Jeremy Eichler: «Μου είπαν όχι. Όλα διαγράφηκαν»
Ο συγγραφέας της Ηχούς του χρόνου για τη μουσική ως μνημείο και για τη σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη που σώπασε
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Αλέξανδρος Αβραμίδης
- 31/10/2026
Περπατώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, ο Jeremy Eichler αναζήτησε ίχνη της γλώσσας των Σεφαραδιτών, των λαντίνο, που ακουγόταν κάποτε παντού στην πόλη. «Υπάρχει έστω κάποιο ίχνος αυτής της γλώσσας; Βιβλία; Επιγραφές; Οτιδήποτε;», ρωτούσε. «Μου είπαν όχι. Όλα διαγράφηκαν». Η γλώσσα έχει σωπάσει.
Η απουσία αυτών των φωνών από τη σημερινή Θεσσαλονίκη αγγίζει ένα ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια τον Αμερικανό ιστορικό, συγγραφέα, καθηγητή και πρώην μουσικοκριτικό της Boston Globe: τι απομένει από έναν κόσμο όταν οι άνθρωποι που τον έζησαν έχουν πια χαθεί;
Με αφορμή την ελληνική έκδοση του πολυβραβευμένου βιβλίου του Η ηχώ του χρόνου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης (ΜΙΕΤ), συναντήσαμε τον Eichler στη Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε μαζί του για τη μουσική ως φορέα μνήμης, το Ολοκαύτωμα και τους ήχους ενός κόσμου που χάθηκε.
Στο βιβλίο ο Eichler ακολουθεί τέσσερις συνθέτες — τον Ρίχαρντ Στράους, τον Άρνολντ Σένμπεργκ, τον Μπέντζαμιν Μπρίτεν και τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς — και τέσσερα έργα που γεννήθηκαν στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: τις Μεταμορφώσεις, το Ένας επιζών από τη Βαρσοβία, το Πολεμικό Ρέκβιεμ και τη 13η Συμφωνία, Μπάμπι Γιαρ. Μέσα από διαφορετικές εμπειρίες του πολέμου, της εξορίας και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, εξετάζει πώς η μουσική μπορεί να διατηρήσει κάτι από τη βιωμένη εμπειρία της Ιστορίας.
Η μουσική, όπως λέει στη συζήτησή μας, επιτρέπει να αντικρίζουμε «ένα πολύ ευρύτερο τοπίο ιστορίας και μνήμης». Στη Θεσσαλονίκη, η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας σήμανε και την εξαφάνιση ενός ολόκληρου κόσμου από την καθημερινή ζωή της πόλης – των γλωσσών, των ήχων και των πολιτισμικών του αναφορών.
«Άλλο πράγμα είναι να κάνεις ανασκαφή κάτω από το μετρό και άλλο πράγμα είναι να κάνεις ανασκαφή στο μουσικό αρχείο, στη μουσική μνήμη».
Ο Jeremy Eichler (γ. 1974 στη Βοστώνη) είναι Αμερικανός ιστορικός του πολιτισμού, συγγραφέας και μουσικοκριτικός. Έχει διδακτορικό στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία από το Πανεπιστήμιο Columbia και επί 18 χρόνια υπήρξε επικεφαλής κριτικός κλασικής μουσικής της Boston Globe. Σήμερα είναι επίκουρος καθηγητής Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Tufts. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στους New York Times και στο New Yorker. Το πρώτο του βιβλίο, Η ηχώ του χρόνου, αναδείχθηκε «Ιστορικό Βιβλίο της Χρονιάς» από τους Sunday Times, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Baillie Gifford και κέρδισε τρία National Jewish Book Awards, μεταξύ των οποίων και το «Βιβλίο της Χρονιάς». Στα ελληνικά κυκλοφορεί από το ΜΙΕΤ, σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά.
Ακολουθεί η συνέντευξη.
