H πρώτη ουσιαστική μου γνωριμία με το απέριττο αλλά συνάμα δαιδαλώδες μουσικό ύφος του Γιώργου Χριστιανάκη ήρθε πριν από έντεκα χρόνια, μέσα από τη μουσική παράσταση «Μια εποχή στην κόλαση». Τον γνώριζα φυσικά ήδη ως όνομα από τη μακρά και λαμπερή θητεία του στη μουσική αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης: Da Capo, A Priori και Jazz Quartet, αργότερα Τρύπες και Επισκέπτες, μεταξύ πολλών άλλων. Εκείνη η παράσταση όμως λειτούργησε μέσα μου σαν τελετή μύησης και αποκαλυπτηρίων.
Το κείμενο του Ρεμπώ και η μετάφραση του Λιοντάκη είχαν αποκτήσει αντάξιο μουσικοηχητικό συμπλήρωμα: ψίθυροι σαν κραυγές και το αντίστροφο, βέβηλο μίσος για καθετί όμορφο, ένας ανεπούλωτος πόνος για μια οριστικά χαμένη Εδέμ.
Από εκεί ξεκινά και η κουβέντα μας: από την ιδιαιτερότητα της μουσικής επένδυσης «ιερών» λογοτεχνικών κειμένων.
Ο Ρεμπώ, λέει, ήταν για εκείνον όνειρο και απωθημένο. «Το κυνηγούσα για περισσότερα από 30 χρόνια. Έγραφα, έσβηνα, ξαναέγραφα, μέχρι που το “γράμμα” μου έτοιμο, με την ελπίδα ότι θα βρεθεί κόσμος πρόθυμος να το διαβάσει».
Κάθε φορά που γράφει μουσική για ένα λογοτεχνικό έργο, παλεύει να βρει έναν τρόπο που να δικαιολογεί αυτή τη συνύπαρξή, διότι τα κείμενα είναι αυθύπαρκτα και αυτάρκη. «Από τη στιγμή που θα μπεις στη διαδικασία να τα “παρενοχλήσεις”, είναι αναγκαίο να βρεις ένα σημείο επαφής, την ουσία του εγχειρήματος, ένα αποτέλεσμα που θα αφορά τον θεατή και όχι ένα πρόσχημα για να αυτοπροβληθείς μουσικά».
Εκείνη τη στιγμή αναλογίζομαι πόσο δύσκολο είναι να μετουσιώσει κανείς μια έμμονη ιδέα σε ένα πόνημα διαυγές και χαμηλόφωνο, δίχως ίχνος εμμονής ή υπερβολής.
Στο μυαλό μου κατασκευάζεται αυτόματα μια νοητή γέφυρα που συνδέει το «Μια εποχή στην κόλαση» με την τελευταία δουλειά του Γιώργου Χριστιανάκη, το θεατρικό ανέβασμα του θρυλικού «Μόμπι Ντικ» από το Gaff Theater Group.
Η θητεία του εξάλλου στον θεατρικό χώρο είναι μακρά, πλουραλιστική και πολυσύνθετη, περιλαμβάνοντας περισσότερες από εβδομήντα παραστάσεις κλασικού και μοντέρνου ρεπερτορίου, καθώς και συνεργασίες με τους σπουδαιότερους εγχώριους θεσμούς, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας μέχρι το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το Εθνικό Θέατρο.
Όταν γράφεις μουσική για θέατρο, εξηγεί, είσαι υποχρεωμένος να συνυπολογίσεις ότι δεν λειτουργείς κατά μόνας, πως είσαι κομμάτι μιας πολυπληθούς ομάδας.
«Το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, όπου τα πάντα ενδέχεται να ανατραπούν στην πορεία, είναι λοιπόν αναγκαίο να φανείς γενναιόδωρος, να αφαιρέσεις στοιχεία που θεωρείς αξιόλογα εφόσον διαταράσσουν τη συνολική ισορροπία» αναφέρει αρχικά, προσθέτοντας πως η συμμετοχή του σε πολλές μπάντες από πολλά διαφορετικά μουσικά είδη αποτέλεσε ανεκτίμητο βοήθημα.
«Απέκτησα έναν πιο πολυσυλλεκτικό μουσικό ορίζοντα και μια πληθώρα από προσωπικές αναφορές. Ήμουν σε θέση να να αφουγκραστώ το πώς παίζει ένας ντράμερ, ένας μπασίστας, ένας κιμπορντίστας και να προσαρμοστώ ανάλογα».
