Ο αρχιτέκτονας και design director Αρσένιος Ζαχαριάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πυλαία, εργάστηκε σε αρχιτεκτονικά γραφεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ίδρυσε το δικό του studio στο Λος Άντζελες και εκπροσώπησε φέτος την Ελλάδα στη δεύτερη Μπιενάλε Τέχνης της Μάλτας, μαζί με την Κλέλια Σίσκα, με το έργο «A Wall That Isn’t One», υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
H εγκατάσταση «A Wall That Isn’t One» έχει ως επίκεντρο την ξερολιθιά. Πρόκειται για μια μορφή λαϊκής αρχιτεκτονικής που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κατασκευή, υποδομή και πολιτισμικό αποτύπωμα. Η τέχνη της ξερολιθιάς έχει εγγραφεί από το 2018 στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.
Η συμμετοχή στη Μπιενάλε αποτέλεσε την αφορμή για να μιλήσουμε όχι μόνο για τη μεσογειακή αρχιτεκτονική και τη σχέση της με το τοπίο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αρχές μπορούν να διαβαστούν μέσα σε μια σύγχρονη πόλη όπως η Θεσσαλονίκη. Πώς μπορεί μια πόλη με τόσο σύνθετη ιστορία να σχεδιάσει το μέλλον της χωρίς να αποκοπεί από το παρελθόν της;
Ο Αρσένιος Ζαχαριάδης γεννήθηκε το 1990 και μεγάλωσε στο Πουρνάρι της Πυλαίας. Οι πρώτες του αναμνήσεις από τον χώρο συνδέονται με το σπίτι, τον κήπο και τη φυσική επαφή με το έδαφος.
Όπως εξηγεί, εκεί πέρασε τα σχολικά του χρόνια σε ένα περιβάλλον που διατηρούσε ακόμη στενή σχέση με το τοπίο και την καθημερινότητα της πόλης. Η ενασχόληση με τον κήπο και η εξοικείωση με τα υλικά και τις κλίμακες της φύσης επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται σήμερα την αρχιτεκτονική.
«Αυτές οι εμπειρίες επηρέασαν τη σχέση μου με τον χώρο, το περιβάλλον και την κλίμακα των πραγμάτων», λέει.
Η Θεσσαλονίκη, επομένως, δεν είναι για εκείνον απλώς ο τόπος καταγωγής του. Είναι η πρώτη πόλη που έμαθε να παρατηρεί: μια πόλη όπου το αστικό περιβάλλον, η περιφέρεια, το τοπίο και η καθημερινή ζωή συνυπήρχαν σε διαρκή μετάβαση.
Μετά τις σπουδές αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, η επαγγελματική του πορεία τον οδήγησε στο εξωτερικό. Εργάστηκε σε διεθνή αρχιτεκτονικά γραφεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια ίδρυσε το δικό του studio στο Λος Άντζελες.
Η διεθνής εμπειρία του τού επέτρεψε να δει τις ελληνικές πόλεις από απόσταση. Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυσε το ενδιαφέρον του για τις μορφές αρχιτεκτονικής που γεννιούνται από τον ίδιο τον τόπο, τα διαθέσιμα υλικά και τη συσσωρευμένη εμπειρία των κοινοτήτων.
Το έργο με το οποίο εκπροσώπησε την Ελλάδα επιλέχθηκε ανάμεσα σε περισσότερες από 3.200 διεθνείς αιτήσεις από 122 χώρες. Η ξερολιθιά είναι η τέχνη της κατασκευής με λίθους χωρίς συνδετικό υλικό. Τη συναντάμε σε αναβαθμίδες, αγροτικά όρια, καταφύγια και μικρά κτίσματα, από τα ελληνικά νησιά έως πολλές ακόμη περιοχές της Μεσογείου. Δεν είναι απλώς μια τεχνική κατασκευής. Αποτελεί συσσωρευμένη γνώση, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του τόπου και μεταδιδόμενη από γενιά σε γενιά.