Σε εκατό χρόνια από σήμερα, όταν κανείς δεν θα έχει γνωρίσει προσωπικά έναν επιζώντα του Ολοκαυτώματος, τι θα μπορεί να μας πει ένα έργο του Σοστακόβιτς που δεν θα μπορούν να μας πουν τα βιβλία της Ιστορίας;
Τα βιβλία ιστορίας μπορούν να μας προσφέρουν κάθε είδους πληροφορία. Μπορούν να μας δώσουν αριθμούς, επιχειρήματα, το περίγραμμα των γεγονότων, τις πληροφορίες από τα αρχεία. Αλλά η μουσική μπορεί να μας δώσει κάτι άλλο: ισχυρούς συναισθηματικούς και πνευματικούς κόσμους. Μπορεί να σε κάνει να αισθανθείς κάποιο ίχνος του τρόμου ή της θλίψης ή ακόμη και στιγμές ομορφιάς. Ασχολείται με έναν εσωτερικό κόσμο συναισθήματος και πνεύματος με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γράφω για τον επιζώντα Jean Améry, ο οποίος επέκρινε τη γερμανική κοινωνία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 επειδή εξέδιδε βιβλία για τη Shoah, για το Ολοκαύτωμα, προκειμένου, όπως έλεγε, να ξεχάσει το ίδιο το γεγονός. Για εκείνον ήταν σαν ένας τρόπος της κοινωνίας να νίψει τας χείρας της: εκδίδεις ένα βιβλίο ιστορίας, το βάζεις στο ράφι, κανείς δεν το διαβάζει και έτσι παίρνεις αυτό το αναφομοίωτο και ανεξιλέωτο γεγονός και το τοποθετείς σε αυτό που αποκαλούσε «ψυχρή αποθήκη της ιστορίας». Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με αυτή την ιδέα, ιδιαίτερα σήμερα.
«Η μουσική μπορεί να διαπεράσει την “ψυχρή αποθήκη της ιστορίας” και να απελευθερώσει ξανά τη βιωμένη εμπειρία μέσα στο παρόν»
Το βιβλίο μου ζητά από τους αναγνώστες να σκεφτούν πώς η μουσική μπορεί να διαπεράσει αυτή την ψυχρή αποθήκη της ιστορίας και να απελευθερώσει ξανά τη βιωμένη εμπειρία μέσα στο παρόν. Όλοι γνωρίζουμε τη σχέση μουσικής και μνήμης από την καθημερινότητά μας. Βρισκόμαστε στο αυτοκίνητο, παίζει ξαφνικά κάτι στο ραδιόφωνο και λέμε: «Α, θυμάμαι αυτό το τραγούδι». Βιώνουμε λοιπόν τη σχέση της μουσικής με τη μνήμη σε ένα διαισθητικό επίπεδο. Όταν εκπαιδευόμουν ως ιστορικός, συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν βιβλία για την ποίηση και τη μνήμη του πολέμου, για τον κινηματογράφο της μνήμης, για την αρχιτεκτονική της μνήμης. Ήθελα να βρω το αντίστοιχο βιβλίο για τη μουσική και τη σχέση της με τη μνήμη. Δεν μπορούσα να βρω την πληρέστερη προσέγγιση που ήθελα να διαβάσω. Έτσι συνειδητοποίησα ότι, πριν μπορέσω να διαβάσω αυτό το βιβλίο, θα έπρεπε να το γράψω.
Περπατώντας σήμερα στη Θεσσαλονίκη, θα μπορούσε η μουσική να μας βοηθήσει να ακούσουμε την πόλη που δεν υπάρχει πια;
Απολύτως. Νομίζω ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικά ισχυρό εγχείρημα ανάκτησης οποιουδήποτε κεφαλαίου της ιστορίας της Θεσσαλονίκης θέλουμε να φέρουμε ξανά στην επιφάνεια. Άλλο πράγμα είναι να κάνεις ανασκαφή κάτω από το μετρό και άλλο πράγμα είναι να κάνεις ανασκαφή στο μουσικό αρχείο, στη μουσική μνήμη. Μπορούμε να κοιτάζουμε αυτές τις πέτρες και να προσπαθούμε να φανταστούμε τον κόσμο που υπήρχε γύρω τους στην εποχή τους. Η μουσική, όμως, σου προσφέρει κάτι πολύ πληρέστερο από τη ζωή εκείνης της εποχής. Όταν ακούς ένα τραγούδι, μπορείς να μεταφερθείς μέσα σε εκείνον τον κόσμο – ειδικά όταν εκτελείται με γνώση και ειλικρίνεια. Μπορείς να επιστρέψεις με μια πολύ πληρέστερη αίσθηση, με αυτή την υφή της βιωμένης εμπειρίας που βρίσκεται μέσα στο τραγούδι και αναδύεται κατά την εκτέλεσή του. Θα ήθελα πολύ κάποια μέρα να μάθω περισσότερα για την ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από ένα τέτοιο μουσικό εγχείρημα. Η ιδέα και μόνο ότι αυτή ήταν η μοναδική πόλη-λιμάνι σε ολόκληρη την Ευρώπη που πριν από τον πόλεμο είχε πλειοψηφικά εβραϊκό πληθυσμό [σ.σ.: Οι Εβραίοι υπήρξαν η μεγαλύτερη κοινότητα της πόλης έως τις αρχές του 20ού αιώνα· το 1941 αριθμούσαν περίπου 50.000] και ότι τα λαντίνο ακούγονταν ευρέως στους δρόμους… Χθες περπατούσα για ώρες στην πόλη και ρωτούσα: Υπάρχει έστω κάποιο ίχνος αυτής της γλώσσας; Βιβλία; Επιγραφές; Οτιδήποτε; Και μου είπαν όχι. Όλα διαγράφηκαν.