Μιλώντας για τα πρώτα του βήματα στη μουσική, αναπόφευκτα στεκόμαστε στα χρυσά χρόνια της σκηνής της Θεσσαλονίκης.
Tα στέκια, οι μπάντες, η μουσική που άκουγες σε κάθε γωνιά της Θεσσαλονίκης, ο τόπος έβραζε από ευφάνταστα σχήματα και αυτοσχέδιες συναυλίες
«Η ενασχόλησή μου με τη μουσική ξεκίνησε από αγνή εφηβική ανία. Αποπειράθηκα να γραφτώ σε ωδείο, αλλά μου είπαν πως είμαι μεγάλος για να ξεκινήσω τώρα μουσική και μου αντιπρότειναν να ξεκινήσω κάποιο άλλο χόμπι, όπως τη φωτογραφία» θυμάται και ξεσπάει σε γέλια.
Γυρνώντας σπίτι μια μέρα, «και δεν θα σταματήσω ποτέ να ευχαριστώ τους γονείς μου γι’ αυτό», βρήκε ένα πιάνο, και πολύ σύντομα ξεκίνησε κατ’ οίκον μαθήματα. Το μεγαλύτερο σχολείο όμως ήταν άλλο: «Tα στέκια, οι μπάντες, η μουσική που άκουγες σε κάθε γωνιά της Θεσσαλονίκης, ο τόπος έβραζε από ευφάνταστα σχήματα και αυτοσχέδιες συναυλίες. Υπήρξα κανονικός μαϊντανός, ψαχνόμουν συνέχεια, και προτού το καταλάβω βρέθηκα να παίζω με τις κορυφαίες μπάντες που ανέδειξε η πόλη».
Η αναφορά στις ένδοξες μουσικές εποχές της Θεσσαλονίκης με παρακινεί να τον ρωτήσω για τη θητεία του στην ομάδα εκδηλώσεων του Μύλου, στα μέσα των 90s, τότε που οι ποιοτικές συναυλίες στην πόλη ήταν κομμάτι της ημερησίας διάταξης.
«Δεν πίστευα αυτό που συνέβαινε. Είχε δημιουργηθεί ένας χώρος με επιχειρηματική μεν διάσταση, αλλά με καλλιτεχνικό όραμα και ανοιχτόμυαλη κεφαλή, σαν μια κολεκτίβα ανθρώπων που λάτρευαν τη μουσική και την πόλη. Ο Μύλος υπήρξε ένα χωνευτήρι συνύπαρξης των διαφόρων “φυλών”, όπου ένας πάνκης και μια κυρία της καλής κοινωνίας στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο με τρόπο αβίαστο και απόλυτα φυσικό – μέχρι και βράδια Δευτέρας ή Τρίτης έβλεπες χιλιάδες ανθρώπους να συρρέουν σε συναυλίες και παραστάσεις. Η Θεσσαλονίκη είχε την τύχη να δει σπουδαία ονόματα, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που απογειωνόταν η πορεία τους».
Όσο για το εδώ-και-τώρα, ο Γιώργος Χριστιανάκης σκιαγραφεί με λεπτομέρεια ένα τοπίο απ’ όπου το μόνο που δεν απουσιάζει είναι το ταλέντο και δίψα, τονίζοντας πως οι δημιουργικές δυνάμεις εξακολουθούν να υφίστανται, ακόμη και σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με παλαιότερα, και παρότι οι νεότερες γενιές έχουν βιώσει συνθήκες όπως η οικονομική κρίση και η πανδημία.
Για μπόλικο καιρό οι Τρύπες έπαιζαν για μια χούφτα ανθρώπους, τίποτα όμως δεν άλλαξε στο πώς έπαιζαν ακόμη και όταν οι 20 ή οι 200 έγιναν 20.000
«Ακούγοντας τα ντέμο που μου δίνουν τα νέα παιδιά, πραγματικά μένω άναυδος και εντυπωσιασμένος: εμείς ούτε που φανταζόμασταν ότι θα είμαστε κάποτε σε θέση να παίξουμε με τέτοια δεξιότητα και τεχνική ευχέρεια».
