Η Στήλη των Όφεων μέσα από το βλέμμα τριών φοιτητών

Εικαστικοί και λογοτεχνικοί διάλογοι με ένα μοναδικό μνημείο της Θεσσαλονίκης

Η Στήλη των Όφεων είναι ένα σπάνιο αλλά σχεδόν αθέατο μνημείο της Θεσσαλονίκης. Φοιτητές και φοιτήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ την προσέγγισαν βιωματικά και την απέδωσαν εικαστικά ή λογοτεχνικά, αναζητώντας την ατμόσφαιρα, το «πνεύμα του τόπου» και τις μνήμες που γεννά μέσα στη σύγχρονη πόλη. Εδώ παρουσιάζονται τρεις από τις εργασίες τους, επιλεγμένες από την ομότιμη καθηγήτρια Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου.

Από το χαρτί στο διαδίκτυο

Το αφιέρωμα στη Στήλη των Όφεων πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 90 (Απρίλιος 2025) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ:

Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/

1. Το «Μάρμαρο του Φιδιού» — Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου

Κανένας δεν την προσέχει, και αν την προσέξει, δεν ενδιαφέρεται. Ελάχιστοι Θεσσαλονικείς (κυρίως του σχετικού επιστημονικού πεδίου) γνωρίζουν την ύπαρξή της. Η σχέση του υπολείμματος ενός ρωμαϊκού μνημείου και της σκληρής όψης του σύγχρονου αστικού τοπίου είναι συνταρακτική και εγείρει ερωτήματα σχετικά με το παρελθόν και τη διατήρηση της μνήμης που διεισδύουν βαθιά μέσα στην ψυχή μας.

Το «Μάρμαρο του Φιδιού», η Στήλη των Όφεων, το Yilan Mermer στα τουρκικά, είναι ένα ψηλό μαρμάρινο βάθρο. Σε παλιές φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα απεικονίζεται πάνω σε ψηλό βαθμιδωτό κρηπίδωμα σε μια ευρύχωρη πλατεία που έγινε γνωστή ως Πλατεία των Όφεων. Αρχικά βρισκόταν πάνω στον αρχαίο οδικό άξονα που ξεκινούσε από τη Ληταία Πύλη και κατέληγε στη Νέα Χρυσή Πύλη, την πορεία του οποίου ακολουθεί η σημερινή οδός Αγίου Δημητρίου.

Η Στήλη των Όφεων στο σημερινό αστικό τοπίο (Θ. Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου, 2024).

Το μνημείο επέζησε της πυρκαγιάς του 1917, ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και την άνοδο της στάθμης του δρόμου το κρηπίδωμα καταχώθηκε. Το 1975 για τη διαπλάτυνση της οδού Αγίου Δημητρίου το βάθρο μετακινήθηκε από την αρχική του θέση προς βορρά και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο πολύ κοντά στον εξωτερικό τοίχο του υποσταθμού της ΔΕΗ. Καμιά από τις βαθμίδες του κρηπιδώματος δεν έμεινε ορατή.

Το βάθρο είναι ορθογώνιο και μονολιθικό και έχει ύψος 3,50 μ. Πατά σε απλή πλίνθο και διακοσμείται με ορθογώνιο πλαίσιο με κυμάτιο. Στην επίστεψή του διαμορφώνεται γείσο με οδόντες και κυμάτιο. Η βαθιά διάβρωση της εξωτερικής επιφάνειας έσβησε οποιαδήποτε επιγραφή που ίσως υπήρχε. Πάνω στο βάθρο εδράζεται πλίνθος και βάση κίονα με σπείρες και σκοτία. Ο ίδιος ο κίονας είναι χαμένος σήμερα, υπολογίζεται όμως ότι το ύψος του θα έφτανε τα 6,50 μ.

Το αρχικό μνημείο αποτελούνταν από κρηπίδωμα, βάθρο, κίονα με κιονόκρανο και πιθανότατα πλησίαζε τα 13 μ. Η ομότιμη καθηγήτρια Θεοδοσία Στεφανίδου-Τιβερίου, από το βιβλίο της οποίας αντλώ τα σχετικά στοιχεία, θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι προοριζόταν για τη στήριξη ανδριάντα ενός αυτοκράτορα της περιόδου από τον 4ο ως τον 6ο αιώνα. Ίσως η στήλη μαζί με τον κίονα και το άγαλμα να έφτανε τα 15-16 μ. Ήταν δηλαδή ένα αυτόνομο, αλλά εμβληματικό μνημείο μέσα στο αστικό τοπίο.

