Η ματαιότητα, η φθαρτότητα και τελικά ο θάνατος, πέρα από αναπόδραστο και πυρηνικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτελούν μια ανεξάντλητη δεξαμενή για την τέχνη διαχρονικά. Η σύγχρονη τέχνη δεν εξαιρείται. Αυτό το θέμα απασχόλησε την έκθεση του MOMus-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Vanitas. Ιστορίες από το επέκεινα.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 86 (Δεκέμβριος 2023) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Το εγχείρημα στόχευε να αγκαλιάσει το πιο υπαρξιακό, καθοριστικό για τη δημιουργία νοήματος και συνείδησης ερώτημα της ζωής και να το επαναφέρει με σύγχρονους εικαστικούς και πολιτισμικούς όρους. Επαναφέροντας την ίδια στιγμή τη ρίζα του πολιτισμού, την υπέρτατη συνθήκη πολιτισμικής δημιουργικότητας, που διαπερνά κοινωνικούς θεσμούς, οργανισμούς, ήθη, έθιμα και πεποιθήσεις. Μετατρέποντας καλλιτεχνικά τη ζωή σε διαρκή δοκιμασία της θνητότητας και τον θάνατο (και άρα και τη ζωή) σε μείζον πολιτικό διακύβευμα.
Η ζωή μετατρέπεται σε διαρκή δοκιμασία της θνητότητας και ο θάνατος σε μείζον πολιτικό διακύβευμα.
Ένα πτώμα και η μνήμη του στους ζωντανούς. Ένα κρανίο ή μαραμένα λουλούδια.
Έχει σημασία πώς πέθανε; Από «φυσικό» θάνατο, από πανώλη ή θρησκευτικές αιρέσεις, από τον τοκετό ή τον καρκίνο, από αντιπαλότητες στο δικαστήριο ή τον καύσωνα, με ευθανασία, από ερωτική μανία ή αυτοκτονώντας; Ή από την αποτυχία να ευχαριστήσει τον Ερρίκο Η΄, του οποίου η βασιλική παντοδυναμία δεν έπρεπε να αμφισβητηθεί ποτέ –είτε ήσουν σύζυγος που γέννησε λάθος φύλο κληρονόμου είτε καρδινάλιος–, ή από το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής; Έχει σημασία αν ο νεκρός ήταν γυναίκα ή παιδί, Ινδιάνος ή μαύρος, ανάπηρος ή γκέι, αν απομονώθηκε στο σπίτι ή στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου; Έχει σημασία αν ο θάνατος αποσιωπήθηκε; Έχει σημασία αν θρηνήθηκε; Πώς και από ποιους;
Ο θάνατος, όπως η γέννηση, ο πόνος και η ηλικίωση, αποτυπώνουν με βιολογικούς όρους την ανθρώπινη διαδρομή, αλλά αποκτούν νόημα μόνον μέσα σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Το είδος, η διάρκεια και οι συνθήκες ζωής, όπως άλλωστε και ο χρόνος, ο τρόπος, η αιτία και ο τόπος θανάτου, αν και φαίνονται να εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα και κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των υποκειμένων, αποτελούν κατεξοχήν πεδία πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης, ρύθμισης και ελέγχου, πεδία όπου το εμφανιζόμενο ως «ιδιωτικό» βρίσκεται σε άμεση διαπλοκή με το πολιτικό.
Οι συνθήκες έκθεσής μας στον θάνατο έχουν μεταβληθεί ριζικά. Όπως σημειώνει η κοινωνιολόγος Δήμητρα Μακρυνιώτη στο βιβλίο που επιμελήθηκε Περί θανάτου. Η πολιτική διαχείριση της θνητότητας (εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2008):
Η αλλαγή των κριτηρίων για τον ιατρικό ορισμό του θανάτου και η επικράτηση του όρου «εγκεφαλικός θάνατος», οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, η μετατροπή του θανάτου σε πρακτική πολιτικής εξόντωσης μέσω της γενοκτονίας, της βίας, των βασανιστηρίων, των «εξαφανίσεων» και των επιχειρήσεων «εθνοκάθαρσης», η επαναφορά του νόμου του στρατοπέδου, οι αντεγκλήσεις για την καθιέρωση της ευθανασίας σε συνδυασμό με προτάσεις για την επαναφορά της θανατικής ποινής, οι ασύμμετροι όροι εξάπλωσης του AIDS και άλλων επιδημιών, η διάχυτη απειλή οικολογικής ή πυρηνικής καταστροφής, ο αποκαλούμενος πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας βρίσκονται ψηλά στην πολιτική και δημόσια ατζέντα.