Ένα σεφαραδίτικο τραγούδι που ακουγόταν στη Θεσσαλονίκη το 1930 μπορεί τότε να ήταν απλώς ένα συνηθισμένο τραγούδι. Μετά την καταστροφή της κοινότητας, όταν ακούμε το ίδιο τραγούδι, έχει αλλάξει η μουσική ή έχουμε αλλάξει εμείς ως ακροατές;
Ένα μέρος αυτού που ρωτάτε είναι: βρίσκεται το νόημα μέσα στο ίδιο το τραγούδι ή βρίσκεται μέσα σε εμάς; Πιστεύω ότι βρίσκεται στη σχέση μεταξύ των δύο. Το νόημα της μουσικής κατασκευάζεται εκ νέου σε κάθε συνάντηση μαζί της. Σχετίζεται με τρεις παράγοντες: τις προθέσεις του δημιουργού – που αποτελούν μέρος του νοήματος αλλά όχι ολόκληρο το νόημα – τις προθέσεις του ερμηνευτή και, τέλος, τον ακροατή και όλα όσα εκείνος φέρνει μαζί του. Ο συνθέτης Paul Hindemith είχε πει: «Η μουσική είναι θόρυβος χωρίς νόημα μέχρι να φτάσει σε έναν δεκτικό νου». Άρα, ασφαλώς, εμείς ως ακροατές φέρνουμε μαζί μας μια διαφορετική επίγνωση. Θεωρώ ιδιαίτερα ισχυρή την εμπειρία του να ακούς πραγματικές ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής. Να ακούς φωνές ή όργανα και να γνωρίζεις, ως σημερινός ακροατής, ότι κατά κάποιον τρόπο πρόκειται για φαντάσματα του παρελθόντος που μιλούν ξανά στο παρόν. Για μένα, αυτό είναι ένα από τα σχεδόν μυστικιστικά στοιχεία της μουσικής. Και αυτό είναι που την κάνει τόσο ισχυρή με έναν διαφορετικό τρόπο από το να περνάς μπροστά από ένα μνημείο ή να βλέπεις έναν πίνακα σε ένα μουσείο.
Περιγράφετε τη μουσική ως ένα είδος μνημείου. Τι μπορεί να διατηρήσει ένα μουσικό έργο που δεν μπορεί ένα υλικό μνημείο;
Νομίζω ότι έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε τη μουσική ως ένα πολύ εφήμερο μέσο. Ως κάτι φευγαλέο, γιατί ο ήχος βρίσκεται εδώ τη μία στιγμή και την επόμενη έχει χαθεί. Παραθέτω στο βιβλίο τον κριτικό John Berger, ο οποίος λέει ότι όταν ακούμε ένα τραγούδι, βρισκόμαστε μέσα σε ένα μήνυμα. Κυριολεκτικά εισχωρεί μέσα στο σώμα μας. Αν σκεφτείς, αντίθετα, ένα υλικό μνημείο, την πρώτη φορά που περνάς από μπροστά του μπορεί να το κοιτάξεις, να διαβάσεις τι γράφει. Τη δεύτερη φορά ίσως απλώς να το προσέξεις. Την τρίτη φορά μπορεί απλώς να περάσεις δίπλα του και να μη σταματήσεις καν για να το δεις. Ο Αυστριακός συγγραφέας Robert Musil λέει ότι τίποτα δεν είναι τόσο αόρατο όσο ένα μνημείο. Ένα από τα επιχειρήματα του βιβλίου, λοιπόν, είναι ότι πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τα μουσικά μνημεία, επειδή διαθέτουν αυτή την τεράστια σωματική δύναμη. Όταν εκτελείται ένα μουσικό έργο του είδους για το οποίο γράφω, είναι σαν να χτίζεις το μνημείο συλλογικά, ως κοινότητα. Ο κόσμος έρχεται για να παρακολουθήσει αυτή την «παράσταση της μνήμης». Δεν μπορείς απλώς να την προσπεράσεις όπως θα προσπερνούσες ένα μνημείο στον δρόμο.