Αχρονολόγητος χάρτης των μνημείων της Θεσσαλονίκης από τα αρχεία του Α.Η. Struck. Η στήλη φέρει τον αριθμό 16.

Παραμένει ασαφές αν το μνημείο ήταν στημένο πάνω στον άξονα του αρχαίου δρόμου ή μετατοπισμένο από αυτόν στη νότια μάλλον πλευρά του. Σύμφωνα με μια σαγηνευτική υπόθεση, η οποία δεν έχει τεκμηριωθεί προς το παρόν, στη θέση της σημερινής οδού Λέοντος Σοφού υπήρχε πομπική οδός η οποία πιθανόν ξεκινούσε από την Πύλη του Λέοντος στον ρωμαϊκό λιμένα της πόλης και έφτανε μέχρι την οδό Αγίου Δημητρίου. Το μνημείο στεκόταν στη διασταύρωση των οδών και ήταν ορατό από το λιμάνι.

Στο πλαίσιο ασκήσεων των μαθημάτων Ιστορίας Αρχιτεκτονικής-Θεωρίας του Χώρου στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, οι φοιτητές/τριες καλούνται να επιλέξουν έναν δομημένο χώρο ή ένα κτήριο της πόλης μας, έναν τόπο δηλαδή που να τους μεταδίδει ένα νόημα ή να του δίνουν οι ίδιοι ένα νόημα, και να τον αποδώσουν εικαστικά ή λογοτεχνικά όπως οι ίδιοι τον αντιλαμβάνονται. Η σκληρή αντίθεση ανάμεσα στην αρχική μεγαλοπρέπεια του μνημείου και την κακοποιημένη σημερινή του μορφή έκρουσε ευαίσθητες χορδές τους. Από την άλλη μεριά, η γοητευτική του ονομασία και τα παραμύθια που το συνοδεύουν δημιούργησαν μια φαντασιακή ατμόσφαιρα. Επιλέγω εδώ μερικές από τις εργασίες τους.

Οι επιστημονικές έρευνες και οι συνακόλουθες ανακοινώσεις ευαισθητοποίησαν την κοινωνία. Πρόσφατα πραγματοποιήθηκαν εργασίες συντήρησης και ανάδειξης. Έγινε μικρή διαπλάτυνση του πεζοδρομίου και καθαρίστηκε από τα γκραφίτι το μνημείο και ο μαντρότοιχος. Η προηγούμενη δενδροφύτευση είχε γίνει χωρίς να ληφθεί υπόψη η στήλη. Ο τύπος ανακάλυψε το μνημείο και ασχολήθηκε πρόσκαιρα με αυτό. Αν και τα έργα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ίσως θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα. Ελπίζω ότι το ενδιαφέρον δεν θα ατονήσει.

Η Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ.

2. Η Στήλη των Όφεων: Σκίτσο έπειτα από τρεις επισκέψεις — Αντριάνα Χασμπή

1η επίσκεψη

Στο πλαίσιο της εργασίας στο μάθημα: «Θεωρία του Χώρου – Ιστορία της Αρχιτεκτονικής Α» επισκέφθηκα αρχικά τα προτεινόμενα μνημεία: Ρωμαϊκή Αγορά, Γαλεριανό συγκρότημα και το μνημείο Γιλάν Μερμέρ (Στήλη των Όφεων ή μάρμαρο του φιδιού). Στη συνέχεια ανέτρεξα για σχετικές πληροφορίες στο διαδίκτυο και τελικά κέντρισε τη φαντασία μου η απλή στη μορφή «Στήλη των Όφεων» τόσο εξαιτίας του ονόματός της και των σχετικών θρύλων γύρω από αυτή την άγνωστη χρήση της όσο και λόγω του χαρακτηρισμού της ως ενός «απαξιωμένου Μνημείου της Θεσσαλονίκης».

2η επίσκεψη

Τη στήλη επισκέφθηκα δεύτερη φορά στις διακοπές των Χριστουγέννων με άλλο φως, απογευματινές ώρες, και έκανα δύο γρήγορα σκίτσα της. Στις διακοπές των Χριστουγέννων διάβασα ένα μέρος του βιβλίου Η Μυστική Ιστορία της Θεσσαλονίκης του Μάριου Χαραλάμπους, ο οποίος περιγράφει τα μνημεία της Θεσσαλονίκης από μια άλλη οπτική, πιο βιωματική, όπως τα έζησε στα παιδικά του χρόνια. Με συγκίνησε μια αφήγηση που συνέλεξε, όπου ένας αφηγητής περιγράφει τα παιδικά του παιχνίδια με την εβραιοπούλα του μαχαλά Γιλάν Μερμέρ. Εκεί ο εβραίος φίλος του φοβάται να μείνει πέρα από το σούρουπο, φοβούμενος την πιθανή έξοδο φιδιών από τη στήλη. Η σκηνή μού έφερε στο μυαλό παρόμοιες παιδικές μου αναμνήσεις από μέρη όπου οι γονείς μας προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν από επικίνδυνες καταστάσεις μιλώντας για φίδια ή για ποτάμια με ξωτικά.

