Τάσος Ψαρράς: «Έκανα πάντα πράγματα που με εκφράζουν»

Μια δίωρη κουβέντα με έναν σπουδαίο άνθρωπο του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τάσος Ψαρράς ανήκει στη γενιά του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου που έζησε στο έπακρο τις μεγάλες αλλαγές που διαμόρφωσαν την Ελλάδα από το ’60 και μετά. Σε μια κουβέντα από καρδιάς, που ξεπέρασε τις δύο ώρες και έπρεπε με κάποιο μαγικό τρόπο να συμπυκνωθεί σε κείμενο, γύρισε τον χρόνο πίσω στα παιδικά και φοιτητικά χρόνια του στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε όσα δημιουργικά ακολούθησαν στην Αθήνα, σε μια πορεία πλούσια με βραβευμένες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και ντοκιμαντέρ.

Δημιουργός με εξαιρετική πολιτική και κοινωνική συνείδηση, αλλά και ερευνητής που ξέρει να ψηλαφίζει την Ιστορία στις λεπτομέρειες – δουλειά οπωσδήποτε γοητευτική, αλλά και αρκετά δύσκολη. Τον πέτυχα κάπου ανάμεσα στα γυρίσματα και στην προετοιμασία ενός επεισοδίου της μεγάλης σειράς ντοκιμαντέρ Εποχές και Συγγραφείς, την οποία ετοιμάζει πυρετωδώς για την ΕΡΤ.

Βράβευση του Τάσου Ψαρρά από την Ακαδημία Αθηνών, 2018.
Από το χαρτί στο διαδίκτυο

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 80 (Ιούνιος 2022) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/

Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά νιώθω ότι ανήκετε στη γενιά που μεγάλωσε με τα έργα μεγάλων συνθετών όπως, π.χ., ο Μίκης Θεοδωράκης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία. Μέσα από τον Μίκη ενηλικιωθήκαμε πολιτικά. Όταν ήμουν στο σχολείο ακόμη (1965-1966) ήταν να έρθει για μια συναυλία στο γήπεδο του Άρη με τη λαϊκή ορχήστρα του και με όλους τους τραγουδιστές που είχε τότε μαζί του (Φαραντούρη, Μητροπάνος, Ροδά, Πουλόπουλος). Τα νέα φτάσανε στόμα με στόμα και τελικά πήγαμε όλοι οι συμμαθητές σε μια συνάντηση μαζί του στο Ελιζέ, το ζαχαροπλαστείο στη Διαγώνιο (το οποίο δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα). Εκεί μας μίλησε για την πολιτική και με αυτόν τον τρόπο μάς τράβηξε κοντά του. Μάλιστα, μαζί με έναν φίλο μου, που ήταν και πιο μπασμένος στα πολιτικά, πήγαμε και στη συναυλία.

Γυρίζοντας πίσω σε εκείνα τα χρόνια είχαμε μιλήσει σε μια προηγούμενη κουβέντα μας και για τον ΦΟΘΚ.

Εγώ ακολουθούσα τον ΦΟΘΚ ως μαθητής γυμνασίου το 1965-66. Για όσους τον ζήσαμε ήταν κάτι σαν σπίρτο που έβαλε μέσα μας τη φωτιά. Βλέπαμε ταινίες, θεατρικές παραστάσεις. Τότε, βέβαια, η Θεσσαλονίκη δεν ήταν μόνο ο ΦΟΘΚ, που ήταν κάτι προσιτό για εμάς. Ήταν και η Λέσχη του Π. Ζάννα. Θυμάμαι πως οι προβολές γίνονταν αρκετά κοντά στο σπίτι μου, στο Σινέ Αελλώ, πάνω από την Αγίου Δημητρίου. Υπήρχε μια ζωντάνια σε όλα αυτά. Γίνονταν κουβέντες, ανοιχτές συζητήσεις…

Ήσασταν παιδί του κέντρου της πόλης.

