Η ώρα είναι λίγο μετά τις 9. Πριν ανέβω στο λεωφορείο, κοντοστέκομαι στο περίκλειστο με λαμαρίνες εργοτάξιο του μετρό. Όταν μετακομίσαμε εδώ, το 2007, η υπόσχεση της έλευσής του ήταν το βασικό δέλεαρ.
Μπαίνω στο λεωφορείο, ακυρώνω την κάρτα μου. Οι επιβάτες λιγοστοί, κι έχω την πολυτέλεια να καθίσω στην αγαπημένη μου θέση: αριστερά, στο παράθυρο. Εκεί όπου, σε λίγο, η διαδρομή θα ανοίξει προς τη θάλασσα.
Ο οδηγός μπαίνει, και καλημερίζει έναν έναν τους επιβάτες. Τον γνωρίζω καλά. Τον πρώτο καιρό ο κόσμος ξαφνιαζόταν, κοιτούσε γύρω του να δει αν η καλημέρα απευθυνόταν σε κάποιον άλλον, μέχρι που βεβαιωνόταν, χαμογελούσε και ανταπέδιδε.
Ξεκινάμε. Το λεωφορείο κάνει ένα μικρό κύκλο στον Φοίνικα και βγαίνει στη Νέα Κρήνη. Οι παλιές εργατικές κατοικίες εναλλάσσονται με νέες οικοδομές, μικρές μονοκατοικίες, κάποιες φροντισμένες, άλλες αφημένες, τα τελευταία διώροφα και τριώροφα κτίσματα της περιοχής.
Μόλις βγαίνουμε στη Νικολάου Πλαστήρα, ο χιονισμένος Όλυμπος εμφανίζεται στα αριστερά μου. Τα πλεονεκτήματα της θέσης. Αγναντεύω τη θάλασσα. Στον ορίζοντα, πλοία με κοντέινερ. Στη Μαρίνα της Αρετσούς, γυναίκες και άντρες κάθε ηλικίας τρέχουν, περπατούν, βγάζουν βόλτα τα σκυλάκια τους. Η πόλη ξυπνά.
Στην οθόνη του λεωφορείου εμφανίζεται η επόμενη στάση, Απολυμαντήρια. Ένα όνομα που κουβαλά ισχυρές μνήμες. Χιλιάδες πρόσφυγες πέρασαν από εδώ αναζητώντας μια νέα πατρίδα στην Καλαμαριά. Η πόλη ξεδιπλώνει αφανώς την ιστορία της.
Στο λεωφορείο επικρατεί ησυχία. Νέοι άνθρωποι με ακουστικά πηγαίνουν στη δουλειά ή στο πανεπιστήμιο. Κοντά στην μπροστινή πόρτα, ηλικιωμένοι πιάνουν κουβέντα.
«Καλημέρα σας», λέει ένας ηλικιωμένος κύριος στη γυναίκα που κάθεται μπροστά μου.
«Τι βροχή αυτές τις μέρες!»
«Ε, χειμώνας είναι, δεν θα βρέξει;» απαντά εκείνη.
«Ναι, αλλά αυτή η υγρασία… μας έχει διαλύσει».
Στο ύψος της Χηλής, το λεωφορείο στρίβει. Περνάμε δίπλα από το γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς. Χαζεύω τα γκράφιτι στο τσιμεντένιο τοίχο. Μετά την Ιερά Μητρόπολη, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι κατεβαίνουν. Σκέφτομαι ότι ίσως τους περιμένουν φίλοι για καφέ στον πεζόδρομο.
Η ανθρωπογεωγραφία μετά αλλάζει. Το λεωφορείο γεμίζει με κόσμο που πηγαίνει στο κέντρο – για δουλειά, σπουδές, ψώνια. Στο Καραμπουρνάκι χαζεύω τις ωραίες πολυκατοικίες με τα πάρκινγκ, τους άνετους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Στο κενό μπροστά από τη μεσαία πόρτα στέκεται ένας νεαρός με ακουστικά. Σε μια στάση ανεβαίνει μια κοπέλα, τον βλέπει και πλησιάζει.
«Τι κάνεις; Πόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε!»
«Πάω στη σχολή».
«Κι εγώ το ίδιο!».
Από τις σκόρπιες φράσεις καταλαβαίνω πως ήταν συμμαθητές. Τώρα πρωτοετείς. Μιλούν για εργασίες, μαθήματα, άγχος.
«Δεν έχω κουράγιο για διάβασμα», λέει η κοπέλα. «Νομίζω κάηκα από τις πανελλήνιες».