3η επίσκεψη

Έχοντας διαβάσει αυτά και ακόμη τους γνωστούς θρύλους γύρω από αυτήν, με τους εξορκισμούς των «φιδιών» από ραβίνο και τον χότζα, την επισκέφτηκα τρίτη φορά. Αυτή τη φορά προσπάθησα να αναπαραστήσω με τη φαντασία μου τη μορφή της και να σχεδιάσω όπως ήταν τον 19ο αιώνα σε σχέση με τα σύγχρονα κτήρια. Οδηγούς αυτή τη φορά είχα παλιές καρτ-ποστάλ που βρήκα στο διαδίκτυο. Τις τύπωσα και με βάση αυτές έκανα τις περιηγήσεις στην περιοχή. Βέβαια, η στήλη έχει τώρα μετακινηθεί από την αρχική της θέση, αλλά όχι πολύ, και επιπλέον έχει καταχωθεί. Αλλά αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Το αστικό τοπίο είναι αυτό που έχει αλλάξει. Με αποτέλεσμα να μην μπορώ να εντάξω με τη φαντασία μου τη σύγχρονη μορφή της με τις γύρω πολυκατοικίες στον χώρο όπως ήταν πριν από τα παλαιότερα φτωχά, λαϊκά σπίτια.

Πόσες αλλαγές μέσα σε λίγα χρόνια έχει υποστεί ο γύρω από τη στήλη χώρος; Οι πληροφορίες από τις καρτ-ποστάλ θα είναι για αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες ανεκτίμητες. Αν δεν ήταν αυτές, πώς θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια εικόνα;

Η στήλη στο κέντρο μιας τουρκικής συνοικίας.

Η στήλη στο σταυροδρόμι της οδού Αγίου Δημητρίου.

Η στήλη με διαφορετικά σπίτια γύρω της πριν τη μεγάλη φωτιά.

Η στήλη μόνη ανάμεσα σε καμένα ερείπια.

Η στήλη εντοιχισμένη σε ένα σπίτι.

Η στήλη… η στήλη… (να είχε στόμα να μιλήσει).

Και τέλος,

Η στήλη χαμένη, μισοθαμένη, χωρίς τα πόδια της, να προσπαθεί να επιβιώσει ξεχασμένη στον σύγχρονο κόσμο.

Μια στήλη που μας έρχεται από τα βάθη των αιώνων, που πια δεν της δίνουμε καμία σημασία. Μια στήλη που κάποτε στα ελληνιστικά, στα ρωμαϊκά και αργότερα στα βυζαντινά χρόνια, ακόμη και μετά τον ερχομό των Τούρκων, θα ήταν το καμάρι της περιοχής και σημείο αναφοράς και προσανατολισμού.

3. Όσο υπάρχει μνήμη: θεατρικό μονόπρακτο — Αριστέα Στ. Παπαδοπούλου

Τα πρόσωπα:

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ, ένας υπερφίαλος Ρωμαίος αυτοκράτορας που έζησε πριν από περίπου 2.000 χρόνια.

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ, ένας δουλικός υπηρέτης που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα.

Η αυλαία ανοίγει. Μικρός φωτισμός. Πάνω στη σκηνή βρίσκεται ο αυτοκράτορας και ο υποτακτικός. Δείχνουν να ψάχνουν κάτι. Ο αυτοκράτορας είναι ντυμένος με πλούσιο αρχαίο μανδύα, διακοσμημένο με τα διακριτικά του τίτλου του. Ο υποτακτικός είναι ρακένδυτος και κρατά στο ένα του χέρι έναν χάρτη και στο άλλο έναν φανό. Βρίσκονται στην άκρη του δρόμου, σε ένα σύγχρονο αστικό τοπίο με ψηλές πολυκατοικίες. Είναι νύχτα.

Αυτοκράτορας: Άντε βρε άχρηστε, έναν χάρτη δεν μπορείς να διαβάσεις. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που σε πήρα για βοηθό. Μόνος μου καλύτερα θα τα κατάφερνα. Άντε!

Υποτακτικός: (Ξύνει το κεφάλι του και χώνει το πρόσωπό του στον χάρτη. Μικρή παύση.) Απομακρυνόμαστε.