Ναι, πράγματι. Μέναμε Αγίας Σοφίας και Ολύμπου. Όλα ήταν κοντά. Το Πανεπιστήμιο, η Λέσχη του ΦΟΘΚ, το Ολύμπιον, η ΕΜΣ. Πολύ κοντά μου έμενε επίσης ο Τάκης Παπαγιαννίδης, που ακολούθησε και αυτός τον δρόμο του κινηματογράφου, και ένας κριτικός κινηματογράφου που έγραφε τότε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, ο Λάμπρος Παπαχρόνης. Πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, ήταν εντυπωσιακές οι κριτικές του που είχαν καθαρά μαρξιστικό χαρακτήρα, μεγάλο τόλμημα για εκείνα τα χρόνια.

Παράλληλα είχατε και την επαφή με τον Χορτιάτη.

Ναι, από εκεί κατάγομαι. Πηγαίναμε τα καλοκαίρια κυρίως. Μιλάμε για μια εποχή που ως μαθητές ήταν δύσκολο να δραπετεύουμε από ένα σημείο σε άλλο.

Την απόφαση να γίνετε σκηνοθέτης πότε την πήρατε;

Δεν είναι μια απόφαση που την παίρνεις σε μια μέρα. Υπάρχει μια δυναμική εξέλιξη. Μου άρεσε να μαθαίνω τι είναι σκηνοθέτης. Όταν πηγαίναμε στον Χορτιάτη –μια που τον αναφέραμε– μαζί με τα ξαδέρφια μου κάναμε αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις. Οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι. Οπότε στις εθνικές γιορτές είχα την ευκαιρία να χώνομαι στα παρασκήνια και να βλέπω την προετοιμασία για το στήσιμο αυτών των εορτών.

Μετά, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου με γοήτευαν οι ταινίες που βλέπαμε. Στη Β΄ γυμνασίου μαζί με έναν συμμαθητή μου κατασκευάσαμε ένα αυτοσχέδιο μηχάνημα προβολής με ένα χαρτοκούτι και με ό,τι απομεινάρια βρήκαμε εδώ και εκεί. Κάναμε κάποιες προβολές και αυτό εντυπωσίασε τους πάντες, και μάλιστα χάρη σε αυτές τις προβολές καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τότε και έναν πολύ καλό βαθμό στη Φυσική. Μετά από αυτό το «πείραμα» εγώ έγινα κινηματογραφιστής και το άλλο παιδί έγινε καθηγητής Φυσικής.

Ο Τάσος Ψαρράς σε εξωτερικά γυρίσματα.

Προχωρώντας και μεγαλώνοντας σε μια δύσκολη φάση, όπως ήταν η Χούντα, είχατε τότε μια ασχολία με την Κινηματογραφική Λέσχη.

Ναι, την περίοδο ’72-’73. Τότε είχαν κλείσει και το Θέατρο Αμαλία και υπήρχε η ανάγκη για μια τέτοια κίνηση που να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας. Δεν ήταν μόνο μια λέσχη. Ξέραμε ότι μέσα από εκεί θα είχαμε και κοινωνικές και πολιτικές επαφές. Στο Αμαλία γινόταν μια πολύ σημαντική δουλειά και καλλιτεχνικά και πολιτικά. Εμείς ακολουθήσαμε και κάναμε με αρκετή τόλμη τη Λέσχη. Στο οργανωτικό σχήμα ήμασταν ο Μπάμπης Καλλιπολίτης, ένας εξαιρετικός δικηγόρος της Θεσσαλονίκης, ο Βάγγελης Καργούδης, που τον χάσαμε πριν λίγα χρόνια, και εγώ.