Ο ίδιος την περιγράφει ως «μια μορφή αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονα». Η φράση συνοψίζει μια πρακτική που δεν προέκυψε από έναν μεμονωμένο δημιουργό, αλλά από τη συλλογική εμπειρία ολόκληρων κοινοτήτων. Η ξερολιθιά είναι επίσης ένα παράδειγμα αρμονικής σχέσης με το περιβάλλον. Τα υλικά προέρχονται από τον ίδιο τον τόπο και επιστρέφουν σε αυτόν χωρίς να διαταράσσουν τη φυσική του ισορροπία.
Για τον Ζαχαριάδη, συμβολίζει τη βαθιά σύνδεση ανθρώπου και τοπίου: «Το υλικό του τόπου γίνεται δομή, όριο και καταφύγιο».
Αυτή η αρχή έχει ενδιαφέρον και για τη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να μη διαθέτει την εικόνα ενός νησιωτικού ή αγροτικού τοπίου, διαθέτει όμως μια εξίσου πυκνή σχέση ανάμεσα στο έδαφος, στη μνήμη, στα υλικά και στις διαδοχικές ιστορικές επεμβάσεις. Η ξερολιθιά λειτουργεί έτσι και ως μεταφορά για το πώς θα μπορούσε να σχεδιαστεί μια πόλη: όχι με την επιβολή μιας ενιαίας εικόνας, αλλά με την προσεκτική σύνδεση διαφορετικών στρώσεων και στοιχείων.
Στη σημερινή σύνθετη πραγματικότητα, η αρχιτεκτονική καλείται να αντιμετωπίσει πολύ περισσότερα από τη μορφή ενός κτιρίου. Η κλιματική κρίση, η πυκνότητα των πόλεων, η έλλειψη δημόσιου χώρου και η ποιότητα της καθημερινής ζωής μετατρέπουν τον σχεδιασμό σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό ζήτημα.
Για τον Αρσένιο Ζαχαριάδη, η αρχιτεκτονική αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο χώρος όπου ζούμε. Ένα κτίριο δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένο από τον δρόμο, τη γειτονιά, το τοπίο και την κοινότητα που το περιβάλλει.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι η αναπαραγωγή παραδοσιακών μορφών, αλλά η κατανόηση των αρχών που τις δημιούργησαν. Δηλαδή η οικονομία των μέσων, ο σεβασμός στην κλίμακα, η χρήση των υλικών του τόπου και η προσαρμογή στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το S13 στη Θεσσαλονίκη, όπου η καθαρή σύγχρονη μορφή συνδυάζεται με λύσεις προσαρμοσμένες στο μεσογειακό κλίμα. Η μεταλλική όψη λειτουργεί ως φίλτρο για τον ήλιο, ενώ οι υπαίθριοι χώροι, η διαμπερότητα και η σχέση του κτιρίου με τον δρόμο επιχειρούν να συνδέσουν τη σύγχρονη κατοίκηση με την κλίμακα και τη μνήμη της γειτονιάς.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στους χώρους συνάντησης. Οραματίζεται μια αρχιτεκτονική που επιτρέπει σε διαφορετικούς ανθρώπους, εμπειρίες και πολιτισμούς να συνυπάρχουν και να ανταλλάσσουν ιδέες.
«Με ενδιαφέρουν χώροι που ανήκουν στο παρόν, αλλά συνομιλούν με την ιστορία και τις κοινότητες γύρω τους», σημειώνει.
Η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ιστορικά υπήρξε τόπος συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών, θρησκειών και κοινοτήτων, αλλά σήμερα συχνά δυσκολεύεται να μεταφράσει αυτή την κληρονομιά σε συνεκτικό δημόσιο χώρο.
Το ερώτημα για το μέλλον της Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς αισθητικό. Δεν αφορά μόνο το αν η πόλη είναι όμορφη ή άσχημη, αλλά το αν μπορεί να αποκτήσει ξανά συνοχή, λειτουργικότητα και σαφή σχέση με την ιστορία της.
Ο Αρσένιος Ζαχαριάδης απορρίπτει την ιδέα μιας κυριολεκτικής επιστροφής σε κάποιο εξιδανικευμένο παρελθόν. Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ μια πόλη με μία μόνο αρχιτεκτονική ταυτότητα. Αντίθετα, αποτελεί ένα παλίμψηστο διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Η ρωμαϊκή, η βυζαντινή, η οθωμανική και η νεότερη ευρωπαϊκή κληρονομιά συνυπάρχουν, άλλοτε ορατά και άλλοτε αποσπασματικά, μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό.
