κοιλάδα του Αξιού, στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, έχει ενισχυθεί με όλη τη δυναμική του, έχει φορτώσει όσο κρύο σηκώνουν οι πλάτες του και οι δικές μας, βεβαίως.

Οι ανεμογεννήτριες είναι οι πρώτες που τον υποδέχονται σαν μπαίνει στην Ελλάδα από τους Ευζώνους. Του κουνάνε μαντήλι.

Κρύος αέρας. Η ψυχρότητά του ταιριάζει με τη μελαγχολική, βαλκανική ιδιοσυγκρασία που αποδίδεται συχνά στη Θεσσαλονίκη. Οι Θεσσαλονικείς λένε «Ξυρίζει σήμερα ο Βαρδάρης» εννοώντας αυτό που οι μετεωρολόγοι χαρακτηρίζουν επιστημονικά ως αίσθηση του κρύου, ακόμα και όταν οι θερμοκρασίες δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές. Ευεργετικός για την υγεία των κατοίκων της πόλης καθάριζε τον μολυσμένο αέρα, τον εγκλωβισμένο μέσα στα αρχαία τείχη της, έδιωχνε μακριά την υγρασία και τη μούχλα και στις μεγάλες επιδημίες τα μικρόβια και τους ιούς πιο αποτελεσματικά από τις λιτανείες και τις παρακλήσεις με αγρύπνιες στις εκκλησιές, τις συναγωγές και τα τζαμιά.

Σαρώνει χωράφια και εργοστάσια, ξεσηκώνει τις μυρωδιές από τα σάπια φύκια του Καλοχωρίου, από τα ψημένα τούβλα των κεραμοποιείων, από τα διυλιστήρια της ΕΚΟ, από τα βυρσοδεψεία των παλαιών σφαγείων. Κι ύστερα χώνεται, όλο και πιο δύσκολα τα τελευταία χρόνια, στα στενά της Θεσσαλονίκης.

Μπορεί κάποτε ο ευεργετικός άνεμος να βαρεθεί να κονταροχτυπιέται και να μας επισκέπτεται σπανιότερα ή να αλλάξει οριστικά κατεύθυνση.

Τα βυζαντινά τείχη της πόλης έχασαν τη σημασία τους εδώ και αιώνες. Το μέγεθός τους, όπου αυτά έχουν διασωθεί, είναι ολοφάνερα πολύ μικρότερο καθ’ ύψος από τα σύγχρονα τείχη που έχουν υψωθεί πολύ πιο έξω από το αρχικό περίγραμμα της πόλης κατά μήκος της δυτικής περιφερειακής οδού. Μιλούμε για τα συγκροτήματα των πολυόροφων πολυκατοικιών στο νεότευκτο οικισμό Νέα Πολιτεία στον Εύοσμο. Προβάλλουν το μπετονένιο ανάστημά τους αυθάδικα απέναντι στον Βαρδάρη, δυσκολεύοντάς τον να εισβάλει στον δομημένο ιστό της πόλης. Αποδείχτηκε πως είναι ένας άνισος αγώνας. Ο Βαρδάρης φυσάει με τα φυσικά του μέσα, το σιδηρομπετόν του σκυροδέματος αντίσταται με τη σύγχρονη τεχνολογία. Μπορεί κάποτε ο ευεργετικός άνεμος να βαρεθεί να κονταροχτυπιέται και να μας επισκέπτεται σπανιότερα ή να αλλάξει οριστικά κατεύθυνση.

Επισκέπτης καλοδεχούμενος και καθαριστής του νέφους, των ρύπων και της μπόχας των αποβλήτων, της τοξικής αιθαλομίχλης της μεγαλούπολης, αφήνει στις ώρες του δειλινού τη θέα της προς τον Θερμαϊκό, τον Όλυμπο και τα Πιέρια μαγευτική και αμόλυντη, με χρώματα καθαρά και αλέκιαστα.

Κάποιες φορές, τους φθινοπωρινούς μήνες, όταν φτάνει στον Θερμαϊκό φέρνει τη μεθυστική μυρωδιά από τα οινοποιεία του Καβάνταρτσι και της Γουμένισσας και από τα πάμπολλα καζάνια όπου αποστάζονται ρακιά και τσίπουρα.

O αθέατος γλύπτης της Θεσσαλονίκης

Ο Βαρδάρης δεν φυσά απλώς στη Θεσσαλονίκη, τη διαμορφώνει. Είναι η αόρατη γραμμή που χαράζει το περίγραμμά της, ο αθέατος γλύπτης που της αφαιρεί το περιττό και αφήνει μονάχα το ουσιώδες. Όταν κατεβαίνει από τον βορρά, η πόλη στέκει απέναντί του σαν φλόγα που ξέρει τη μοίρα της. Δεν είναι λίγες οι φορές που έγινε αιτία φωτιάς και τεράστιων καταστροφών, όπως στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Φρονίμως δεν του αντιστέκεται, μοιάζει να παίζει μαζί του μα δεν παραδίδεται και ας φαίνεται ότι χάνει. Όταν η παρτίδα τελειώσει η φλόγα της πόλης, σε ένα νέο ξεκίνημα, εξακολουθεί να καίει.