Η Λέσχη διαπιστώσαμε ότι ήταν μια γοητευτική ιστορία. Δεν ήταν χόμπι, είχε δουλειά. Κάθε βδομάδα πήγαινα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό και παραλάμβανα τις κόπιες που παίζαμε, ετοιμάζαμε τα διαφημιστικά έντυπα, κάναμε τη διανομή τους, οργανώναμε τους ομιλητές, που ήταν και από Αθήνα και από Θεσσαλονίκη. Παίζαμε αρκετές ελληνικές ταινίες. Θυμάμαι καλά την προβολή της Ευδοκίας που είχαμε κάνει. Μας έκλεισε την Κυριακή των Βαΐων του ’73 η Αστυνομία, όταν παίξαμε τον Κονφορμίστα του Μπερτολούτσι. Είχαν, βέβαια, αισθητή παρουσία κατά καιρούς. Μας πήγαν στη Βαλαωρίτου και άρχισε μια διαδικασία ανακρίσεων. Επειδή η διαδικασία αυτή θα κρατούσε αρκετά, μας είχαν πάρει τις ταυτότητες και μας άφησαν να πάμε σπίτια μας. Τότε ο Μάκης Τρικούκης με συμβούλεψε να φύγω στην Αθήνα.

Στην Αθήνα σπουδάσατε κινηματογράφο στου Σταυράκου και στη Σχολή Χατζίκου.

Είχα ξεκινήσει, βέβαια, από τη Θεσσαλονίκη με τη Σχολή του Σταυράκου. Εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργήσει ένα παράρτημα στην Αγίας Σοφίας. Είχαν έναν μεγάλο χώρο σαν πλατό. Δεν θυμάμαι ποιοι ήταν υπεύθυνοι, αλλά λειτούργησε για ένα-δυο χρόνια. Δεν μπορώ να πω ότι με συγκίνησε ιδιαίτερα. Αυτά που παρακολουθούσαμε ή μελετούσαμε εκτός σχολής ήταν πιο γοητευτικά. Στην Αθήνα, όμως, τα πράματα ήταν σαφώς καλύτερα. Ειδικά για τη Σχολή Χατζίκου υπήρχε η φήμη ότι ήταν και πιο ιντελεκτουέλ, γιατί είχε ως καθηγητή τον Βασίλη Ραφαηλίδη, ο οποίος ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που μας γοήτευε.

Ξεκινάτε λοιπόν την περιπέτεια του σινεμά…

Παρακολουθούσα τις ταινίες του Κανελλόπουλου στη Θεσσαλονίκη και, όταν ψάχνανε για κομπάρσους, πήγα και βρήκα τον υπεύθυνο παραγωγής και του είπα ότι σπουδάζω κινηματογράφο και θα με ενδιέφερε να δω το γύρισμα. Με πήραν, τελικά, ως βοηθό σκηνοθέτη. Είχα την απατηλή εντύπωση ότι θα ήμουν κοντά στον σκηνοθέτη και θα τον βοηθούσα όταν υπήρχε κάποια δυσκολία. Στην πραγματικότητα, ο βοηθός σκηνοθέτη ήταν η μάνα του συνεργείου. Από τα χέρια του περνούσαν τα πάντα. Ήμουν με τον Όμηρο Ευστρατιάδη σε μια ταινία, το Κοντά σου γνώρισα την αγάπη, και μου είχαν πει να πάω στο ξενοδοχείο, το ABC, και να πάρω τους πρωταγωνιστές του, τον Χρήστο Πάρλα και τη Νανά Σκιαδά. Εκεί με βοήθησαν κάποιοι τεχνικοί να εξοικειωθώ αρκετά με το περιβάλλον του γυρίσματος. Αργότερα τους είχα και στις μικρού μήκους ταινίες που γύρισα.

Ο Τάκης Κανελλόπουλος, που τον αναφέρατε, είναι τότε ένας από τους μύθους της Θεσσαλονίκης.

