Ό,τι κράτησε ο Χριστιανόπουλος

Επιστολές, βιβλία με αφιερώσεις, δίσκοι ρεμπέτικου και 137 κλειστά ημερολόγια: περιήγηση στο προσωπικό αρχείο του ποιητή

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μοιάζει να επιβλέπει ακόμη το γραφείο του. Στο μεγάλο πορτρέτο που δεσπόζει στον χώρο εμφανίζεται καθιστός, με κοστούμι. Το λευκό του μουστάκι και οι ρυτίδες στο μέτωπό του αποτυπώνονται με λεπτομέρεια. Το έργο είναι του Στέφανου Δασκαλάκη, που ζωγράφισε τον ποιητή στην Αθήνα με πρωτοβουλία του Θόδωρου Μίτζα, αντικέρ και κοινού φίλου των δύο ανδρών.

Μπροστά του, ένα πράσινο φωτιστικό, μια μικρή μαύρη κεραμική γάτα, ένα ρολόι χωρίς καδένα. Και ολόγυρα τα βιβλία, οι πίνακες και οι φωτογραφίες του. Σε αυτή τη μικρή αίθουσα, στο βάθος της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, φυλάσσονται τα αντικείμενα που τον περιέβαλλαν. Το προσωπικό του αρχείο, που αριθμεί περίπου 17.000 τεκμήρια, φυλάσσεται σε ξεχωριστό χώρο. Περιλαμβάνει επιστολές που λάμβανε επί δεκαετίες, βιβλία με ιδιόχειρες αφιερώσεις, χειρόγραφα, φωτογραφίες, δίσκους ρεμπέτικου, καθώς και 137 ημερολόγια, τα οποία παραμένουν κλειστά.

Αν το πορτρέτο διασώζει τη μορφή του, όλα τα άλλα που άφησε πίσω του υπόσχονται κάτι μεγαλύτερο: να φωτίσουν τις σχέσεις του με τους ανθρώπους και τη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη της εποχής του. Μια Θεσσαλονίκη που ο Χριστιανόπουλος (1931–2020) σφράγισε όσο λίγοι ως ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, μελετητής του ρεμπέτικου, και φυσικά ως ιδρυτής του περιοδικού και των εκδόσεων «Διαγώνιος» . 

Το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου παραχωρήθηκε στο ΑΠΘ τον Οκτώβριο του 2016, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Την παράδοσή του ανέλαβε ο ξάδελφός του, συγγραφέας και συλλέκτης Ιωάννης Μέγας, εκπληρώνοντας επιθυμία που είχε εκφράσει δημόσια ο ποιητής. Στα χρόνια που ακολούθησαν παραδόθηκαν και επιπλέον τεκμήρια, τα οποία εντάχθηκαν στη συλλογή της Κεντρικής Βιβλιοθήκης.

Σήμερα, μέρος του υλικού ψηφιοποιείται. Και ανάμεσα στα χιλιάδες τεκμήρια, η επιστολογραφία του ξεχωρίζει. Λέει πολλά για τον ίδιο τον ποιητή, αλλά και για τους ανθρώπους με τους οποίους διατηρούσε αλληλογραφία.

Η μικρή μαύρη κεραμική γάτα από το γραφείο του Χριστιανόπουλου. Ο ποιητής λάτρευε τις γάτες.
Οι επιστολές που κράτησε

Η αλληλογραφία του Χριστιανόπουλου εκτείνεται από το 1947, όταν ήταν ακόμη έφηβος, έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μέσα σε καφέ φακέλους Α4 βρίσκονται μικρότεροι φάκελοι, με γραμματόσημα της εποχής: τα ίχνη μιας επικοινωνίας μισού αιώνα με λογοτέχνες, καλλιτέχνες, νέους ανθρώπους, ακόμη και μαθητές.

Δεν ήταν όλες οι επιστολές φιλικές.

«Μας έκανε εντύπωση ότι ο Χριστιανόπουλος διατηρούσε ακόμη και τις πιο υβριστικές ή προσβλητικές επιστολές», λέει η Αναστασία Χουχουλιδάκη, βιβλιοθηκονόμος και διαχειρίστρια του αρχείου.

Γιατί τις κράτησε δεν το γνωρίζουμε. Ίσως αποτελεί ένα γενικότερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του: στα εγκαίνια του χώρου, το 2021, ο Ιωάννης Μέγας είχε πει ότι «ο Ντίνος σε όλη του τη ζωή δεν πέταξε ούτε ένα κομμάτι χαρτί». Στο αρχείο βρέθηκαν ακόμη και παλιά εισιτήρια λεωφορείου.