«Η διαστρωμάτωση των διαφορετικών ιστορικών περιόδων είναι η πραγματική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης»
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να επιστρέψει η Θεσσαλονίκη σε μία συγκεκριμένη στιγμή του παρελθόντος, αλλά να ξαναβρεί τον πολυπολιτισμικό και εξωστρεφή χαρακτήρα που τη διέκρινε διαχρονικά.
Η σημερινή εικόνα της πόλης είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Η υπεροικοδόμηση, η αποσπασματική διαχείριση ιστορικών κτιρίων και μνημείων, η περιορισμένη φροντίδα του δημόσιου χώρου και η περίπλοκη πολεοδομική νομοθεσία έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον που συχνά μοιάζει να στερείται συνοχής.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα μνημεία αντιμετωπίζονται ως απομονωμένα αντικείμενα και όχι ως ενεργά τμήματα της πόλης. Η σύγχρονη οικοδόμηση, από την άλλη πλευρά, σπάνια συνομιλεί ουσιαστικά με την κλίμακα, τα υλικά και τον χαρακτήρα της γειτονιάς στην οποία εντάσσεται.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο, σύμφωνα με τον Ζαχαριάδη, μπορεί να ξεκινήσει ένας πραγματικός αρχιτεκτονικός μετασχηματισμός.
Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να ξανασχεδιαστεί από την αρχή. Μπορεί, όμως, να αρχίσει να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη συνέπεια και ευθύνη όσα ήδη διαθέτει.
Για τον Αρσένιο Ζαχαριάδη, ο μετασχηματισμός της θα μπορούσε να βασιστεί στην αρχιτεκτονική συμβατότητα με την ιστορία της. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέα κατασκευή πρέπει να μιμείται το παρελθόν. Σημαίνει ότι οι νέες παρεμβάσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την κλίμακα, τα υλικά, τη μνήμη και τη λειτουργία του δημόσιου χώρου.
Η σύγχρονη αρχιτεκτονική έκφραση δεν χρειάζεται να ακυρωθεί. Χρειάζεται, όμως, να εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη για την πόλη και να μην εξαντλείται σε μεμονωμένες, αποσπασματικές χειρονομίες.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η πολυπλοκότητα της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί μειονέκτημα. Αντιθέτως, μπορεί να γίνει το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της, εφόσον αναγνωριστεί και αξιοποιηθεί δημιουργικά.
«Η πολυπλοκότητα της Θεσσαλονίκης δεν είναι μειονέκτημα· μπορεί να γίνει το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της».
Η πόλη χρειάζεται καλύτερο συντονισμό, συνεκτικότερες πολεοδομικές επιλογές, μεγαλύτερη φροντίδα για τα ιστορικά της κτίρια και περισσότερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο. Χρειάζεται, επίσης, να αντιμετωπίσει την αρχιτεκτονική όχι ως υπόθεση μεμονωμένων οικοπέδων και κτιρίων, αλλά ως συλλογικό αστικό τοπίο.
Στην ουσία, η πρόταση του Αρσένιου Ζαχαριάδη για τη Θεσσαλονίκη δεν αφορά μια επιστροφή στο παρελθόν. Αφορά μια πιο συνειδητή κίνηση προς τα εμπρός.
Όπως η ξερολιθιά δημιουργείται με την προσεκτική τοποθέτηση διαφορετικών λίθων, χωρίς να εξαφανίζει την ιδιαιτερότητα κανενός, έτσι και η Θεσσαλονίκη μπορεί να βρει συνοχή χωρίς να διαγράψει τις αντιφάσεις και τις ιστορικές της στρώσεις.
Ο αρχιτεκτονικός της μετασχηματισμός μπορεί να ξεκινήσει από αυτή την παραδοχή: μια πόλη δεν χρειάζεται να αποκτήσει μία μόνο εικόνα για να έχει ταυτότητα. Χρειάζεται να μάθει να συνδέει με μεγαλύτερη φροντίδα όσα ήδη συνυπάρχουν μέσα της.