Ένας τόσο επιδραστικός άνεμος δε θα μπορούσε να μην έχει σχέση με τις τέχνες της βορειοελλαδικής πρωτεύουσας. Στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό τοπίο της πόλης, την ονομαζόμενη από κάποιους «σχολή της Θεσσαλονίκης», ο Βαρδάρης λειτουργεί ως εσωτερικός καιρός. Διαπερνά τους ανθρώπους και την ψυχή τους όπως διαπερνά τους δρόμους. Κάθε ριπή του μνήμη που δεν παραγράφεται, μοναξιά που δεν ομολογείται. Στη λογοτεχνία ο Βαρδάρης δεν είναι καλολογικό στοιχείο αλλά χαρακτήρας. Με την παρουσία του επιβάλλει ρυθμό στην αφήγηση και διαύγεια στην εικόνα της πόλης. Μετά το πέρασμά του όλα λάμπουν πιο καθαρά και ίσως πιο αληθινά.

Στην ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη ο Βαρδάρης λειτουργεί περισσότερο ως ατμόσφαιρα παρά ως περιγραφική λεπτομέρεια, για να εκφράσει την πολιτική ψυχρότητα των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων και την υπαρξιακή αγωνία.

Ο Βαρδάρης φυσά απόψε δυνατά κι είναι νύχτα…

Στη Θεσσαλονίκη του Ντίνου Χριστιανόπουλου ο Βαρδάρης γίνεται κομμάτι της εσωτερικής τοπιογραφίας της πόλης. Ψυχρός, στεγνός, απογυμνωτικός, βασανιστικά ερωτικός μέσα στη μοναξιά του.

Με χτυπάει ο Βαρδάρης απ’ το λιμάνι και δεν ξέρω αν είναι κρύο ή μοναξιά.

Αν στη λογοτεχνία ο Βαρδάρης είναι ατμοσφαιρικό τοπίο, σε μια ζωγραφική σύνθεση δεν θα είχε μορφή αλλά μονάχα κίνηση. Δεν θα τον έβλεπες, θα τον καταλάβαινες από την ανεμομόρφωση των δέντρων, από το αναμάλλιασμα των μορφών πάνω στον καμβά, από τον καθάριο ουρανό της πόλης, από τις ριπές στην επιφάνεια της θάλασσας του Θερμαϊκού, από το περιβάλλον που «αναπνέει» με ένταση αφήνοντας το φως να λάμπει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Θα ήταν μια λοξή γραμμή που διασχίζει τον καμβά και σπάει τη στατικότητα, ένα ψυχρό φως, μια παλέτα χρωμάτων γαλάζιων, γκρίζων και λευκών. Ίσως να ήταν και σύννεφα που σύρονται βίαια προς μια κατεύθυνση. Αν υπάρχουν άνθρωποι στο κάδρο δεν κοιτούν τον θεατή αλλά παλεύουν σκυφτοί να κρατήσουν την ισορροπία τους και τα ρούχα τους στη θέση τους.

Ο Βαρδάρης με μορφή φτερωτού γέροντα: Έργο του του Θεσσαλονικιού αγιογράφου Χρήστου Μπακόλα.

Σε έναν πίνακα εκκλησιαστικής τεχνοτροπίας του Θεσσαλονικιού αγιογράφου Χρήστου Μπακόλα ο Βαρδάρης παριστάνεται με μορφή φτερωτού γέροντα. Ο άνεμος ως φτερωτό ον παραστάθηκε ήδη στην αρχαία αγγειογραφία με τη μορφή του Βορέα, του Ζέφυρου, του Νότου, του Εύρου. Η απεικόνιση των ανέμων αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι στην ιστορία της τέχνης, καθώς μεταμορφώνονται από άγριες μυθολογικές οντότητες σε κοσμικά σύμβολα και, τελικά, σε πνευματικά στοιχεία της χριστιανικής εικονογραφίας. Στο συγκεκριμένο γίνεται χρήση δύο χρωμάτων, του κόκκινου και του γαλάζιου, μια επίθεση ψυχρού χρώματος πάνω σε ένα θερμό, τεχνική που στην εκκλησιαστική εικονογραφία ονομάζεται λυρισμός. Ο Βαρδάρης, φτερωτό υπερκόσμιο ον, πνέει πάνω από τη Θεσσαλονίκη, πάνω από το γαλάζιο του Θερμαϊκού και συντηρεί το κόκκινο των πυρκαγιών της πόλης και το φλογερό της δύσης της.