«Τα άυλα μνημεία μπορούν να διατηρήσουν τη μνήμη ενός πολιτισμού με έναν τρόπο που δεν φιμώνεται τόσο εύκολα»
Ο 20ός αιώνας μάς προσφέρει επίσης πολλά παραδείγματα καταστροφής μνημείων. Όσο έγραφα το βιβλίο, ο Πούτιν επιτέθηκε στην Ουκρανία και άρχισε να καταστρέφει μνημεία διαφόρων ειδών, μεταξύ των οποίων και μνημεία του Ολοκαυτώματος σε πρώην σοβιετικό έδαφος. Αυτό αποτέλεσε μια σκληρή υπενθύμιση δύο πραγμάτων. Πρώτον, ότι τα αυταρχικά καθεστώτα σχεδόν πάντοτε διεξάγουν ταυτόχρονα και έναν πόλεμο εναντίον της μνήμης. Και δεύτερον, ότι τα υλικά μνημεία μπορούν να υποκύψουν στις ίδιες δυνάμεις τις οποίες προσπαθούν να μνημονεύσουν. Μπορούν να καταστραφούν. Υπάρχει όμως μια ιδιαίτερη δύναμη σε αυτά τα άυλα μνημεία, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν τη μνήμη ενός πολιτισμού με έναν τρόπο που δεν φιμώνεται τόσο εύκολα. Η παλαιότερη μουσική μπορεί επίσης να αποτελέσει έναν πολύ ισχυρό τρόπο επιστροφής στον χρόνο. Έρχεσαι σε άμεση επαφή με κάποια ίχνη της βιωμένης εμπειρίας εκείνης της εποχής. Είναι η ιδέα της μουσικής ως μιας ηχητικής αποκρυστάλλωσης της ιστορίας. Το βιβλίο ανοίγει με ένα απόφθεγμα του Adorno: ότι μόνο η πραγματική ιστορία, με όλο τον πόνο και όλες τις αντιφάσεις της, συνιστά την αλήθεια της μουσικής.
Τι μπορεί πραγματικά να διαχωρίσει σήμερα μια γνήσια μουσική πράξη μνήμης από τη νοσταλγία;
Καταρχάς, δεν θεωρώ ότι η νοσταλγία είναι αναγκαστικά πάντα κακή. Έχει πολλές διαστάσεις. Μπορεί να συνδέεται με το κιτς. Μπορεί να συνδέεται με μια πολιτικά αντιδραστική επιθυμία επιστροφής σε κάτι παλαιότερο. Αλλά μπορεί επίσης να συνδέεται με την αναγνώριση της λαχτάρας και της απώλειας που αποτελούν μέρος του εκτοπισμού της σύγχρονης ζωής. Αυτό μπορεί να ξυπνήσει μέσα μας άλλες παρορμήσεις, οι οποίες ενδέχεται να έχουν πιο θετικό πολιτικό περιεχόμενο. Έχω μάθει πολλά από τη συγγραφέα Svetlana Boym, η οποία έχει γράψει εξαιρετικά για τα διαφορετικά είδη νοσταλγίας. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο επανέρχεται η μουσική, νομίζω ότι μεγάλο μέρος του ζητήματος αφορά τη διατήρηση της ιδιαιτερότητας των πραγματικών, βιωμένων ζωών. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι οι κακές μορφές νοσταλγίας ζωγραφίζουν απλώς ένα γενικό πορτρέτο, λένε ένα-δύο πράγματα ώστε να νιώσεις κάτι, αλλά τελικά δεν αποκτάς πραγματική αίσθηση επαφής με αληθινούς ανθρώπους. Αντίθετα, μια κουλτούρα μνήμης που μπορεί να παίξει πιο θετικό ρόλο χρησιμοποιεί τη μουσική για να επαναφέρει κάτι από τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες των ατομικών ζωών, ακόμη κι αν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός συνθέτη, ενός μουσικού ή μιας οικογένειας.
