Ο Διονύσης ανεβαίνει αισίως στα ογδόντα, εισέρχεται στην εφηβεία της μεγάλης ηλικίας. Και αυτό, το ότι συνεχίζει να ζει τηλικούτος και να ακούμε ζωντανά τον λόγο του, να τον βλέπουμε κατά σάρκα, να ακούμε τις κρίσιμες παρεμβάσεις του εν είδει σοφού λογά του Γένους είναι ένα διαρκές δώρο στον Ελληνισμό – συν το αδιάπτωτο, φωσφορίζον έργο του.
Ο Νιόνιος εμφανίστηκε και εξερράγη σαν όλμος εν αιθρία. Ξεπετάχτηκε απ’ το πουθενά, από ένα παραδρόμι της Μπότσαρη, χωρίς λεφτά, χωρίς όνομα, χωρίς μέλλον. Καβάλησε ξέμπαρκος το φορτηγό του πεπρωμένου του, κατέβηκε στο μεγάλο τσίρκο και σε μικρό διάστημα, έχοντας την ευλογία της έμπνευσης και την τόλμη του ενστίκτου, κουβαλώντας εντός του τους ποιητές της πόλης, γάλλους βάρδους και ξένα ακούσματα, άρθρωσε γρήγορα τη δική του ξεχωριστή, εύσημη κραυγή κι αμέσως όλοι, παντού ένιωσαν πως κάτι ξεχωριστό, λαμπερό και βαθύ αναδύεται εδώ. Μια εξαγγελία; Ένας μύστης;
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 86 (Δεκέμβριος 2023) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Ο Νιόνιος δεν έχει εν Ελλάδι καλλιτεχνικούς προγόνους. Είναι απάτωρ, αλλά απ’ όσο φαίνεται και αδιάδοχος. Βγήκε σαν απρόσμενο άνθος στον βράχο και αναλάμπει εν εαυτώ. Μέχρι τότε υπήρχαν και δικαίως δοξάζονταν ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης, ο Ξαρχάκος, ο Λοΐζος κι άλλοι – ο Διονύσης μπήκε σαν σφήνα κομίζοντας ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν και μουσικά και στιχουργικά. Μια άλλη ποίηση, που από νωρίς κινούνταν με γενναιότητα από τον λυρισμό ως τη σάτιρα, με απρόσμενη θεματογραφία και σπάζοντας, συχνά, τον παραδοσιακό συμμετρικό στίχο. Εξίσου ξεχωριστή, διακριτή, ήταν και είναι η ερμηνεία των τραγουδιών του απ’ τον ίδιο, με μοναδικό τρόπο – είναι ακόμα ο πιο σημαντικός περφόρμερ του εαυτού του (και όχι μόνο), από άποψη σκηνικής παρουσίας, εκφοράς, κίνησης, κράσης και αισθαντικότητας.
Η προορατικότητα του στίχου και η ανεξιθρησκία της μουσικής του Σαββόπουλου ανέδειξαν στη διαδρομή μισού αιώνα, μέσα από μια προσωπική, διακριτή γλώσσα και εκφορά, τις περιπέτειες της χώρας, αλλά και ευρύτερα της κοινωνίας. Αλλά η δημιουργική του εποπτεία είναι ευρύτερη, εφόσον είναι ο μόνος από τους μεγάλους συνθέτες που έχει εσωτερικεύσει στο έργο του τη διαχρονική πορεία του Μείζονος Ελληνισμού ως λάμπουσας πνευματικής διάστασης πέραν του στενού, σύγχρονου Ελλαδισμού, από τα αρχαία χρόνια, τον Αριστοφάνη, το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, την Ελληνική Επανάσταση, τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Κιλελέρ, και τη νεότερη εποχή: τον Εμφύλιο, το ΕΑΜ, την Κύπρο και τα πιο πρόσφατα χρόνια, τα δεινά της Χούντας, τους φοιτητικούς αγώνες, τη μετανάστευση, την Κύπρο, έχοντας εσωτερικεύσει όλη τη μεγαλειώδη και οδυνηρή διαδρομή, αναπλάθοντάς την αποσπασματικά πλην καίρια μέσα στα τραγούδια του.
