Στην εφηβεία, την ενθουσίαζαν το μιούζικαλ και το μουσικό θέατρο, που συνδύαζαν τραγούδι, υποκριτική και κίνηση. «Η όπερα δεν ήταν στο μυαλό μου», θυμάται η Ελένη Κομνή. Όλα άλλαξαν όταν άκουσε την άρια «Casta Diva» από τη Νόρμα του Μπελίνι: «Την ερωτεύτηκα. Τότε συνειδητοποίησα πόσο ωραίο μουσικό είδος είναι, με το οποίο θα μπορούσα να εκφραστώ».
Η πραγματικότητα της λυρικής καριέρας, την οποία υπηρετεί δέκα χρόνια τώρα, απαιτεί διαρκείς μετακινήσεις, και η Θεσσαλονίκη – όπου πλέον έχει τη βάση της – δεν διαθέτει λυρική σκηνή όπως η Αθήνα ή πόλεις του εξωτερικού. «Είναι πληγή για την πόλη η κατάργηση της Όπερας Θεσσαλονίκης ως αυτοτελούς τμήματος», τονίζει η Ελένη Κομνή, η οποία μιλά για τη δίψα — τόσο των καλλιτεχνών όσο και του κοινού — να αποκτήσει ξανά η πόλη μια λυρική σκηνή με σταθερή παρουσία και τακτικές παραγωγές.
Ένας τέτοιος χώρος θα μπορούσε να αποτελέσει το «σπίτι» των κλασικών τραγουδιστών, που σήμερα αναγκάζονται να αναζητούν διεξόδους εκτός πόλης, αλλά και σημείο αναφοράς για το φιλόμουσο κοινό, το οποίο δείχνει σταθερά μεγάλο ενδιαφέρον κάθε φορά που φιλοξενούνται εξωτερικές παραγωγές σε χώρους όπως το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Η παρουσία της στα social media παραμένει διακριτική και στοχευμένη. Προσπαθώντας να βρω στοιχεία για εκείνη, συνειδητοποίησα πόσο λίγες ψηφιακές πληροφορίες υπάρχουν για την πορεία της — μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνη που αφήνει το έργο της να μιλήσει από μόνο του.
«Πολλοί συνάδελφοι είναι πιο εξωστρεφείς και ανεβάζουν σκηνές από παρασκήνια, από τις πρόβες ή τα καμαρίνια, ώστε να φέρνουν τον κόσμο πιο κοντά σε αυτό που κάνουν. Και αυτό το θεωρώ καλό αν δεν φτάνει σε βαθμό υπερβολής», παρατηρεί.
Η συνεργασία της με άλλους μουσικούς αποκαλύπτει τον χαρακτήρα της: σεμνή, χαμηλών τόνων, σκληρή με τον εαυτό της και γενναιόδωρη με τους γύρω της. Η πιανίστα που τη συνοδεύει, Ελεονώρα Καλαϊτζίδου, περιγράφει την εμπειρία της συνεργασίας μαζί της ως απόλαυση, λόγω του συνδυασμού ταλέντου, εργατικότητας, ευφυίας και βαθιάς γνώσης της μουσικής.
Η αγάπη της για το τραγούδι ξεκίνησε νωρίς: πιάνο και θεωρητικά στο Μακεδονικό Ωδείο, συμμετοχή σε χορωδίες και αργότερα κλασικό τραγούδι στο Ωδείο Βορείου Ελλάδος. Καθοριστική υπήρξε η πρώτη της δασκάλα, Μαριαλένα Παναγιωτοπούλου, που διέγνωσε στη φωνή της τις δυνατότητες για λυρική καριέρα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης υπό τον Άκη Λαλούση, ενώ παράλληλα αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Σχολή του ΑΠΘ, ακολουθώντας τη «δικλείδα ασφαλείας» που της πρότειναν οι γονείς της. Σημαντικός σταθμός στην πορεία της υπήρξε η συμμετοχή στο πρόγραμμα νέων της Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα, υπό την καθοδήγηση του Βαγγέλη Χατζησίμου, όπου ερμήνευσε τη «Suor Angelica» του Πουτσίνι.
Η Θεσσαλονίκη παραμένει πηγή έμπνευσης για εκείνη. «Με εμπνέουν η θάλασσα, η πολυπολιτισμικότητα της πόλης. Αν η Θεσσαλονίκη ήταν φωνή, θα ήταν κοντράλτο: βαθιά, απαλή και μητρική», λέει. Στον προσωπικό της χώρο, τραγουδά στον γιο της – όχι όπερα, αλλά παιδικά τραγουδάκια – ενώ επαγγελματικά συνεχίζει να ονειρεύεται μεγάλους ιταλικούς ρόλους, όπως η «Τριλογία των Τυδώρ» του Ντονιτσέττι, και σκηνές στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης, από τη Σκάλα του Μιλάνου έως τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης.
Προς το παρόν, μέσα στον Απρίλιο θα παρουσιάσει ένα πρόγραμμα θρησκευτικής μουσικής σε Αθήνα, Μυτιλήνη και Σπέτσες με μαέστρο τον Θεόδωρο Λεμπέση και έπειτα στην Ιταλία ακολουθεί η όπερα Τουραντότ του Πουτσίνι, στην οποία θα ερμηνεύσει τον ρόλο της Λιού.
*Ευχαριστούμε πολύ τη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης για την παραχώρηση του χώρου για τις ανάγκες της συνέντευξης και της μουσικής ερμηνείας.