Ήταν σαφώς μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Ως σκηνοθέτης είχε μια εικαστική αίσθηση για τα πλάνα του. Ήταν ευχάριστος άνθρωπος, τον ζηλεύαμε γιατί είχε και ένα ωραίο σπορ αυτοκίνητο. Τον έβρισκα πάντα στο Ντορέ και στον Τόττη. Συχνά περνούσαν και αρκετές από τις ηθοποιούς του Κρατικού. Μιλούσαμε για διάφορα θέματα. Κάποια στιγμή μου είχε δώσει και κάποια ποιήματά του σε χειρόγραφο. Βοήθησε αρκετά στη διαμόρφωση τότε μιας Σχολής της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Απόστολο Κρυωνά και άλλους σκηνοθέτες που υπήρχαν στην πόλη.

Με τον Παύλο Ζάννα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο τη δεκαετία του ’80.

Η πρώτη σας μεγάλου μήκους ήταν το Δι’ Ασήμαντον Αφορμήν το 1974.

Αυτό ξεκίνησε μέσα στη Χούντα. Το σενάριο το δούλευα στο μυαλό μου. Είχα ακούσει την ιστορία από έναν φίλο, τον δημοσιογράφο Νίκο Μακρίδη, το οποίο κινητοποίησε μνήμες από την παιδική μου ηλικία, όταν οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι σε διάφορα καπνοχώρια, και επιπλέον ερέθισε την πολιτική μου άποψη για την κοινωνία και τη μεταποιητική οικονομία. Το σενάριο ξεκίνησε λίγο πριν το Πολυτεχνείο, το ’73. Τότε είχαμε τρεχάματα με την Αστυνομία και λόγω της Λέσχης. Έφυγα στην Αθήνα και ξανανέβηκα αρχές του ’74 στη Βόρεια Ελλάδα και άρχισα να ψάχνω τους χώρους για το γύρισμα. Φτάσαμε μέχρι τις Σέρρες. Με βοήθησε σε αυτό η πολύ καλή φίλη μου, η Ιουλία Σταυρίδη, που τη χάσαμε από covid-19.

Ξεκίνησα, λοιπόν, τα γυρίσματα. Φτάνουν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί και ζητάνε την άδεια γυρίσματος. Ήμασταν σε μια φάση που κάναμε κάποιες σκηνές με πολιτικό περιεχόμενο, στις οποίες μάλιστα πετιούνται και κάποιες προκηρύξεις. Μου ζητάνε την άδεια και εκεί λίγο μούδιασα. Ωστόσο, δεν το έβαλα κάτω και βρήκα τρόπο να κερδίσω χρόνο προφασιζόμενος ότι ο διευθυντής παραγωγής λείπει και είχε μαζί του την άδεια από τη λογοκρισία. Βρήκαμε ένα φορτηγό από Θεσσαλονίκη, φορτώσαμε όλα τα υλικά –ανάμεσα στα οποία και τα καπνά που τα είχαμε αγοράσει– και τις μηχανές. Πήγαμε, λοιπόν, στον Χορτιάτη για το υπόλοιπο των γυρισμάτων. Εκεί, επειδή οι άνθρωποι ήταν γνωστοί, ήταν πιο φιλικοί μαζί μας και μας βοήθησαν όσο μπορούσαν. Έμεινε ένα μικρό κομμάτι των γυρισμάτων που έπρεπε να γίνει μέσα στο καλοκαίρι του ’74, οπότε ξαναγυρίσαμε στις Σέρρες για να το ολοκληρώσουμε. Την ίδια μέρα που ξεκινήσαμε αυτά τα γυρίσματα έγιναν τα γεγονότα της Κύπρου και η επιστράτευση στην Ελλάδα. Πραγματικά, το πώς τελειώσαμε τα γυρίσματα, πώς έφτασαν οι μπομπίνες με το φιλμ στο μοντάζ και πώς τελειώσαμε την ταινία δεν μπορώ να το θυμηθώ. Μιλάμε για μια περιπέτεια, και μάλιστα όλα αυτά συνέβαιναν ενώ έπεφτε η Χούντα και η χαρά μας για αυτό ήταν απερίγραπτη.

Με τον Βιτόριο Ταβιάνι στη Βενετία.