Αναφέρατε στην ομιλία σας ότι, κατά κάποιον τρόπο, όταν πηγαίνεις σε μια συναυλία «ακούς το παρελθόν». Πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη γνώση της μουσικής;
Καταρχάς, για να είμαι σαφής, αγαπώ και τη μουσική που γράφεται σήμερα, σε πολλά διαφορετικά είδη. Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει όλοι να γυρίσουμε σπίτι και να κυκλοφορούμε με κεριά! Αλλά όταν ένας συνθέτης, ας πούμε πριν από 200 χρόνια, αποστάζει μέσα σε ένα έργο κάτι ουσιώδες για τον κόσμο γύρω του, για την κοινωνία της εποχής του και για τον εσωτερικό του κόσμο, και γράφει τις νότες πάνω στο χαρτί, και 200 χρόνια αργότερα έρχεται κάποιος και παίζει αυτές τις νότες, τότε είναι οι φωνές του παρελθόντος που μιλούν ξανά μέσα στο παρόν. Φυσικά μπορούμε να ακούμε μόνο με σύγχρονα αυτιά. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλα όσα περιείχε εκείνη η μουσική. Παραμένει όμως μια πολύ ισχυρή γέφυρα που συνδέει το τώρα με το τότε.
«Σκέφτομαι τη μουσική ως τη γλώσσα της μη γραμμικότητας του χρόνου»
Σκέφτομαι τη μουσική ως τη γλώσσα της μη γραμμικότητας του χρόνου. Σκεφτόμαστε τον χρόνο ως κάτι που κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση. Με τη μουσική όμως μπορούμε να κινηθούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τα πίσω. Και αυτό λειτουργεί ακριβώς όπως η ίδια η μνήμη. Η μνήμη επίσης αμφισβητεί τη χρονολογία της ιστορίας. Ένα γεγονός που συνέβη πριν από δέκα χρόνια μπορεί να ζει μέσα στο μυαλό μας με μεγαλύτερη δύναμη από κάτι που συνέβη μόλις χθες.
Οι πόλεις σήμερα γίνονται ολοένα και πιο όμοιες: οι ίδιες αλυσίδες καταστημάτων, η ίδια ψηφιακή κουλτούρα, η ίδια μουσική πολλές φορές. Κινδυνεύουμε να χάσουμε τη διακριτή ηχητική ταυτότητα των πόλεων;
Απολύτως. Ο ρόλος των μεγάλων εταιρειών δημιουργεί ένα είδος ομογενοποίησης της υφής της καθημερινής ζωής. Μπορούμε να προσγειωθούμε σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη, να έχουμε τη μουσική μας, να βρούμε τα Zara μας. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί πραγματική απώλεια. Μερικές φορές πρέπει πλέον να προσπαθήσεις περισσότερο για να βρεις τις γειτονιές μιας πόλης, να βρεις τις μουσικές που πραγματικά κάνουν έναν τόπο μοναδικό.
Οι φωνές των Εβραίων της Θεσσαλονίκης αποκλείστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη μεταπολεμική αφήγηση της πόλης. Πώς συνδέεται αυτό με τον τρόπο με τον οποίο ξεχάστηκε το Ολοκαύτωμα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Το βιβλίο αφηγείται πολλές ιστορίες, αλλά μία από αυτές αφορά το πώς το Ολοκαύτωμα ξεχάστηκε με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα κατά τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, για διαφορετικούς λόγους και προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι διαφορετικές ανάγκες των εκάστοτε πολιτικών καθεστώτων. Το πιο δραματικό παράδειγμα είναι ίσως η Σοβιετική Ένωση. Ο Κόκκινος Στρατός νίκησε τις γερμανικές δυνάμεις και οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι σκοτώθηκαν περίπου 23 εκατομμύρια Σοβιετικοί, περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη συμμαχική χώρα. Μετά τον πόλεμο, όμως, δεν υπήρχε χώρος για την πλήρη αναγνώριση αυτών των απωλειών. Ο Στάλιν αισθανόταν την ανάγκη να μετατρέψει τη σοβιετική νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε θεμέλιο μιας νέας πατριωτικής σοβιετικής ταυτότητας. Μέσα σε αυτή την αφήγηση δεν υπήρχε χώρος για να αναγνωριστεί ότι όλοι αυτοί οι θάνατοι δεν ήταν ίδιοι. Ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν στοχοποιηθεί συγκεκριμένα λόγω της εθνοτικής τους ταυτότητας. Σκεφτείτε τους Εβραίους, οι οποίοι συγκεντρώνονταν στις διάφορες πόλεις και στη συνέχεια οδηγούνταν σε χωράφια και εκτελούνταν μέσα σε λάκκους. Υπήρξε τεράστια προσπάθεια να διαγραφεί εντελώς η μνήμη του Ολοκαυτώματος σε σοβιετικό έδαφος. Χωρίς μνημεία, χωρίς τίποτα. Απαγορευόταν να μιλάς για αυτά τα πράγματα.