Ο Βαρδάρης λειτουργεί όπως το βουρτσάκι του αρχαιολόγου. Μετά το φύσηγμά του απομακρύνεται ο επιπασμός της σύγχρονης σκόνης και αποκαλύπτονται οι διαδοχικές στρώσεις της ιστορίας και της προϊστορίας.

Σε μια μουσική παρτιτούρα θα ήταν ο τρόπος που αλλάζει τον «καιρό» του έργου. Πνέοντας πάνω από τα χωράφια της μουσικής θα ήταν άραγε πετυχημένο να τον παρομοιάζαμε με ξαφνικό forte που συνδέει τις σιωπές και τις παύσεις; Με ένα ritardando που βαραίνει τον αέρα πριν από την έκρηξη του forte; Με μια απότομη μετατροπία σε ελάσσονα κλίμακα; Ταιριαστός απόλυτα με τα χάλκινα πνευστά του, αυτά με το τραχύ ηχόχρωμα που αναπαράγουν το σφύριγμά του ανάμεσα στα στενά της Θεσσαλονίκης. Και ίσως πιο πολύ απ’ όλα ταιριαστός με παύση, εκείνη την ξαφνική σιωπή μετά το σφυροκόπημά του, όταν όλα έχουν σαρωθεί και ο ήχος απομένει γυμνός και αποκαθαρμένος.

Σε μια κλασική μουσική παρτιτούρα ο Βαρδάρης θα ήταν ένα έργο συμφωνικό με βόρειο φως από τα κεντρικά Βαλκάνια και αλμύρα Θερμαϊκού. Δεν θα ήταν απλώς το θέμα. Θα ήταν η δυναμική κατεύθυνση της ορχήστρας που αναδεικνύει την αρμονία, που αφήνει τον ακροατή έκθετο στον κυματισμό της, όπως απομένει η πόλη μετά τον άνεμο.

Σε παρτιτούρα χάλκινων πνευστών ο Βαρδάρης θα ήταν κάτι επιβλητικό, γεμάτο όγκο, μεταλλική λάμψη και αιφνίδιες ριπές. Ένας ήχος που δεν ψιθυρίζει, φυσά και επιβάλλεται. Σε παρτιτούρα για βαλκανική μπάντα χάλκινων δεν θα ήταν συμφωνία. Θα ήταν πανηγύρι και καταιγίδα μαζί. Ήχος του δρόμου, του γλεντιού, της θρησκευτικής έκστασης, του θρήνου κάποιες φορές. Θα ακουγόταν σαν πανηγύρι της Γευγελής ή της Γουμένισσας, σαν συνοδεία σε γλέντι γάμου στη Μακεδονία και σαν σύγχρονο φεστιβάλ πνευστών υπό τη διεύθυνση του Γκόραν Μπρέγκοβιτς.

Αν η Θεσσαλονίκη ήταν κινηματογραφικό φιλμ, ο Βαρδάρης της θα λειτουργούσε ως δραματουργικό στοιχείο του έργου, βασικός χαρακτήρας της ταινίας με τάση προς την υπερβολή, την εναλλαγή γλεντιού και μοιρολογιού και την αντιφατικότητα ανάμεσα στη χαρά και στη μελαγχολία. Ιδανικός για να αποκαλύπτει τη γιορτινή τραγικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων.

Ο Βαρδάρης λειτουργεί όπως το βουρτσάκι του αρχαιολόγου. Μετά το φύσηγμά του απομακρύνεται ο επιπασμός της σύγχρονης σκόνης και αποκαλύπτονται οι διαδοχικές στρώσεις της ιστορίας και της προϊστορίας. Αν ήταν λυρικός τραγουδιστής, ένας αοιδός ή ραψωδός, θα μπορούσε να μας αφηγηθεί με τον επικό τρόπο της πνοής του ιστορίες των μύθων, των πολέμων, των διωγμών, της θυσίας, τις ζωντανές διαδρομές καραβανιών εμπόρων, στρατών και μοναχικών ανθρώπων, ιεραποστόλων και αγίων, χριστιανών, εβραίων, μουσουλμάνων, ζώντων και τεθνεώτων, ενάρετων και αμαρτωλών, αδίκων και δικαίων.

Το λογοτεχνικό δοκίμιο «Βαρδάρης άνεμος» είναι προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο «ΑΞΙΟΣ ή ΒΑΡΔΑΡΗΣ; Ο βαλκάνιος ποταμός μας» των Λένα Καλαϊτζή – Οφλίδη και Σίμου Οφλίδη.