Restoran Arbil: Εκεί που χτυπά η καρδιά του κουρδικού στοιχείου στη Θεσσαλονίκη

Το μοναδικό κουρδικό εστιατόριο της πόλης, τόπος συνάντησης και μνήμης για μια ολόκληρη κοινότητα

Τη δική τους άτυπη «πατρίδα» έχουν δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη οι Κούρδοι μετανάστες. Το Restoran Arbil, το μοναδικό κουρδικό εστιατόριο από το Ιράκ στην πόλη, δεν είναι απλώς ένας χώρος φαγητού, αλλά ένας τόπος συνάντησης και μνήμης, με την κουζίνα να λειτουργεί ως κοινή γλώσσα.

Το εστιατόριο φέρει το όνομα της πρωτεύουσας του Ιρακινού Κουρδιστάν, κοντά στα σύνορα με το Ιράν και την Τουρκία. Βρίσκεται στην οδό Φιλίππου 36, δίπλα στη Ρωμαϊκή Αγορά, περιοχή όπου πολλοί μετανάστες από τη Μέση Ανατολή διατηρούν μικρές επιχειρήσεις: εστιατόρια, κομμωτήρια, μίνι μάρκετ.

Μια άτυπη πατρίδα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

 Το Restoran Arbil προσφέρει αυθεντικό σπιτικό κουρδικό φαγητό και αποτελεί σημείο αναφοράς για τους Κούρδους της πόλης.

Ιδιοκτήτης του εστιατορίου είναι ο Ζιράντ, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα από την Αρμπίλ το 2007, σε ηλικία 17 ετών. Όπως περιγράφει, πέρασε τα σύνορα με τα πόδια, με στόχο να φτάσει στην Αγγλία για σπουδές. Ένα πρόβλημα με τα χαρτιά του δεν του επέτρεψε να συνεχίσει το ταξίδι και έτσι έμεινε στην Αθήνα, όπου έζησε τελικά για δέκα χρόνια.

Στη συνέχεια επέστρεψε στο Κουρδιστάν, όμως δύο χρόνια αργότερα γύρισε ξανά στην Ελλάδα για να βοηθήσει τον αδελφό του, μάγειρα στην Αθήνα, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της μαγειρικής.

«Η Ελλάδα έγινε πατρίδα μου»

Στη Θεσσαλονίκη ήρθε το 2020, εν μέσω πανδημίας, για να αναλάβει το μαγαζί, το οποίο λειτουργούσε ήδη ως κουρδικό εστιατόριο υπό διαφορετική διεύθυνση. Σήμερα νιώθει τυχερός που έχασε το αεροπλάνο για την Αγγλία. «Η Ελλάδα έγινε πατρίδα μου» λέει, και πλέον δεν μπορεί να ζήσει αλλού: ούτε στην Ευρώπη, ούτε στο Κουρδιστάν.

Ο Ζιράντ προετοιμάζει κεμπάπ στην κουζίνα του Restoran Arbil
Όταν η κουζίνα γίνεται κοινότητα

Το εστιατόριο λειτουργεί ως σταθερό σημείο συνάντησης Κούρδων, Αράβων και άλλων μεταναστών στην περιοχή. Το επισκέπτονται για φαγητό, για να πιουν τσάι ή απλώς για να πουν ένα «γεια». Στην κουζίνα και στο σέρβις εργάζονται αποκλειστικά Κούρδοι, έξι συνολικά. Άλλοι μιλούν καλύτερα ελληνικά, άλλοι λιγότερο, όλοι είναι εξυπηρετικοί και φιλόξενοι. Όπως λένε, τους αρέσει η Ελλάδα γιατί τους θυμίζει την πατρίδα τους: στον τρόπο ζωής, τη νοοτροπία, το φαγητό.

Ανάμεσα στους εργαζόμενους είναι και ο Κιράν, που ήρθε στην Ελλάδα επειδή βρισκόταν ήδη εδώ η οικογένειά του. Του αρέσει πολύ η ελληνική μουσική, έμαθε να παίζει λύρα και κάνει τις δουλειές του στο εστιατόριο ακούγοντας Χάρις Αλεξίου, την οποία λατρεύει.

Μοχάμεντ και Κιράν, εν ώρα εργασίας.

Ο Άρης, ένας άλλος Κούρδος μετανάστης, επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά το μαγαζί. Ήρθε στην Ελλάδα με τα πόδια το 1997, όταν στο Κουρδιστάν μαίνονταν ο πόλεμος. Θυμάται πως περπατούσε μια ολόκληρη εβδομάδα. «Τότε δεν είχαμε επιλογή. Φεύγαμε για καλύτερη ζωή», λέει. Σήμερα είναι μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, εργάζεται ως μεταφραστής, παντρεύτηκε Ελληνίδα και έκανε οικογένεια.

«Η Αρμπίλ σήμερα κοντράρει το Ντουμπάι σε ανάπτυξη. Καμία σχέση με όταν έφυγα εγώ», σημειώνει. «Πλέον λέμε στους νέους να μείνουν εκεί γιατί είναι καλύτερα από πολλές χώρες». Ο ίδιος δεν μπορεί να επιστρέψει πια αφού η ζωή του είναι εδώ. «Αυτό που με πειράζει – και λυπάμαι πολύ που το λέω – είναι ότι έχω ξεχάσει το Κουρδιστάν. Είμαι 30 χρόνια εδώ και δεν επέστρεψα ξανά ποτέ. Ήμουν παιδί όταν έφυγα και έχω να το δω από τότε. Δεν παραπονιέμαι. Είμαι ευτυχισμένος στην Ελλάδα, αλλά η πατρίδα, όπως και να το κάνεις, είναι πάντα αλλιώς».

Κεμπάπ, σαλάτα και νααν – ένα τυπικό γεύμα στο Arbil.
Το κουρδικό φαγητό ως καθημερινή πράξη μνήμης

Σε γενικές γραμμές, η κουρδική κουζίνα θεωρείται πιο «ήπια» σε σχέση με άλλες κουζίνες της Μέσης Ανατολής, αφού οι γεύσεις είναι λιγότερο έντονες. Όπως λέει ο Ζιράντ, υπάρχουν πολλές ομοιότητες με την ελληνική κουζίνα, κυρίως στις πρώτες ύλες. Διαφέρουν, ωστόσο, στο σερβίρισμα: τα όσπρια συνοδεύουν το ρύζι, ενώ στα γεμιστά προσθέτουν και άλλα λαχανικά, όπως μελιτζάνα ή κρεμμύδι, αλλά και κρέας για έξτρα γεύση. Στον πατσά, ένα από τα πιο δημοφιλή τους πιάτα, χρησιμοποιούν κρέας από πόδια, κεφάλι και κοιλιά, την οποία γεμίζουν με ρύζι.

Πιάτα ημέρας από τη βιτρίνα του εστιατορίου. Τουρλού, αρνάκι, ρύζι και ρεβύθια.

Όλα τα φαγητά στο Arbil ψήνονται σε ψησταριά και είναι χειροποίητα. To μενού αλλάζει καθημερινά, υπάρχουν όμως και σταθερές επιλογές: αρνί και κοτόπουλο, ρύζι μπιριάνι ή απλό, λαχανικά και όσπρια – φασόλια, φακές, φάβα, ρεβύθια. Χρησιμοποιούν ελαιόλαδο και πολλά μπαχαρικά, κυρίως κουρκουμά, μαύρο πιπέρι και κόλιανδρο ενώ από κανένα γεύμα δεν λείπει το νααν, οι χαρακτηριστικές πίτες της Μέσης Ανατολής.

Ένα τυπικό γεύμα

Ένα τυπικό γεύμα στο εστιατόριο περιλαμβάνει σαλάτα με λάχανο, ντομάτα, κρεμμύδι και τουρσί, ένα πιάτο ρύζι, ένα πιάτο κρέας και δύο νααν. Στο τέλος κερνούν τσάι του βουνού, βασικό στοιχείο της διατροφής τους: το πίνουν τέσσερις με πέντε φορές την ημέρα, και σχεδόν πάντα μετά το φαγητό, χειμώνα–καλοκαίρι.

Το νααν φτιάχνεται αποκλειστικά στο μαγαζί, σε ειδικά διαμορφωμένο εργαστήριο. Ψήνεται σε ταντούρι, έναν κατακόρυφο μεταλλικό φούρνο που θερμαίνεται με ξύλα ή κάρβουνα και τα τοιχώματά του φτάνουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Το νααν είναι ευρέως διαδεδομένο στη Μέση Ανατολή με τις κουρδικές πίτες να ξεχωρίζουν καθώς είναι πιο λεπτές.

Στο εργαστήριο παρασκευής νααν.

Το ρύζι μπιριάνι είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πιάτο τους: κίτρινο ρύζι με σαφράν, κοτόπουλο ή αρνί, σταφίδες, καρότο, πατάτες και φιδέ. Το ρύζι μένει στο νερό για περίπου πέντε ώρες ώστε να φουσκώσει και να αποκτήσει τη χαρακτηριστική του υφή.

Ρύζι απλό και μπιριάνι - το πιο χαρακτηριστικό πιάτο τους.

Ο κιμάς για το κεμπάπ που κόβεται επίσης στο μαγαζί και αποκλειστικά στο χέρι, είναι αρνίσιος, με αρκετό λίπος. «Αν κοπεί σε μηχανή γίνεται σκληρό και χάνει τη γεύση του», λέει χαρακτηριστικά.

Ο αρνίσιος κιμάς για το κεμπάπ.

Για τον Ζιράντ, η φροντίδα στη γεύση και στην προετοιμασία δεν είναι «επίδειξη παράδοσης», αλλά αυτονόητη, γιατί όπως λέει «δεν γίνεται αλλιώς».

Η ίδια λογική ισχύει και για τη παρουσία του Restoran Arbil στη Θεσσαλονίκη: δεν ξεχωρίζει επειδή είναι «εξωτικό» ή επειδή φέρνει κάτι άγνωστο στη γαστρονομία της πόλης. Ξεχωρίζει γιατί εντάσσεται οργανικά στην καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης και εμπλουτίζει το πολυπολιτισμικό της μωσαϊκό. Εδώ, η «πατρίδα» δεν παρουσιάζεται ως νοσταλγία, αλλά ως καθημερινότητα: στο φαγητό, στο τσάι, στη γλώσσα, στη συνύπαρξη.

Σε μια εποχή που η μετανάστευση συζητείται κυρίως ως πρόβλημα, το Arbil δείχνει τι σημαίνει ενσωμάτωση στην πράξη, όχι ως αφήγημα αλλά ως πραγματικότητα – και δεν πρόκειται για εξαίρεση ούτε για «ιδιαίτερη περίπτωση». Είναι απλά μια άγνωστη εν πολλοίς όψη της πόλης, παρούσα εδώ και δεκαετίες, που συνεχίζει αθόρυβα να διαμορφώνει τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε επίσης

Καλλιτεχνικό Βιβλιοδετείο: Η τρίτη γενιά συνεχίζει μια παράδοση 75 ετών
Θερμός, διάβασμα και μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις την περίοδο της εξεταστικής
Τρεις νέοι Ρομά μιλάνε για τον τόπο, τα όνειρά τους και τις αλλαγές κόντρα στα στερεότυπα
Τα παλαιοπωλεία της Τοσίτσα και οι άνθρωποι που κρατούν ζωντανό το άτυπο αρχείο της Θεσσαλονίκης