Η εξουσία ως δικαίωμα θανάτωσης μπορεί να φθίνει διαρκώς, όμως αντίστοιχα αναπτύσσεται η εξουσία ως δικαίωμα παρέμβασης υπέρ της ζωής. Οι νέες μορφές βιοπολιτικής, που εδράζονται στις διαφορετικές τεχνολογίες της εξουσίας, μας φέρνουν αντιμέτωπους με αποφάσεις σχετικά με τα όρια ανάμεσα σε μια ζωή άξια ή ανάξια να βιωθεί και σε έναν θάνατο που αξίζει ή δεν αξίζει το πένθος. Άλλωστε, ο θάνατος είναι των άλλων. Δική μας είναι μόνο η επίγνωση του θανάτου, που καθορίζεται από τον θάνατο των άλλων. Στο πολιτισμικό επίπεδο, μοιάζει να μας συναρπάζει η διασημότητα, η ελαττωματική διασημότητα, η παροδικότητα της φήμης και ο πρόωρος ή αιφνίδιος θάνατος περισσότερο από άλλους, αλλά σε κάθε περίπτωση τόσο η ζωή, όσο και ο θάνατος, αναδεικνύονται διαρκώς ως σημαντικά, πρωτίστως πολιτικά ζητήματα.
Δική μας είναι μόνο η επίγνωση του θανάτου, που καθορίζεται από τον θάνατο των άλλων.
Όχι ένα πτώμα μόνο. Ένα πτώμα ζωγραφισμένο. Ένα γλυπτό κρανίο ή μαραμένα λουλούδια και η μνήμη που ανακαλούν στους ζωντανούς.
Και πολλές ακόμη εκδοχές του θανάτου, και μαζί και του «κακού». Η δυτική ιστορία και εικονογραφία του θανάτου –και του κακού– είναι απέραντη και πολύπλοκη. Συχνά ο τρόμος του θανάτου αισθητικοποιείται, υπονομεύοντας μια αποκαλυπτική διαλεκτική. Δεν παύει, όμως, ο χώρος του να έχει μακριά και πλούσια κουλτούρα. Είναι ο τόπος τον οποίο η κοινωνική φαντασία έχει οικίσει με τις μεταμορφωτικές της ανάγκες για το κακό και τον κάτω κόσμο: στη δυτική παράδοση ο Όμηρος, ο Βιργίλιος, η Βίβλος, ο Δάντης, ο Μπος, η Ιερά Εξέταση, ο Σαίξπηρ, ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Γουόρχολ, ο Ντάμιεν Χιρστ. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Michael Taussig, με την ευρωπαϊκή κατάκτηση και αποικιοποίηση αυτοί οι χώροι του θανάτου συγχωνεύονται σε μια κοινή δεξαμενή από σημαίνοντα-κλειδιά που συνδέουν την κουλτούρα του κατακτητή με εκείνη του κατακτημένου, δίνοντας μια άλλη εκδοχή της κουλτούρας του τρόμου. Συχνά μέσα από τα σύμβολα της θρησκευτικής εικονογραφίας, ακόμη και σήμερα, αλλά και με τη χρήση της σκωπτικότητας, της ειρωνείας, του τραγέλαφου, του αισθητικού κυνισμού, οι αναπαραστάσεις του θανάτου αποτελούν ένα εξαιρετικά συχνό θέμα.
Παρ’ όλο που ο θάνατος είναι δύσκολο να συλληφθεί, πόσο μάλλον να οπτικοποιηθεί, οι vanitas εισήγαγαν ένα συμβολικό πλαίσιο για την παροδικότητα της ζωής, τη ματαιότητα της απόλαυσης και τη βεβαιότητα του θανάτου. Με αφετηρία τον 16ο αιώνα και τη συνέχειά του μέχρι τον 17ο αιώνα, σήμερα εξακολουθούν να εμφανίζονται. Αν οι ρίζες τους ανατρέχουν στη θρησκεία ή στη χριστιανική Βίβλο, σήμερα οι ίδιες αναφορές προεξάρχουν; Έχουν ακόμα θέση σε έναν πολιτισμό που δεν είναι πλέον διαποτισμένος από θρησκεία, αλλά είναι ηδονιστικός, βασισμένος στον καπιταλισμό και την τεχνολογία και που υποστηρίζεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπου τα πάντα είναι εμπόρευμα; Έτσι φαίνεται. Το θέμα του θανάτου αποτελεί το μέγιστο υπαρξιακό θέμα, γιατί ο θάνατος, όπως και αν τον ορίσουμε, θα είναι πάντα εκεί. Και ως τέτοιο θα το συναντάμε στην καλλιτεχνική δημιουργία με πολλούς τρόπους και όχι μόνο ως αλληγορία. Η συχνότητά του, βέβαια, δημιουργεί μια αντιφατική συνθήκη: την ίδια στιγμή που οι σχετικές αναπαραστάσεις είναι απολύτως συνυφασμένες με το θέμα της ζωής και εμφανίζουν πολλές από τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα εντός του ίδιου του χώρου του θανάτου, την ίδια στιγμή αναδεικνύουν την έκπτωση των ίδιων των συμβόλων. Μήπως και της σημασίας του θανάτου του ίδιου;