Η κίνηση πυκνώνει. Στο ύψος της Περιφέρειας, με τη Βίλα Αλλατίνη να στέκει επιβλητική, το πεντάρι είναι πλέον γεμάτο. Από εδώ και πέρα, η διάδραση αλλάζει. Στα φανάρια και στις στάσεις, κόσμος παλεύει να ανέβει. Όσοι είναι ήδη όρθιοι προσπαθούν απλώς να κρατηθούν.
«Μπορείτε να μου χτυπήσετε το εισιτήριο;»
«Προχωρήστε λίγο πιο μέσα».
«Ελάτε να καθίσετε, μην πέσετε».
Έξω, η Συνοικία των Εξοχών περνά σαν καρτ-ποστάλ: επαύλεις άλλοτε ζωντανές, άλλοτε εγκαταλελειμμένες, μάρτυρες μιας πόλης που άλλαξε ιδιοκτήτες, γλώσσες, ιστορίες.
Η διάθεση για κουβέντα έχει εκλείψει εντελώς. Ο στόχος πλέον είναι ένας: η επιβίωση μέχρι την αποβίβαση.
«Μη με σπρώχνετε, δεν έχει πού να πάω», ακούγεται μια φωνή από το πίσω μέρος.
Κάποιος άλλος επιβάτης διαμαρτύρεται για τους νεότερους που δεν παραχωρούν τις θέσεις τους και δεν έχουν επαφή με το περιβάλλον πλην του κινητού.
Η κίνηση πλέον έντονη. Ευτυχώς η λεωφορειολωρίδα βοηθά. Στην Ανάληψη, η παρακμή του Πύργου της Ευτυχίας μοιάζει ακόμη πιο σκληρή, καθώς στέκεται δίπλα στη φροντισμένη Βίλα Καπαντζή. Συνεχίζουμε.
Έχουμε περάσει πλέον τη Μπότσαρη και την Πέτρου Συνδίκα. Το ένδοξο παρελθόν της πόλης περνάει μπροστά από τα μάτια μου. Η έπαυλη Μοδιάνο (Λαογραφικό Μουσείο Θεσσαλονίκης), η Βίλα Μιχαηλίδη (Κάζα Μπιάνκα), η έπαυλη του Οσμάν Αλή Βέη (το παλιό ορφανοτροφείο Μέλισσα), η έπαυλη Χαφήζ Μπέη (Σχολή Τυφλών). Και από την απέναντι πλευρά του δρόμου με τα οποία δυστυχώς δεν έχω οπτική επαφή λόγω του πολύ κόσμου: η βίλα Σιάγα, η βίλα Αχμέτ Καπαντζή (εκεί όπου στεγαζόταν η Πολιτιστική Πρωτεύουσα), η έπαυλη Χατζημησέφ (1ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης), το κτίριο των Προσκόπων, και πόσα ακόμη.
Στη Βασιλέως Γεωργίου, το λεωφορείο αρχίζει να αδειάζει. Φοιτητές κατεβαίνουν και ανηφορίζουν προς τα πανεπιστήμια. Η θάλασσα εμφανίζεται ξανά. Περνάμε το Αρχαιολογικό Μουσείο, τη ΧΑΝΘ, όπου άνθρωποι γυμνάζονται στα υπαίθρια όργανα στο πάρκο.
Προσπαθώ να δω προς τα δεξιά την Άνω Πόλη, στο άνοιγμα της Αγγελάκη. Δεν τα καταφέρνω.
Μπαίνουμε στην Τσιμισκή. Σε κάθε στάση, κατεβαίνουν πολλοί, ανεβαίνουν λίγοι. Χαζεύω τα υπέροχα μέγαρα μιας εκ των παλαιότερων αστικών οδών της Θεσσαλονίκης που κρύβονται ανάμεσα στις πολυκατοικίες.
«Άντε να γίνει το μετρό», ακούω κάποιον να λέει.
Το λεωφορείο στρίβει στην Ίωνος Δραγούμη. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στα Λαδάδικα καθώς σηκώνομαι. Στην πλατεία Ελευθερίας κατεβαίνω μαζί με τους τελευταίους επιβάτες. Μπροστά μου, παρκαρισμένα αυτοκίνητα· πίσω τους, το λιμάνι. Ακόμη πάρκινγκ, σκέφτομαι. Φέρνω στο μυαλό μου τη μακέτα του Πάρκου Μνήμης του Ολοκαυτώματος και αναρωτιέμαι πόσα χρόνια θα περάσουν μέχρι να γίνει πραγματικότητα.
Κοιτάζω το ρολόι. Πενήντα λεπτά κράτησε η σημερινή διαδρομή Νέα Κρήνη – Βενιζέλου. Σε λιγότερο από μία ώρα πέρασα από την προσφυγική Καλαμαριά, στις επαύλεις της Συνοικίας των Εξοχών, από την εμπορική Τσιμισκή στην πλατεία Ελευθερίας. Μια ολόκληρη πόλη σε μικρογραφία.