Φάκελοι από την αλληλογραφία του Χριστιανόπουλου, με γραμματόσημα και αεροπορικές σημάνσεις της εποχής.

Από τις υπόλοιπες επιστολές προκύπτει η εικόνα ενός ανθρώπου που ανταποκρινόταν σε όσους ζητούσαν τη γνώμη του για τη δουλειά τους.

«Όσοι καλλιτέχνες ρωτούσαν την άποψή του, απαντούσε σε όλους, σχολιάζοντας θετικά ή και όχι τόσο θετικά», αναφέρει η Νικολέτα Σαραντοπούλου, διδακτορική φοιτήτρια που συμμετέχει στην ψηφιοποίηση του αρχείου.

Το «Χριστιανόπουλο»

Ανάμεσα στους αποστολείς βρίσκονταν και μαθητές Γυμνασίου, που του έστελναν τη σχολική τους εφημερίδα. Σύμφωνα με την κ. Σαραντοπούλου, ο Χριστιανόπουλος τούς παρότρυνε να συνεχίσουν. Κι εκείνος, άλλωστε, με έναν παρόμοιο τρόπο είχε κάνει τα πρώτα του βήματα, στέλνοντας τα ποιήματά του σε ένα εφηβικό περιοδικό. Το 1945, ο δεκατετράχρονος κατά κόσμον Κωνσταντίνος Δημητριάδης δημοσίευσε στο «Ελληνόπουλο» το ποίημα Παράπονο ξενιτεμένου. Το υπέγραψε ως «Χριστιανόπουλο». Το ίδιο ψευδώνυμο με ένα σίγμα στο τέλος, έμελλε να γίνει το όνομα με το οποίο θα καθιερωνόταν αργότερα ως λογοτέχνης.

Το πρώτο αυτό ποίημα συμπεριλήφθηκε στο τεύχος της 6ης Οκτωβρίου, αντίτυπο του οποίου βρίσκεται σήμερα στο αρχείο του Χριστιανόπουλου. Τέσσερα χρόνια από τη συγγραφή του, το 1949, τοποθετείται συνήθως η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα με το ποίημα Βιογραφία στο περιοδικό «Μορφές».

Τεύχη του «Ελληνόπουλου» από το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Στο κέντρο, το τεύχος της 6ης Οκτωβρίου 1945, όπου δημοσιεύτηκε το ποίημά του Παράπονο ξενιτεμένου. Ήταν τότε 14 ετών.
Από την κριτική στις οικογενειακές έγνοιες

Ανάμεσα στα βιβλία της συλλογής βρίσκεται ένα αντίτυπο του Ζητείται ελπίς, με ιδιόχειρη αφιέρωση του Αντώνη Σαμαράκη.

Η σχέση των δύο συγγραφέων αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία τους. Σύμφωνα με όσα έχουν προκύψει από την επεξεργασία του αρχείου, αντάλλασσαν σχόλια για το έργο τους, ενώ ο Σαμαράκης ευχαριστούσε τον Χριστιανόπουλο που του έστελνε στην Αθήνα τεύχη της «Διαγωνίου».

Η ιδιόχειρη αφιέρωση του Αντώνη Σαμαράκη στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, σε αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του Ζητείται ελπίς που φυλάσσεται στο αρχείο.

Η αποστολή τευχών στην Αθήνα έχει ενδιαφέρον και για την ιστορία της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης. Η «Διαγώνιος», που ο Χριστιανόπουλος ίδρυσε το 1958 και διηύθυνε με διακοπές έως το 1983, ταξίδευε με το ταχυδρομείο πολύ πέρα από τα όρια της πόλης. Με το περιοδικό και τις Εκδόσεις της Διαγωνίου συνδέεται μια ολόκληρη γενιά σπουδαίων ανθρώπων των γραμμάτων της πόλης, όπως ο Γιώργος Ιωάννου, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου και ο Περικλής Σφυρίδης.

Ο Χριστιανόπουλος ήταν και τακτικός αναγνώστης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ, το οποίο τού αφιέρωσε μέρος του 73ου τεύχους του τον Σεπτέμβριο του 2020.

Η αλληλογραφία έφτανε και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Ο ποιητής Κώστας Ριτσώνης, για παράδειγμα, μοιραζόταν μαζί του προβληματισμούς και οικογενειακά θέματα. Πλάι στις κρίσεις για βιβλία και κείμενα, οι φάκελοι του Χριστιανόπουλου διασώζουν έτσι και τις προσωπικές έγνοιες των ανθρώπων που του έγραφαν.