Σε κάθε περίπτωση, οι σημερινοί μας μύθοι μπορεί να απηχούν τους παλιούς μύθους. Ο χώρος του θανάτου είναι κατ’ εξοχήν χώρος μετασχηματισμού και εκεί έγκειται η σημασία του, καθώς και η σημασία των αναπαραστάσεών του: μέσα από την εμπειρία του θανάτου έρχεται η ζωή. Μέσα από τον φόβο έρχεται η απώλεια του εαυτού ή/και η συμμόρφωση σε μια νέα πραγματικότητα. Ή, μέσα από το κακό έρχεται το καλό. Η ιδιαιτερότητα του τρόπου του θνήσκειν σήμερα, καθώς και η αναπαράσταση του θανάτου στις περισσότερο αναπτυγμένες κοινωνίες δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν λάβει κανείς υπόψη του την ισχυρή ώση ατομικοποίησης. Αν συμφωνήσουμε ότι το νεωτερικό σχήμα του θανάτου γενικεύεται κατά το 16ο αιώνα –όταν εμφανίζονται και οι αναπαραστάσεις της vanitas–, από το σημείο εκείνο και μετά η πορεία του ατομικού άγχους του θανάτου επιταχύνθηκε, εξατομικεύοντας τις συνειδήσεις και αποεπενδύοντας τις συλλογικές τελετουργίες. Από το συλλογικό θέατρο του θανάτου και τους εξισωτικούς Χορούς του θανάτου φτάνουμε προοδευτικά στους ατομικούς μύθους του θανάτου, στην ατομική φαντασίωσή του και τις ατομικές διεργασίες πένθους που παίρνουν διαφορετικές καλλιτεχνικές μορφές και είναι αυτές τελικά που ίσως δημιουργούν τη δυνατότητα της «επέκτασης της ζωής» και αποτελούν μια άλλη στρατηγική ζωής – μεσιτεία της αθανασίας. Αποπολιτικοποιημένη στρατηγική, θα έλεγε κάποιος. Όχι εγώ.
Μέσα από την εμπειρία του θανάτου έρχεται η ζωή.
Για τον λόγο ότι η έκθεση «Vanitas. Ιστορίες από το επέκεινα», μέσα από τα πολυάριθμα έργα που περιλαμβάνει και που ενδεχομένως με κάποιο τρόπο αισθητικοποιούν τον φόβο του θανάτου, μας εφοδιάζει με μια αίσθηση πολιτικής κοινότητας, φέρνοντας στο προσκήνιο σχεσιακούς δεσμούς που δεν συντίθενται αποκλειστικά από τον έναν και τον άλλον («εμένα» και «εσένα», τον θεατή και τον αναπαριστώμενο, τον επισκέπτη και τον δικό του άνθρωπο που έχασε, τον καλλιτέχνη και τον αποδέκτη του έργου εκείνου), αλλά αποτελούν δεσμούς μέσω των οποίων ο ένας και ο άλλος («εγώ» και «εσύ») διαφοροποιούνται και συσχετίζονται. Με την έννοια αυτή, η έκθεση μετατρέπεται σε μια ευκαιρία σύνδεσης, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι μπροστά στις απεικονίσεις του θανάτου και τη διαρκή υπόμνηση της σωματικής τρωτότητας εκτιθέμεθα εκ νέου ο ένας στον άλλο, καλούμαστε να ξανασκεφτούμε τα μεταβλητά κανονιστικά πρότυπα αναγνώρισης και τελικά αποζητούμε μια αναγνώριση της ανθρώπινης ιδιότητας που δεν υποκαθιστά αυτόν που δέχεται την αναγνώριση με εκείνον που την προσφέρει.
Ο συνδυασμός βίας και ευαλωτότητας, συμβόλων του παρελθόντος και του παρόντος, ο παράλογος προσδιορισμός της επιθυμίας και η ευθραυστότητα της σάρκας, η ονειρική διάθεση, η κατάφαση στη ματαιότητα, αλλά και η πίστη στη ζωή, το χιούμορ, η ειρωνεία, η ψευδαισθητική διαχείριση όγκων και συνθέσεων, μαζί με τις εικόνες κρανίων και οστών, αποτελούν και σήμερα παράδειγμα της επιμονής της παράδοσης των vanitas για την Gen Z, αλλά και για τη γενιά του Botox.
Η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να επιβραδύνουν τη διαδικασία γήρανσης, αλλά ο ψηλός τύπος με το δρεπάνι θα μας πάρει στο τέλος. Η ζωή είναι σύντομη και δεν ξέρεις πότε θα έρθει η σειρά σου. Απόλαυσε τα καλλιτεχνικά έργα, αλλά κοίτα την αιώνια ζωή, θα έλεγαν μέσα στην εκκλησία, όχι τη ζωή του ηδονισμού και των εγκόσμιων ανησυχιών. Γιατί, αν δεν λάβεις σωστά τις προτεραιότητές σου, θα καταλήξεις σε έναν πίνακα του Ιερώνυμου Μπος μέσα στο χάος. Επειδή, όμως, δεν είμαστε στην εκκλησία, μπορείτε και να γελάσετε ελεύθερα, για να «περιπαίξουμε την κατάντια μας», όπως λέει ο Άμλετ, η οποία δεν είναι άλλη από τη συνθήκη του ανθρώπινου.
Η Θούλη Μισιρλόγλου Διευθύντρια MOMus-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης-Συλλογές Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.