«Πρώτα διαγράφεις έναν λαό και στη συνέχεια διαγράφεις τα ίχνη της μνήμης του»
Η μνήμη του Ολοκαυτώματος εισήλθε στη δημόσια συνείδηση σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στις διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες. Στην αρχή, όμως, στις ΗΠΑ και αλλού, κανείς δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να αλλάξει αυτή η ρητορική. Μπορεί επίσης να υπάρχει μια επίσημη θέση σε εθνικό επίπεδο και ταυτόχρονα, σε μικρότερες πόλεις, να υπάρχουν εντελώς διαφορετικές στάσεις. Δεν ξέρω καν αν μπορούμε να μιλήσουμε για μία «ελληνική αφήγηση» σε αντιδιαστολή με μία «θεσσαλονικιώτικη αφήγηση». Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους η διαγραφή της μνήμης αποτελεί μέρος της ίδιας της εξόντωσης. Πρώτα διαγράφεις έναν λαό και στη συνέχεια διαγράφεις τα ίχνη της μνήμης του. Στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο υπάρχει επίσης πολλή ντροπή. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, σχεδόν σε κανένα από αυτά τα μέρη δεν θα μπορούσαν οι Ναζί να είχαν πετύχει όσα πέτυχαν χωρίς εκτεταμένη συνεργασία από τμήματα των τοπικών πληθυσμών. Αν ζεις, για παράδειγμα, στο διαμέρισμα κάποιου άλλου, το οποίο απέκτησες δωρεάν, δεν πρόκειται να καταβάλεις ιδιαίτερη προσπάθεια για να διατηρήσεις ζωντανή τη μνήμη του.
Όταν ένας νέος μουσικός σήμερα ερμηνεύει ένα τραγούδι από έναν κόσμο που ποτέ δεν γνώρισε και στον οποίο ποτέ δεν έζησε, τι ακριβώς μεταδίδεται; Ιστορία; Μνήμη; Ταυτότητα; Κάτι άλλο;
Νομίζω ότι μπορεί να είναι όλα αυτά. Ας είμαστε ειλικρινείς: υπάρχει ένας τρόπος να προσεγγίσεις και να ερμηνεύσεις σήμερα μια μουσική παράδοση που απαιτεί ελάχιστη πραγματική επένδυση στον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεται. Είναι σαν να πηγαίνεις σε ένα κατάστημα, να βλέπεις μια αφίσα και να λες: «Α, μου αρέσει αυτή. Είναι ωραία. Θα την πάρω». Όταν όμως κάποιος έχει αφιερώσει χρόνο για να βυθιστεί πραγματικά στον κόσμο του τραγουδιού, τότε – είτε μοιράζεται όσα έμαθε μιλώντας στο κοινό είτε όχι – αυτή η γνώση θα περάσει στην ερμηνεία. Θα φανεί στην κατανόηση του ύφους, γιατί αυτά τα διαφορετικά ύφη λειτουργούν σαν ξεχωριστές γλώσσες. Πιστεύω ότι πάντοτε μπορείς να αισθανθείς πότε ένας ερμηνευτής έχει ενσωματώσει κάτι από αυτή την ιστορία στη δική του ζωή. Το κοινό μπορεί να αισθανθεί αυτή τη δέσμευση από την πλευρά του ερμηνευτή. Και αυτό αφορά περισσότερο την ειλικρίνεια της πρόθεσης παρά το αν ο ίδιος ο ερμηνευτής έζησε πραγματικά μέσα στον κόσμο για τον οποίο μιλά. Τότε μπορούν να μεταφερθούν η ιστορία, η μνήμη, κάτι από την υφή εκείνης της ζωής. Αλλά, αν μη τι άλλο, μπορεί να δημιουργήσει ένα άνοιγμα, μια δυνατότητα σύνδεσης με στιγμές του παρελθόντος που διαφορετικά έχουν διαγραφεί. Μπορείς να ανακαλύψεις κάτι με το οποίο δεν είχες ποτέ προηγουμένως καμία σύνδεση. Οπότε, αν θέλουμε να το δούμε αισιόδοξα, μπορεί τουλάχιστον να αποτελέσει την αρχή μιας νέας ιστορίας.
Διαβάστε επίσης
- Γιώργος Παπαδημητρίου
- Γιώργος Παπαδημητρίου
- Γιάννης Κεσσόπουλος