Ένα αρχείο που αποκαλύπτεται σταδιακά

Την ψηφιοποίηση των επιστολών έχει αναλάβει η κ. Χουχουλιδάκη με την υποστηρικτική συνδρομή της κ. Σαραντοπούλου.

«Παρότι ο ίδιος είχε οργανώσει τις επιστολές του σε φακέλους Α4, ταξινομημένους κατά ημερομηνία, γεγονός που μας βοηθάει αρκετά στην ψηφιοποίηση, η διαδικασία παραμένει επίπονη και χρονοβόρα», εξηγεί η κ. Σαραντοπούλου.

Στην αριστερή φωτογραφία, η βιβλιοθηκονόμος και διαχειρίστρια του αρχείου Αναστασία Χουχουλιδάκη (αριστερά) και η διδακτορική φοιτήτρια Νικολέτα Σαραντοπούλου, που εργάζονται για την ψηφιοποίηση της αλληλογραφίας του Χριστιανόπουλου. Στη δεξιά φωτογραφία, η διευθύντρια της Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ, Αγγελική Χατζηγεωργίου.

Μέχρι σήμερα έχει ψηφιοποιηθεί μικρό μέρος της αλληλογραφίας, οπότε όσα έχουν γίνει γνωστά προέρχονται από ένα περιορισμένο τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου συνόλου. Περιλήψεις των επιστολών που έχουν ήδη καταγραφεί έχουν αναρτηθεί στο ψηφιακό αποθετήριο της Βιβλιοθήκης «Ψηφιομνήμων».

Από το αρχειακό υλικό έχει ήδη προκύψει και μια έκδοση: η αλληλογραφία του Χριστιανόπουλου με τον Πατρινό ποιητή Χρίστο Λάσκαρη (1931-2008), που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Τύρφη. Οι δύο ομότεχνοι ήρθαν σε επαφή το 1979, όταν ο Λάσκαρης έστειλε στον Χριστιανόπουλο την πρώτη του συλλογή. Η αλληλογραφία τους κράτησε ως τον θάνατο του Λάσκαρη. Ο Χριστιανόπουλος εξέδωσε τρεις συλλογές του Λάσκαρη από τις Εκδόσεις της Διαγωνίου, κι εκείνος τροφοδοτούσε με τεύχη της «Διαγωνίου» τα βιβλιοπωλεία της Πάτρας.

Ο Χριστιανόπουλος γράφει στον Χρίστο Λάσκαρη, 1 Απριλίου 1979

Φίλε κ. Λάσκαρη,

Μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον διάβασα τὰ Ποιήματά σας καὶ ὁμολογῶ πὼς ἔμεινα εὐχαριστημένος: σεμνὸς τόνος, σωστὸς στίχος, στρωτὸ γράψιμο, ἀνθρώπινο αἴσθημα. Εἶστε ὁ πρῶτος ποιητὴς ἀπὸ τὴν Πάτρα ποὺ μὲ συγκίνησε: ὅλοι οἱ ἄλλοι ὣς τώρα μὲ εἶχαν κάνει νὰ νομίζω πὼς ἡ πόλη σας βγάζει ξιπασμένους καί νερόβραστους. Εὔχομαι νὰ συνεχίσετε μὲ τὴν ἴδια ἀφοσίωση.

Φιλικά, Ντῖνος Χριστιανόπουλος

Πηγή: Χρίστος Λάσκαρης – Ντίνος Χριστιανόπουλος, Αλληλογραφία, Εκδόσεις Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2026.

Ο λάτρης του ρεμπέτικου

Η αλληλογραφία, πάντως, είναι μόνο ένα μέρος του αρχείου. Η συλλογή περιλαμβάνει ακόμη φωτογραφικά άλμπουμ, χειρόγραφα τετράδια, κριτικές, έργα τέχνης, πόστερ και τυπογραφικά κλισέ. Ανάμεσα στα τεκμήρια βρίσκονται επίσης δίσκοι βινυλίου και ηχογραφημένες κασέτες, που παραπέμπουν σε ένα άλλο μεγάλο πάθος του Χριστιανόπουλου: το ρεμπέτικο.

«Ο Χριστιανόπουλος ήταν λάτρης του ρεμπέτικου και ιδιαίτερα του Βασίλη Τσιτσάνη, για τον οποίο έχει γράψει και το βιβλίο Ο Βασίλης Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του (1932-1946). Επομένως, δεν μας ξάφνιασε όταν παραλάβαμε τη συλλογή του από δίσκους βινυλίου και ηχογραφημένες κασέτες με υλικό για το ρεμπέτικο», λέει η Αγγελική Χατζηγεωργίου, διευθύντρια της Βιβλιοθήκης.