Είναι ο μόνος συνθέτης-στιχουργός που έχει προχωρήσει σε τόσο θεματογραφικό βάθος, ραψωδώντας την ιστορική περιπέτεια και προσφορά της μικρής και παράξενης πατρίδας, στις πολλαπλές εκφάνσεις και πραγματώσεις της. Διαθέτει τη βαθιά, καλειδοσκοπική όραση και συναίσθηση του ιστορικού Ελληνισμού που χαρακτηρίζει τους μεγάλους ποιητές: και ο Σεφέρης και ο Ελύτης και ο Ρίτσος και ο Εγγονόπουλος εμπεριέχουν στο έργο τους όχι μόνο τον προβληματισμό των δικών τους χρόνων, αλλά όλης της τραγικής πορείας της Ρωμιοσύνης απ’ τον Όμηρο και τον Αισχύλο ως τους πολέμους και την αγωνία της επιβίωσης της χώρας στις εποχές που έζησαν και βίωσαν οι ίδιοι.
Πέρα απ’ τον ιδιότυπο λυρισμό, ο Νιόνιος έχει το χάρισμα της παράλληλης όρασης, της ειρωνικής ματιάς, δηλαδή της εγκαυστικής σάτιρας που επίσης τον διαφορίζει από τους άλλους μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς της εποχής του – αν και δεν μπορούμε να δούμε τον Σαββόπουλο μόνο με αυτές του τις ιδιότητες, εφόσον είναι ολιστικός καλλιτέχνης, δηλαδή επιπλέον τραγουδάει και παρουσιάζει ο ίδιος τα τραγούδια του, κάτι που επίσης αποτελεί εξαίρεση.
Σε κάθε περίπτωση το προνόμιο της σάτιρας, της κωμικής, απομυθοποιητικής ματιάς είναι προφανές στον Διονύση και εκδηλώθηκε νωρίς σε ανύποπτο χρόνο: όταν όλοι (ή σχεδόν) έβλεπαν σοβαροφανώς ή θαυμαστικά πρόσωπα και πράγματα, εκείνος διέβλεπε πίσω από τα παραδεκτά και τα επιφαινόμενα την όντως ουσία των πραγμάτων και των προσώπων, βάζοντάς τους με τόλμη (που πλήρωσε) στη θέση που έπρεπε:
Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία / Και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία / Τώρα κοκορεύεσαι επάνω στον εξώστη / Και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη
Αυτά σε αναπάντεχο χρόνο, τότε που κανείς δεν τολμούσε να τα διατυπώσει τουλάχιστον έτσι, με τόση ευρηματική ευθυβολία. Η σάτιρα του Σαββόπουλου, που θεωρήθηκε βέβηλη και υπονομευτική σε εποχές μεγαλοπρεπούς λωποδυσίας, δικαιώθηκε σύντομα από τα πράγματα, από την ίδια την πραγματικότητα που στη φορά του χρόνου απαμφίεσε ανελέητα και απογύμνωσε εκείνους και εκείνες τις καταστάσεις που ο Διονύσης πολύ πρόωρα διέγνωσε και αποκαθήλωσε. Αυτή η προπετής προφητικότητα του δημιουργού ήταν πηγή δεινών για τον ίδιο, αλλά και αναδρομική επαλήθευση του τάλαντου και της διατρητικής ματιάς του.