Αυτό που δυστυχώς δρα αντιπαραγωγικά κατά τον ίδιο, πέρα από την προφανή και αποκαρδιωτική έλλειψη των κατάλληλων χώρων, είναι η αποσπασματικότητα και η απομόνωση, παρά την ασταμάτητη καλωδίωση. «Τρέμοντας μήπως ακουστώ έστω και ελάχιστα διδακτικός, η ευχή μου για τα νέα παιδιά είναι να ξεπεράσουν τον φόβο μήπως φανούν ατελείς».
Θεωρεί ότι αυτό που έχει χαθεί σε σχέση με το παρελθόν είναι ο αυθορμητισμός και η άγνοια κινδύνου: οι μουσικές παρέες τότε προέκυπταν εύκολα, συμμετείχε ο ένας στα πρότζεκτ του άλλου χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν υπήρχε το άγχος της αναγνωρισιμότητας.
«Πίστεψέ με, για μπόλικο καιρό οι Τρύπες έπαιζαν για μια χούφτα ανθρώπους, τίποτα όμως δεν άλλαξε στο πώς έπαιζαν ακόμη και όταν οι 20 ή οι 200 έγιναν 20.000».
Ο Γιώργος Χριστιανάκης επιλέγει τη διάσημη αυτή φράση του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Σίλερ για να περιγράψει τις δικές του εσωτερικές κινητήριες δυνάμεις, που πυροδοτούν τη δημιουργικότητά του.
«Δεν ξέρω πώς αλλιώς να στο θέσω, ας πούμε ότι προσπαθώ κάθε στιγμή να παίζω. Να κάνω τη ζαβολιά μου, να φανώ άτακτος. Η τέχνη είναι συνυφασμένη με την κινητικότητα, η στατικότητα οδηγεί στον μαρασμό. Όποτε έχω ελεύθερο χρόνο, καταπιάνομαι με κάτι που νιώθω ότι με αφορά, ακόμη και αν μετά το αφήσω στην άκρη για πολύ καιρό, απλώς να περιμένει την ώρα του».
Η απορία με κυριεύει αυτοστιγμεί: τι έχει άραγε τώρα στα σκαριά;
«Αυτή τη στιγμή έχω σχεδόν ολοκληρώσει ένα μουσικό έργο για τη βωβή ταινία “Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή” (1929) του Τζίγκα Βερτόφ, για ορχήστρα 60 ατόμων και με κομμάτια ηλεκτρονικής μουσικής». Στόχος η συνεργασία με την Μπερλινάλε και μια βερολινέζικη ορχήστρα.
Τον ρωτώ αν υπάρχει κάποιο αρχαιοελληνική τραγωδία –ένα πεδίο στο οποίο έχει επίσης διαπρέψει– για το οποίο θα επιθυμούσε να γράψει μουσική. Τα μάτια του αστράφτουν, το πρόσωπό του συσπάται κάπως ασυναίσθητα, νιώθω πως άγγιξα μια ενδιαφέρουσα χορδή.
«Για τις “Βάκχες” του Ευριπίδη» μου απαντά σε κλάσματα δευτερολέπτου. «Ένα από τα τρία πιο σπουδαία έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, μαζί με τους “Πέρσες” του Αισχύλου και τις “Όρνιθες” του Αριστοφάνη, για τις οποίες έχω γράψει μουσική. Γιατί πλέον διαθέτω την ωριμότητα να το προσεγγίσω, η οποία μου έλειπε στο παρελθόν».
Ακριβώς προτού αποχωρήσω από το φιλόξενο σπίτι του, ο Γιώργος Χριστιανάκης μού φανερώνει το μικρό του οικιακό ναό, ένα πλήρως εξοπλισμένο στούντιο ακριβώς δίπλα στο σαλόνι, φορτωμένο σε κάθε του γωνιά με μουσικά όργανα και βινύλια. «Όταν το έφτιαξα το 1984, όλοι στην πόλη με έλεγαν τρελό». O αξέχαστος Ρόμπιν Γουίλιαμς είχε κάποτε πει πως σε όλους μας δίνεται μονάχα μία ευκαιρία να φανούμε τρελοί, και δεν πρέπει να τίποτα να τη σπαταλήσουμε. Ο Γιώργος Χριστιανάκης ευτυχώς δεν σπατάλησε τη δική του.