Στο ισόγειο διαμέρισμά του στις Σαράντα Εκκλησιές, πάνω από το γραφείο, κρέμονταν σε κάδρα δύο μορφές: ο Καβάφης, τον οποίο θεωρούσε τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή, και ο Τσιτσάνης. Το ρεμπέτικο το μελετούσε, το συνέλεγε και το τραγουδούσε: σε ηχογραφήσεις του αρχείου ερμηνεύει ο ίδιος τραγούδια με την «Παρέα του Τσιτσάνη». Στη συλλογή υπάρχουν επίσης δίσκοι των Κουγιουμτζή, Κοροβίνη, Ζήκα και Νικολαΐδη.

Το πορτρέτο του Χριστιανόπουλου από τον Στέφανο Δασκαλάκη. Δίπλα του, ένας μικρότερος πίνακας με νεαρό άνδρα που κρατά μπουζούκι.
Τα 137 ημερολόγια

Ανάμεσα στα χιλιάδες τεκμήρια, ίσως το πιο αινιγματικό τμήμα της συλλογής είναι εκείνο που δεν μπορεί ακόμη να διαβαστεί. «Πρόκειται για 137 προσωπικά ημερολόγια του Χριστιανόπουλου, τα οποία θα ανοίξουν το 2055, 35 χρόνια μετά τον θάνατό του», σημειώνει η κ. Χατζηγεωργίου. Καλύπτουν περισσότερα από πενήντα χρόνια της ζωής του.

Ο Χριστιανόπουλος βρίσκεται σήμερα — μέσα από το αρχείο του — στο Πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε, στην πόλη με την οποία συνδέθηκαν η ζωή και το έργο του.

Το γραφείο του έχει μεταφερθεί πίσω από μία τζαμαρία. Οι επιστολές του ανοίγουν μία μία. Τα ημερολόγιά του παραμένουν κλειστά. Ανάμεσα σε αυτά τα τρία διαφορετικά είδη μνήμης — τα αντικείμενα που εκτίθενται, τα έγγραφα που μελετώνται και τα κείμενα που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί — βρίσκεται σήμερα η δυνατότητα να γνωρίσουμε καλύτερα τον Χριστιανόπουλο.
Και, μαζί του, κάτι από τη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη στην οποία έζησε και την οποία σφράγισε.

Ο χώρος είναι επισκέψιμος στο αναγνωστήριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ. Περιλήψεις των επιστολών έχουν αναρτηθεί στο ψηφιακό αποθετήριο «Ψηφιομνήμων», ενώ η πρόσβαση στο σχετικό υλικό παρέχεται κατόπιν αιτήματος.

Διαβάστε επίσης

Ο συγγραφέας της Ηχούς του χρόνου για τη μουσική ως μνημείο και για τη σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη που σώπασε
Επιστρέφουν με τρίτο άλμπουμ και ήχο «pure indie pop»
Η Θεσσαλονικιά μουσικός μεταφέρει έναν ήχο χιλιάδων ετών στους σύγχρονους κόσμους του σινεμά και του gaming
Στον Εύοσμο από δέκα χρονών

Όταν ήταν δέκα χρονών η οικογένεια μετακόμισε στον Εύοσμο, και ο Ντίνος άρχισε να παίζει στις αλάνες της περιοχής. «Τότε ο Εύοσμος ήταν διαφορετικός. Σπίτια υπήρχαν μόνο μέχρι το ύψος της αστυνομίας. Πιο έξω είχε μόνο χωράφια. Και αλάνες, παντού αλάνες». 

Μια μέρα τον είδε να παίζει ο κουρέας του, ο οποίος ήταν επίσης ο ταμίας του Αγροτικού Αστέρα, συλλόγου που ιδρύθηκε το 1932 στον Εύοσμο από Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Βρήκε τους γονείς του, και τους ζήτησε να υπογράψουν δελτίο. Ο Ντίνος ήταν μόλις 15 χρονών. 

«Η μητέρα μου δεν ήθελε να υπογράψει. Δεν ήθελε να παίξω ποδόσφαιρο. Ήθελε να τελειώσω το σχολείο και να βρω δουλειά. Εγώ της είπα: “Τώρα δεν θέλεις να παίξω, όμως κάποια μέρα θα με βλέπεις στην τηλεόραση”». Οι γονείς πείστηκαν, και ο Ντίνος άρχισε να παίζει στον Αγροτικό Αστέρα.