Μουσικά ο Σαββόπουλος πορεύτηκε πάλι με ιδιοπροσωπικό τρόπο, μειγνύοντας ρυθμούς και μελωδίες απροκατάληπτα, αρκεί να εξυπηρετούσαν το δικό του δημιουργικό όραμα, αντλώντας από τις μουσικές κατακτήσεις της εποχής του, ντόπιες και ξένες, αλλά και ενσωματώνοντας εγκάρσια και δραστικά μουσικό ορυκτό από τα παραδοσιακά θρακιώτικα, τα ηπειρώτικα, τα δυτικομακεδονικά, το ρεμπέτικο, την καντάδα, και άλλα είδη, ακόμα και την πρόωρη ραπ, φτιάχνοντας ένα σαββοπoυλικό αμάλγαμα που συγκινεί κι εκπλήττει με τους διασκελισμούς, το βάθος, αλλά και τη δροσιά του, το παίγνιο και τη δραματικότητα, τη σάτιρα και το τραγικό του στοιχείο, τη διεθνή αλλά και βαθιά ελληνική ιδιοσυγκρασία του στο άκουσμα και στις αντηχήσεις του.
Η όλη πνευματική συγκρότηση του Νιόνιου είναι βαθιά ελληνική, και συντηρητικο-επαναστατική. Είναι προφανές από το έργο του ότι ακούει μεν τα διπλανά τραπέζια, αλλά σκέφτεται εξ ιδίων, γνωρίζοντας ότι είναι παιδί μιας μακραίωνης διαδρομής μεγάλων δασκάλων και πνευματικών κατακτήσεων. Πως τα πράγματα έχουν πολλές φορές στο παρελθόν κορυφωθεί με ανεπανάληπτο τρόπο κι αυτό δεν μπορείς ούτε να το περιφρονήσεις ούτε να το αρνηθείς – εννοώ όλη την πνευματική παρακαταθήκη του Ελληνισμού στη διαχρονία του, που την εκτιμά δεόντως όλος ο πλανήτης, αλλά συχνά την ξεχνούμε εν Ελλάδι.
Δεν είναι τυχαίο ότι ασχολήθηκε με τους Αχαρνής και με τον Πλούτο, ούτε ότι κατανοεί το κατοπινό, πνευματικό βάρος του Σταυρού, που είτε το θέλουμε είτε όχι συνέχει όλη τη Δύση (η οποία σχεδόν ετοιμάζεται για μάχες πολιτισμών). Οι επεξεργασίες του Νιόνιου είναι προφανώς βαθιές, όπως και η διαρκής αγρύπνια του. Τυχαίνει να γνωρίζω πως ξεκοκαλίζει ανυπερθέτως δύο σοβαρές εφημερίδες κάθε μέρα, κάτι βασικό για τη συνομιλία του με τη ρέουσα πραγματικότητα, κι ότι διαβάζει τα πάντα – αυτή η στάση και η γνώση τού προσδίδει βαθιά υπεροχή σε σχέση με άλλους δημιουργούς.
Έχει προφανώς κατανοήσει ότι η μουσική δεν γίνεται μόνο με τη μουσική, αλλά κυρίως με εξωμουσικά στοιχεία της βίωσης, της μετοχής, της παρέας, της οδύνης, της γνώσης, της ανταλλαγής και βέβαια της έμπνευσης. (Αλλιώς όσοι παίρνουν πτυχίο πιάνου κάθε χρόνο απ’ τα ωδεία θα ήταν και Χατζιδάκηδες.) Βέβαια, το τάλαντο, η δημιουργική πνοή είναι δωρεά, είναι άνωθεν επίσκεψις, αλλά κι αυτή για να μεταστοιχειωθεί σε έργο, σε τραγούδι, χρειάζεται πολλαπλά, εξωμουσικά προσόντα, συνομιλία με άλλες τέχνες, και βαθύ, εσωτερικό βάσανο και ένστικτο. Δεν αρκεί το σολφέζ.
