«Γεννιέμαι κάθε πρωί στο Σέιχ Σου κι ένα μεσημέρι πέθανα στον Ξαρχάκο»

Τέσσερις νέοι ποιητές απαγγέλλουν για τη Θεσσαλονίκη

Νέοι ποιητές, Θεσσαλονίκη

Στη Θεσσαλονίκη, το βάρος της ποιητικής παράδοσης είναι φυσικό φαινόμενο, σαν την υγρασία που ανεβαίνει από τον Θερμαϊκό τις νύχτες του χειμώνα. Είναι μια πόλη που κατοικείται από τα γραπτά του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Γιώργου Ιωάννου, του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Σε αυτούς τους ώμους γιγάντων, μια νέα γενιά ποιητών που γεννήθηκε μέσα στην κρίση και μεγάλωσε μέσα στην ψηφιακή κόπωση, στρέφεται στην ποίηση.

Μακριά από τα φώτα της εφήμερης δημοσιότητας, οι νέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης προσφέρουν κάτι που έλειπε από τη σύγχρονη αφήγηση της πόλης: μια ωμή, σχεδόν brutal ειλικρίνεια για το τώρα. Χαρτογραφούν μια πόλη που συχνά αρκείται στα λίγα, και διεκδικεί τα πάντα. Στο έργο τους η Θεσσαλονίκη δεν εξιδανικεύεται: αποκαλύπτεται ως χώρος που εμπνέει, γοητεύει και απογοητεύει ταυτόχρονα. Η ποίηση λειτουργεί ως αντίσταση ή ως τρόπος να κατοικήσει κανείς πιο ανώδυνα τη φθορά.

Ιωάννα Λιούτσια
Μαθήματα γεωγραφίας (Αστική Αγωνία)

«Τούμπα – Ιράν – Καμπότζη – Βιετνάμ». Το διαχρονικό οπαδικό σύνθημα γίνεται αφορμή για την Ιωάννα Λιούτσια να αποτυπώσει τη σκληρή πραγματικότητα ανθρώπων που διασχίζουν ηπείρους, μαθαίνουν τον κόσμο πάνω στο σώμα τους και τελικά διαπερνούν ή καταλήγουν στη Θεσσαλονίκη.

Η Λιούτσια εμπνέεται από τα βλέμματα και τις ιστορίες των ανθρώπων στα αστικά κέντρα. Οι αγωνίες της γενιάς της διατρέχουν τον ποιητικό της λόγο, αποτυπώνοντας μια πόλη-διελκυστίνδα ανάμεσα στην πρόοδο και τον συντηρητισμό: μια Θεσσαλονίκη αντιφατική, με ψευδαίσθηση ομορφιάς αλλά και βαθιά επίγνωση της ασχήμιας.

Τούμπα – Ιράν – Καμπότζη – Βιετνάμ. Η γεωγραφία του σώματος.

Έχοντας πλέον αποχωριστεί την πόλη και ακολουθώντας μια σχεδόν νομαδική ζωή, εκτιμά τη ζωντάνια και την ευθυμία των γειτονιών της. Δεν παύει όμως να απογοητεύεται από τη μιζέρια και την εσωστρέφεια της, από την αίσθηση της επανάπαυσης στη θέση της «αιώνιας δεύτερης». Η ποίηση έρχεται ως κάτι συμβιωτικό, για να μεταμορφώσει τον τρόπο σκέψης μας προς το καλύτερο.

«Και αν κάτι έχουν να μας διδάξουν οι άνθρωποι που διασχίζουν χάρτες είναι να μην αφηνόμαστε στη μοίρα μας: όλα μπορούν να αλλάξουν».

Άγγελος Λουκάκος
Σιντριβάνι holographic νούμερο 7

Αφετηρία το σιντριβάνι και από εκεί μία γύρα όλη η πόλη. Μια νυχτερινή βόλτα με μηχανή αποτέλεσε την έμπνευση του Άγγελου Λουκάκου για το «Σιντριβάνι holographic», το έβδομο μέρος μιας ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης που μιλάει για τη Θεσσαλονίκη – και κυρίως για τις δυσκολίες της, με έμφαση στη βία.

Στεγνά, χωρίς ωραιοποιήσεις, ο Λουκάκος αποτυπώνει τη σκοτεινή πλευρά της πόλης, όταν σε μία «κρίση πατριωτισμού» αποφάσισε να την υπερασπιστεί, ακόμα κι όταν τον απορρίπτει. Άλλοτε μικροσκοπική και άλλοτε ατέρμονη, η Θεσσαλονίκη του Λουκάκου φέρει κάτι το brutal: τρομάζει αλλά παράλληλα σαγηνεύει.