Πώς ήταν η πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης;

Όταν η ταινία παίχτηκε στο Φεστιβάλ δεν πίστευαν στα μάτια τους ότι τη γυρίσαμε μέσα στη Χούντα. Και μιλάμε για το πρώτο Φεστιβάλ της Μεταπολίτευσης, στο οποίο υπήρχαν σημαντικές ταινίες, όπως το Κιέριον του Θέου, τα Μέγαρα των Τσεμπερόπουλου και Μανιάτη, κ.ά. Το τι γινόταν μέσα στην αίθουσα δεν περιγράφεται. Τελικά, πήραμε μόνο ένα βραβείο, αλλά ήταν τόσο ενθουσιασμένος ο κόσμος με την ταινία, που πραγματικά γυρίσαμε τούμπα τη διοργάνωση.

Το Δι’ Ασήμαντον Αφορμήν, όπως και το Εργοστάσιο, παρά τα ιστορικά-ηθογραφικά στοιχεία μιας εποχής που πλέον δεν υπάρχει, έχει έναν δυναμικό πολιτικο-κοινωνικό σχολιασμό που στέκεται ακόμη και σήμερα.

Λίγο πολύ αυτά δεν έχουν εκλείψει. Οι δομές υπάρχουν αναλλοίωτες. Όταν παίξαμε το Δι’ ασήμαντον Αφορμήν στο Λονδίνο, το 1975, σε ένα πανόραμα ελληνικών ταινιών, ήρθε και με βρήκε ο τότε υπουργός του Καραμανλή, ο Ανδριανόπουλος. Μου έδωσε συγχαρητήρια και μου μίλησε με πολύ θερμά λόγια για την ταινία. Ένιωσα κάπως αμήχανα που ένας υπουργός μιας δεξιάς κυβέρνησης, με φιλελεύθερες απόψεις, αντιμετώπισε την ταινία τόσο θετικά. Όταν το 1979 πήγε στο Υπουργείο Πολιτισμού, έλαβα ένα τηλεφώνημα από το γραφείο του και μου πρότεινε να αναλάβω το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας. Ήταν μια πολύ τιμητική πρόταση, αλλά εγώ δεν ήθελα να αναλάβω. Έτσι, ζήτησα να μην είμαι μόνος μου, αλλά να είμαστε μια ομάδα ανθρώπων, μια επιτροπή, και όχι ένα άτομο. Πράγματι, υπήρξε ένα σχήμα τριών ατόμων ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Νικηφόρος Παπανδρέου και ο Θόδωρος Τερζόπουλος.

Μέχρι το Καραβάν Σαράι οι ταινίες σας έχουν ξεκάθαρη διάθεση με πολιτικό σχολιασμό. Αργότερα, βέβαια, προσανατολίζεστε σε ένα πιο ευρύ κοινωνικό πλαίσιο. Ακολούθησαν πιο κοινωνικές ταινίες όπως η Άλλη Όψη και οι Αριθμημένοι. Βλέπετε τις ταινίες σας ευχάριστα μετά από τόσα χρόνια;

Κοίταξε, για το Καραβάν Σαράι μου λένε ότι είναι μια ταινία για τον Εμφύλιο. Ουσιαστικά, είναι μια ταινία πέρα από τον Εμφύλιο. Υπάρχει ένα σημείο που ξεπερνάει τα ιστορικά γεγονότα και αφορά περισσότερο τις πολιτικο-οικονομικές συνθήκες, τα παρεπόμενα του Εμφυλίου. Η δεκαετία του ’50, αν κάτσουμε να δούμε τον ελληνικό κινηματογράφο εκείνης της εποχής, στηρίζει μια ανασυγκρότηση που αφορά τη μετακίνηση του κόσμου της επαρχίας στις μεγάλες πόλεις και την αλλοτρίωσή του σε μικροαστικές συνήθειες.