Όσον αφορά την ευρύτερη στάση του, είναι φανερό από διάφορες δύσκολες στιγμές ότι ο Διονύσης πασκίζει και κατανοεί ότι οφείλει να σκέφτεται μη κομματικά, μη πολιτικά με τη στενή έννοια, αλλά θα λέγαμε σε υψηλότερο επίπεδο, βλέποντας τον λαβύρινθο από πάνω, παρατηρώντας και μετέχοντας στα πεπρωμένα της χώρας αμερόληπτα κι οξυδερκώς. Όσο γίνεται πιο έντιμα και πιο προφητικά – κάτι που το έχει κάνει αρκετές φορές, οπότε πλήρωσε δεόντως και τον αυλητή και τη νύφη.
Οι συγκαιρινοί του τον καταλάβαμε με κάποια χρονοκαθυστέρηση και τον ταλαιπωρήσαμε αρκετά, μέχρι που ήρθε η ίδια η πικρή πραγματικότητα να τον επαληθεύσει πανηγυρικά και να δικαιώσει την τόλμη του. Αυτή η στάση του δείχνει και τη διαρκή και ανελέητη διαπάλη με τον εαυτό του και τις προκαταλήψεις που μπορεί να έχει κατά καιρούς, όπως όλοι μας. Γνωρίζει, όπως είπε και ο ισπανός ποιητής, ότι «Επειδή είχες δίκιο τότε, δεν σημαίνει πως έχεις και τώρα». Δηλαδή πως με παλιά εργαλεία δεν κατανοείται η νυν (κατά καιρούς) πραγματικότητα, αλλά χρειάζεται να κάψεις το ομοίωμά σου για να καταλάβεις το όντως συμβαίνον τώρα, πολύ περισσότερο για να προφητέψεις το επερχόμενο.
Είναι μια στάση οδυνηρής εγρήγορσης που σε αναγκάζει να απορρίπτεις παλιές ή νέες βεβαιότητες, κάτι το οποίο είναι αβάσταχτο σε πολλούς ανθρώπους που θέλουνε να πεθάνουνε αγκαλιά με ό,τι πίστεψαν στα νιάτα τους, άσχετα αν η ιλιγγιώδης πραγματικότητα αλλάζει καθημερινώς τα πάντα. Ο Νιόνιος αποδέχτηκε αυτή τη βασανιστική απάρνηση, για να μπορέσει να δει και να μιλήσει καθαρά, τολμηρά και έντιμα, κάτι, φυσικά, που δύσκολα συγχωρείται.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένα μοναδικό (ίσως ανεπανάληπτο) φαινόμενο. Το έργο του βαθύ, πολλαπλό, συγκλονιστικό, αναπτερωτικό, αλλά και η ίδια του η παρουσία, οι ερμηνείες και ο δημόσιος λόγος του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για όλους μας και διεύρυναν την αυτοσυνείδηση και την κρίση τουλάχιστον τριών γενεών. Έδειξε τα πράγματα από μια δική του, προσωπική γωνία οράσεως και μέσα από την Τέχνη του, μια χειροτεχνία ιερουργού-παπουτσή που φτιάχνει μαγικούς μύθους μιλώντας για όλους εμάς, με τη μαγγανεία των μικρών-μεγάλων αφηγήσεων.
Το ποιητικό-διηγηματικό στοιχείο στο έργο του με την αναπαραστατική δύναμη, τις θραυσματικές μεταβάσεις και την πυρηνική πύκνωση, συγκλονίζουν.
Διονύση, πέρασαν ογδόντα (έστω εβδομήντα εννιά) χρόνια. Να σε χαίρεται η μοναδική σου Άσπα και όλος ο απανταχού Ελληνισμός. Ογδόντα χρόνια – σαν να ήταν χτες:
Δεκέμβρης του ’44
Με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ
Η μάνα μου ετοιμόγεννη
Γυρίζει ο θανατάς
Να η μαμή ανασηκώνει το μανίκι
Έτσι, γεννήθηκα στη Σαλονίκη