Σιντριβάνι holographic: Η σκοτεινή πλευρά της πόλης την οποία υπερασπίζεται, ακόμα κι όταν τον απορρίπτει.

Τον γοητεύει η ποικιλομορφία της – από τον Υπεραστικό Σταθμό μέχρι το Αεροδρόμιο και από το Σέιχ Σου μέχρι τον Θερμαϊκό – και τον θλίβει η αδιαφορία των ανθρώπων της. Την αποκαλεί «γοργόνα»: πλάσμα διττής φύσης, μισό οικείο, μισό απειλητικό. Ένας παρεξηγημένος, εσωστρεφής «τόπος της βίας και της οργής», που του αξίζει κάτι καλύτερο.

Για τον Λουκάκο η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη: μια εσωτερική απαίτηση να ειπωθούν οι λέξεις όμορφα, ακόμη και όταν ο κόσμος παραμένει άσχημος.

Μάριος Παππάς
Τοπίο (ωδή στην Αντιπαροχή)

Τσιμέντα, οκταόροφες πολυκατοικίες, ασανσέρ και οι σκελετοί μας να επιβιώνουν. Το αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης στην ποίηση του Παππά είναι τραχύ και πυκνό. Η εικονογραφία του εστιάζει σε ψηλά κτίρια, στενά διαμερίσματα, αποπνικτικές στοές και μικροσκοπικούς φεγγίτες.

«Εμείς είμαστε η πόλη μας και κάθε φορά που η ομορφιά απαξιώνεται η απογοήτευση βαθαίνει».

Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό γκρίζο τοπίο, η γοητεία της πόλης αποκαλύπτεται στην αχλή του Θερμαϊκού, στην καταχνιά του κέντρου. «Κάτι αγγελοπουλικό ενυπάρχει σε αυτό». Ο άνθρωπος δεν εξαϋλώνεται, άλλοτε συστέλλεται, άλλοτε διαστέλλεται.

«Ατσάλι ο σκελετός μας» και δεν χάνεται. Εντάσσεται, επιβιώνει και γοητεύεται από την ενέργεια και την ιστορία της πόλης, όπως ο Παππάς. Η ποίηση είναι καταφύγιο, τρόπος αποσυμπίεσης, αντοχής. «Εμείς είμαστε η πόλη μας και κάθε φορά που η ομορφιά απαξιώνεται η απογοήτευση βαθαίνει».

Κωνσταντίνος Ευθυμίου
Τα άγρια ραντάρ

Ο Κωνσταντίνος Ευθυμίου έχει χαρτογραφήσει τη Θεσσαλονίκη από άκρη σε άκρη, φέρνοντας στο προσκήνιο τις πληγές μιας πόλης γεμάτης ελλείψεις, για τις οποίες, όπως λέει, «έχουμε κουραστεί να συζητάμε». Η ποίησή του μετατρέπεται σε καταφύγιο των κοινωνικών και περιβαλλοντικών του ανησυχιών, χωρίς να δίνει λύσεις, να προτείνει διέξοδο. Καταγράφει, για να αντέξει ο ίδιος και για να αντέξουν όσοι τον διαβάζουν.

Κι όμως, παρά τη φθορά, η πόλη παραμένει πηγή έμπνευσης: το μέγεθός της, η αναπόφευκτη ζύμωση με ανθρώπους διαφορετικούς, η μιζέρια που μεταλλάσσεται σε δυναμική δημιουργία, σε μια παράδοξη μορφή μεγαλουργίας. Η Θεσσαλονίκη είναι η «ανήσυχη» πόλη του, και εκείνος σαν να καθρεφτίζει πάνω της τη δική του εσωτερική αγωνία.

Η ποίηση γίνεται έτσι πράξη: ξεκινά ως προσωπική εκτόνωση και μετασχηματίζεται σε σύνδεση, σε έναν χώρο όπου το ατομικό βίωμα συναντά το συλλογικό: «Αν ξεκινήσουμε να κινούμαστε θα έρθουν και άλλοι στον δρόμο μας».

Διαβάστε επίσης

Μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων μαθητών. Τρία σχολεία της Θεσσαλονίκης ακούν τι λένε πραγματικά, και αλλάζουν το φρικιαστικό τέλος τους
Το Seikilo, η μοναδική ακαδημία λύρας στον κόσμο, κατακτά ντόπιους, την υφήλιο και το Χόλυγουντ.