Η τελευταία φορά που είδα μια ταινία μου ήταν το περασμένο καλοκαίρι. Ήταν το Δι’ Ασήμαντον Αφορμήν, και μάλιστα με κοινό, στο αφιέρωμα που έγινε από το Athens Open Air Film Festival για την Ιουλία Σταυρίδη. Πρέπει να πω ότι η ταινία άρεσε αρκετά και καταχειροκροτήθηκε και μάλιστα από ένα κοινό που ηλικιακά τουλάχιστον δεν είχε καμία σχέση με εκείνη την εποχή.

Παράλληλα είχατε μια διαδρομή στην τηλεόραση με τηλεοπτικές σειρές και ντοκιμαντέρ.

Στα γυρίσματα των Αριθμημένων, 1998.

Έκανα πράγματα διαφορετικά από αυτά που έκαναν οι άλλοι. Εμένα με εκφράζουν απόλυτα. Με προσέγγισε πρόσφατα ένας παραγωγός για μια τηλεοπτική παραγωγή και του εξηγούσα ότι δεν με ενδιαφέρει η πρότασή του. Σκεφτόμουν με αφορμή αυτό το περιστατικό ότι έχω κάνει 11 τηλεοπτικές σειρές και συνολικά 204 επεισόδια. Ίσως κάποια να μην είναι τόσο δυνατά όσο κάποια άλλα. Ωστόσο, ο κύριος στόχος όλης αυτής της προσπάθειας ήταν να εκφράσω κάποιες βασικές αρχές, πολιτικά και καλλιτεχνικά. Ο Χρυσός Νοικοκύρης, ας πούμε, ήταν μια αναπαράσταση της Πολιτικής Οικονομίας. Η Ασημίνα Λαΐου, που ήταν παραγωγή της ΕΡΤ3, επίσης είχε τέτοιο στόχο. Ίσως ο Πρίγκηπας να ήταν πιο κοντά σε αυτό που ορίζουν κάποιοι ως τηλεόραση. Προσωπικά, μου αρέσει το κινηματογραφικό φιλμ. Αισθάνομαι τα χρώματα πιο ζωντανά. Το μαύρο είναι μαύρο και το γκρι είναι γκρι. Στο ψηφιακό είναι όλα λαμπερά, καθαρά. Δεν είναι τόσο ρεαλιστικά. Έχει, βέβαια, σημασία πώς θα τα χρησιμοποιήσεις. Πρέπει να έχεις την αίσθηση του κινηματογράφου. Κάπως έτσι συνέβη με τον Καρυωτάκη, που το είχαμε γυρίσει σε SD. Το σπάσαμε, όμως, όσο μπορούσαμε από αυτό το φίλτρο του καθαρού.

Και τώρα με τι ασχολείστε; Να περιμένουμε κάποια νέα ταινία σας;

Στα γυρίσματα του Καρυωτάκη, που προβλήθηκε στην ΕΡΤ, με τον πρωταγωνιστή Δημήτρη Παπαδόπουλο.

Κάνω πολλά χρόνια τη σειρά ντοκιμαντέρ Εποχές και συγγραφείς. Είναι πολύ δύσκολη δουλειά. Τόσο σε επίπεδο αναπαράστασης, όσο και σε ό,τι αφορά την έρευνα. Τώρα έχω μπροστά μου έξι επεισόδια με τον Τέλλο Άγρα, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Μητσάκη, τον Πορφύρα, τον Αλέξη Ζήρα. Επίσης ετοίμαζα μια ταινία συμπαραγωγής Ελλάδας-Ουγγαρίας. Λόγω covid, όμως, πάγωσε η προετοιμασία. Ας περάσει αυτή η δύσκολη εποχή και βλέπουμε.

Διαβάστε επίσης

Από τον Δράκο του Σέιχ Σου και τη δολοφονία Πολκ μέχρι τη Βίλα Αλλατίνι και την Τούμπα όταν υποδεχόταν τον Μαραντόνα
Ένα απόγευμα με την 24χρονη Θεσσαλονικιά ράπερ
Από τις Τρύπες μέχρι τις μουσικές για θέατρο και κινηματογράφο, ανατρέχει σε μια διαδρομή που σημάδεψε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης