Ημερομηνία έναρξης, η 18η Αυγούστου του 1917. Ένα συνηθισμένο ηλιόλουστο και ζεστό απόγευμα, ο επί ημέρες ισχυρός βόρειος άνεμος πυροδοτεί πυρκαγιά στα βορειοδυτικά υψώματα της πόλης. Η πυρκαγιά εξαπλώνεται αστραπιαία, ολοένα και πιο χαμηλά. Ξεκινώντας από τους τουρκικούς μαχαλάδες της Άνω Πόλης, σύντομα θα κατακαύσει το μεγαλύτερο μέρος των εβραϊκών μαχαλάδων, αγγίζοντας την προκυμαία.
Η πυρκαγιά φέρεται να ξεκίνησε από τη σημερινή τοποθεσία της οδού Ολυμπιάδος 3, όπου υποτίθεται πως μια φτωχή γυναίκα μαγείρευε μελιτζάνες και ξέχασε το τηγάνι στη φωτιά. Είτε αλήθεια είτε αστικός μύθος, το γεγονός είναι ότι η φωτιά ακολούθησε δύο κατευθύνσεις: προς το σημερινό Διοικητήριο και τον Ναό του Αγίου Δημητρίου, και προς τη σημερινή Αγορά και την οδό Λέοντος Σοφού.
Η καταστροφική προέλαση της πυρκαγιάς οφείλεται κυρίως στη χρήση εύφλεκτων ξύλινων υλικών κατασκευής, μια πρακτική αιώνων. Σε έναν πυκνοδομημένο αστικό ιστό, οθωμανικού τύπου, με μυριάδες στενά καλντερίμια, παραπήγματα, χαμόσπιτα, κι άλλες μεγαλύτερες οικίες, όλα τους κτισμένα κατά τις προβιομηχανικές τεχνικές, οι ολέθριες πυρκαγιές ήταν αναπόδραστες.
Τέτοια ήταν κι αυτή που ξέσπασε το 1890 και εξαπλώθηκε κυρίως στους χριστιανικούς μαχαλάδες, δυτικά της εντός των τειχών πόλης, νότια από τη Ροτόντα. Κι έπειτα, άνοιξε ο δρόμος για τα περίφημα τότε έργα εξευρωπαϊσμού και εξωραϊσμού, την κατεδάφιση των μεσαιωνικών τειχών και τη διαμόρφωση της συνοικίας των Εξοχών.
Διαβλέπεται λοιπόν πως η προοδευτική είσοδος στη νεωτερικότητα της οθωμανικής Σελανίκ, και, μετά το 1912, της εντός ελληνικής επικράτειας Θεσσαλονίκης, επετεύχθη και χάριν του πυρός. Συνεπώς, το 1890, αλλά κυρίως το 1917, υπήρξαν ευτυχή ατυχήματα, κρίνοντας εκ των υστέρων. Κι αν για το 1890 και για όσες άλλες προηγούμενες πυρκαγιές δεν μπορούμε να αναφερθούμε σε ανθρωπιστική κρίση, η 18η Αυγούστου του 1917, αποτελεί τέτοια. Τούτο διότι, για πρώτη φορά ενεργοποιείται μία Πολιτεία, η νεοφερμένη ελληνική εν προκειμένω, ώστε να αναλάβει τη διαχείριση της καταστροφής – σημάνοντας έτσι τη μετάβαση στο πλαίσιο ενός εθνικού κράτους με τις επιτελέσεις του.
Στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, ακόμη και της βυζαντινής, κι όποιας άλλης προνεωτερικής, η μέριμνα για οικοδόμηση κατοικιών, διαμόρφωση του αστικού χώρου κι ό,τι σήμερα θα συνιστούσε την πολεοδομία, ήταν απλώς ένα έργο ιδίας πρωτοβουλίας που αναλάμβαναν οικογένειες, συντεχνίες ή, ίσως, κάποιος ευεργέτης και σπανιότατα η αυτοκρατορική εξουσία.
Όταν σίγησε η πυρκαγιά είχε κατακαύσει τα δύο τρίτα της πόλης εντός των τειχών, είχε καταστρέψει 9.500 κτίρια και κατοικίες, κι αφήσει άστεγους κάπου στις εβδομήντα χιλιάδες κατοίκους.
Η μετάβαση της Θεσσαλονίκης, από πόλη οθωμανική σε ελληνική, από προνεωτερική σε νεωτερική, δεν επετεύχθη εν μία νυκτί το 1912. Έμελλε να ακολουθήσει μια μακρόσυρτη περίοδος δημογραφικών μεταβολών (τυχαίων αλλά κυρίως μεθοδευμένων) μέσα από προσφυγιά και εκτοπισμούς, και μιας συντονισμένης στρατηγικής ελληνοποίησης της πόλης.
Όταν σίγησε η πυρκαγιά του ‘17, δύο μέρες μετά, είχε κατακαύσει ολοσχερώς τα δύο τρίτα της πόλης εντός των τειχών, είχε καταστρέψει 9.500 κτίρια και κατοικίες, κι αφήσει άστεγους κάπου στις εβδομήντα χιλιάδες κατοίκους. Κυρίως όμως, είχε αφανίσει τον ιστό της Οθωμανικής πόλης και εξαλείψει τον Εβραϊκό της πυρήνα (Mark Mazower. Salonica, City of Ghosts. 2005. σελ. 301) Προσέφερε, ωστόσο, το γόνιμο και κενό έδαφος προς ανοικοδόμηση, άξιο να χαρακτηρισθεί ως ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα ευρωπαϊκού πολεοδομικού σχεδιασμού του εικοστού αιώνα.
Πριν μεταβούμε στην επαύριο της πυρκαγιάς, αξίζει να φωτιστούν σκηνικά που αναδεικνύουν το δράμα που έζησαν οι άνθρωποι της εποχής. Σύγχρονος των γεγονότων ήταν ο Βρετανός δημοσιογράφος Χάρι Κόλινσον Όουεν, ο οποίος στο έργο του Salonica and After (1919,90-104) παραθέτει το χρονικό της πυρκαγιάς. Αναφέρει το πόσο «συγκλονιστικό και λυπηρό ήταν το σκηνικό».
O Όουεν σκιαγραφεί «…τις πενθούσες οικογένειες, την κατάρρευση των σπιτιών καθώς οι φλόγες εξαπλώνονταν, παρασυρμένες από τον άνεμο· και στα στενά δρομάκια, μια αργοκίνητη μάζα από γαϊδουράκια, φορτωμένα καροτσάκια, αχθοφόροι που μετέφεραν τεράστια φορτία· Ελληνόπουλα πρόσκοποι (που έκαναν εξαιρετική δουλειά), στρατιώτες όλων των εθνών που δεν είχαν ακόμη οργανωθεί για να κάνουν κάτι συγκεκριμένο, παλιά ξύλινα πυροσβεστικά οχήματα που τρίζανε θλιβερά καθώς έριχναν άχρηστα σταγονίδια νερού, και άνθρωποι που μετέφεραν κρεβάτια, ντουλάπες, καθρέφτες, κατσαρόλες και τηγάνια, ραπτομηχανές (κάθε οικογένεια έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσει τη ραπτομηχανή της) και μια γενική συλλογή από βαριά σκουπίδια».
Αναφερόμενος στους «στρατιώτες όλων των εθνών», ο Όουεν μάς μεταφέρει σε ένα άλλο σκηνικό της περιόδου, εκείνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ας σημειωθεί ότι, μόλις δύο μήνες πριν κορυφώνονται τα επεισόδια του Εθνικού Διχασμού, τον Ιούνιο του 1917, όταν οι Σύμμαχοι ανατρέπουν τον βασιλέα Κωνσταντίνο, οδηγώντας στην επανένωση της χώρας υπό την ηγεσία του Βενιζέλου.
Συγχρόνως η Θεσσαλονίκη ήδη από το 1915 είχε μετατραπεί σε επίκεντρο μιας μαζικής «απόβασης» προς το Μακεδονικό Μέτωπο του Μεγάλου Πολέμου. Δεκάδες χιλιάδες συμμαχικών στρατευμάτων, απ’ όλες γωνιές του πλανήτη, κατέκλυσαν την πόλη και στην κρίσιμη ώρα της πυρκαγιάς συνέδραμαν καθοριστικά.
Από αυτό το κοσμοπολίτικο κράμα που στρατοπέδευε τότε στη Θεσσαλονίκη, θα αναδυθεί ο πρωτεργάτης της ανοικοδόμησης, ο ξακουστός Ερνέστος Εμπράρ, που ήδη ανέσκαπτε βυζαντινές τοποθεσίες στην πόλη, όντας μέλος της αρχαιολογικής υπηρεσίας του γαλλικού στρατού. Θα διατελέσει στέλεχος κι αργότερα πρόεδρος της επταμελούς Διεθνούς Επιτροπής Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης, που εισηγήθηκε ο βενιζελικός και σοσιαλιστής Υπουργός Συγκοινωνιών, Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Ο πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής και διακεκριμένος αρχιτέκτονας τοπίου, Τόμας Μάουσον, αναφέρει χαρακτηριστικά πως η πυρκαγιά ήλθε σχεδόν ως «δώρο θείας πρόνοιας».
Η πρόνοια πίσω από την πολιτική γραμμή Βενιζέλου-Παπαναστασίου εδραζόταν στο όραμα εκσυγχρονισμού της χώρας, δηλαδή της σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, θέτοντας ταφόπλακα στο οθωμανικό απόθεμα της πόλης. Οι λόγοι ήταν εξίσου ιδεολογικοί και πρακτικοί. Αφενός έπρεπε το νέο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο να αντανακλά την ελληνικότητα της πόλης, κι αφετέρου, ο εκτοπισμός χιλιάδων Εβραίων και Τούρκων (από τους πυρόκαυστους μαχαλάδες με κατεύθυνση την περιαστική ζώνη) ήταν ιδανική συγκυρία για να αποστραγγιστεί το κέντρο από την παρουσία και την επιρροή τους.
Βέβαια σε αυτό το σημείο αρμόζει να ξεκαθαριστεί πως θύμα των νέων σχεδίων που οδήγησαν στον εκτοπισμό υπήρξε η μεγάλη πλειονότητα των φτωχών κατοίκων της πόλης. Εκείνων που με τα κτηματόγραφα που τους δόθηκαν, όπου αναγραφόταν η αξία των τετραγωνικών μέτρων που είχαν οι κατοικίες τους, την ώρα των πλειστηριασμών αδυνατούσαν να φτάσουν το ταβάνι των νέων τιμών. Αντ’ αυτού, για το ελληνικό κράτος, οι Εβραίοι έμποροι, βιομήχανοι, κι επιχειρηματίες ήταν αναγκαίο να επιστρέψουν για να λειτουργήσει η οικονομία της πόλης.
Σε κάθε περίπτωση, επιτακτική ανάγκη ήταν η εφαρμογή ενός νεωτερικού λεξιλογίου περί εξυγίανσης, εξορθολογισμού και εξωραϊσμού του δημόσιου χώρου, κάτι που για πρώτη θα αναλάμβανε σε τόσο μεγάλη κλίμακα το ελληνικό κράτος – περίπτωση που διαφέρει σε πολλά σημεία από τα έργα στην Αθήνα του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα.
Τρεις μήνες μετά την πρώτη σύσκεψη της Διεθνούς Επιτροπής, προτείνεται το πρώτο σχέδιο ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης, με τη βούλα του Εμπράρ. Μερικά από τα μεγαλόπνοα οράματά του αποτελούσαν η δημιουργία ξεχωριστών ζωνών διοικητικών, εμπορικών και βιομηχανικών κτιρίων, η μετατροπή των νεκροταφείων πέρα από τα ανατολικά τείχη σε Πανεπιστημιούπολη και αστικό πάρκο, και, κυρίως, ο αστικός εξορθολογισμός.
Αυτό μεταφράζεται στη χάραξη οδικού δικτύου παραλλήλων και καθέτων αξόνων, τη διαπλάτυνση οδών, τη δημιουργία οικοδομικών τετραγώνων, την αποτροπή αυθαίρετης δόμησης, τη διάνοιξη κοινόχρηστων, ευάερων κι ευήλιων χώρων, κι όλων εκείνων που συμβάλλουν λειτουργικά προς την κοινή ωφέλεια των πολιτών: έννοιες που μόλις πρόσφατα είχαν εδραιωθεί σε παγκόσμια κλίμακα.
Το αρχιτεκτονικό ύφος και στυλ που πρότεινε ο Εμπράρ, αποστασιοποιημένο από τον οθωμανικό εκλεκτικισμό και τον νεοκλασικισμό της Αθήνας, μέλλει να υιοθετήσει ένα νεοβυζαντινό λεξιλόγιο ή ακόμη και νεοαποικιακό, εντάσσοντάς το στην ευρύτερη στροφή Ευρωπαίων ομολόγων του προς ένα «ανατολίζον» στυλ στις πόλεις της βόρειας Αφρικής.
Παρόλο που σχέδια κτιρίων του ίδιου του Εμπράρ δεν υλοποιήθηκαν, παρά μόνο (κι αυτό εν μέρει) ο γενικός πολεοδομικός σχεδιασμός, ιδιαίτερη συνεισφορά του αποτέλεσε το διάταγμα των επιβεβλημένων όψεων. Δηλαδή η ρύθμιση ενιαίου στυλ και μορφολογίας στις προσόψεις κτιρίων σε κεντρικούς άξονες της πόλης, που υλοποιήθηκε διαδοχικά έως και το 1970, στην περίπτωση της Λεωφόρου των Εθνών και της Πλατείας Μεγάλου Αλεξάνδρου, αργότερα και στην πλατεία Αριστοτέλους (1934).
Έτσι από το 1919, όταν προτείνεται το σχέδιο, και το 1921 όταν δίνονται οι πρώτες άδειες οικοδόμησης, ανοίγει μια περίοδος ξέφρενου αρχιτεκτονικού πειραματισμού. Εισάγονται σταδιακά στην πόλη το διακοσμητικό Αρ Ντεκό κίνημα, ιδίως μετά το 1925 και την Έκθεση Διακοσμητικών και Βιομηχανικών Τεχνών του Παρισιού, καθώς επίσης και μια παγκοσμίως πρωτοφανής σε μαζικότητα χρήση οπλισμένου σκυροδέματος (μπετόν αρμέ), προάγγελος του μοντέρνου κινήματος.
Στρατιές ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων, αποφοίτων σχολών της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως της Γαλλίας και της Γερμανίας, πειραματίζονται σχεδιάζοντας κτίρια που αντανακλούν τον κοσμοπολιτισμό της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, χωρίς να απουσιάζουν αναμηρυκασμοί και δισταγμοί που παραπέμπουν και στον συντηρητισμό της. Σε έργα της δεκαετίας του 1920 και 1930, θα εστιάσει επόμενη περιήγησή μας στο παρελθόν.