Αυτοκράτορας: Τι; Βρε, που κακορίζικα να είναι τα υπόλοιπα σου χρόνια στον Άδη! Τι λες; (Προσέχει τον χάρτη που κρατά ο υποτακτικός.) Μα κρατάς τον χάρτη ανάποδα, δύσμοιρε!

Υποτακτικός: (Ήρεμος, κοιτά ξανά τον χάρτη, τον αναποδογυρίζει και δείχνει πάλι να τον μελετά. Μικρή παύση.) Νομίζω πως πλησιάζουμε.

Αυτοκράτορας: Είσαι βλάκας.

Υποτακτικός: Μάλιστα, εξοχότατε.

Αυτοκράτορας: Μας πήρε η νύχτα βρε και εξαιτίας σου ακόμα δεν καταφέραμε να βρούμε τη θριαμβευτική μου στήλη. (Κοιτάει στο άπειρο και αναπολεί.) Τη μεγαλόπρεπη, που επάνω της δεσπόζει το αριστούργημα, το άγαλμά μου, που όμοιό του δεν υπάρχει. Το φιλοτέχνησε ο … ο … δεν θυμάμαι πώς τον λένε, δεν έχει σημασία. (Με εύθυμη διάθεση γυρνάει προς τον υποτακτικό με συνωμοτικό ύφος.) Του ζήτησα να μου τονίσει τα ζυγωματικά και να με δείχνει και λίγο ψηλότερο.

Υποτακτικός: Λίγο;

Αυτοκράτορας: (με θυμωμένο ύφος) Σκασμός!

Υποτακτικός: Μάλιστα, εξοχότατε.

Αυτοκράτορας: Ανάξιε, που θα κρίνεις εσύ αυτό το έργο τέχνης. (Κοιτά πάλι στο άπειρο.) Μία μεγαλόπρεπη στήλη, λοιπόν, που δέσποζε στην πελώρια πλατεία και ήταν ορατή από δεκάδες σταδίες μακριά. (Γυρίζει προς τον υποτακτικό.) Πού πλησιάζουμε, βρε άχρηστε; Ούτε στήλη βλέπω ούτε πλατεία εδώ που με έφερες.

Υποτακτικός: (Ξύνοντας το κεφάλι του και κοιτάζοντας γύρω.) Κι όμως, θα έπρεπε να είναι εδώ.

Αυτοκράτορας: (ονειροπολώντας κοιτώντας στο άπειρο) Η στήλη μου. Που κρατά ζωντανή τη μνήμη μου. Δείχνει σε ολόκληρο τον κόσμο ανά τους αιώνες το μεγαλείο μου, (παθιάζεται ενώ μιλά) πως υπήρξα αξεπέραστος αυτοκράτορας, ο πιο διορατικός και αήττητος ηγέτης, ο πιο τολμηρός στρατηλάτης. (Αγριεύει η φωνή του.) Που όποιος τόλμησε να μου εναντιωθεί, τον έκλεισα στο πιο υγρό και ανήλιαγο μπουντρούμι. Και όποιος εχθρός βρέθηκε στο διάβα μου, η λεπίδα του σπαθιού μου έπεσε ανελέητα επάνω του. (Κορδώνεται, κόβει ένα λουλούδι, το μυρίζει και παίρνει ένα σαχλό ύφος.) Που καμιά γυναίκα δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ακαταμάχητη γοητεία μου.

Υποτακτικός: (συνεχίζει να αναζητά με τα μάτια του τη στήλη, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα λεγόμενα του αυτοκράτορα, ενώ μηχανικά απαντά) Εξοχότατε, κυβερνήσατε μονάχα τρεις μήνες.

Αυτοκράτορας: (βγαίνει από την ονειροπόληση και σοβαρεύει) Και θα άφηνα μεγάλο έργο πίσω μου αν … αν δεν έπεφτε μια καρύδα πάνω στο κεφάλι μου, κατά τη διάρκεια της θριαμβευτικής παρέλασης σε τούτη εδώ την πόλη, την αποφράδα ημέρα των αποκαλυπτηρίων της υπέρλαμπρης στήλης μου. (Μικρή παύση.) Μα ποιος αποφάσισε να φυτευτούν καρύδες στην Ελλάδα;

Υποτακτικός: (περιφέρεται με τον φανό στο χέρι και πλησιάζει μια κολώνα που, καθώς φέρνει τον φανό κοντά της, ο προβολέας τη φωτίζει στο μέσον της σκηνής. Μιλά ενθουσιωδώς, κοιτώντας τη με γουρλωμένα μάτια) Εξοχότατε! Πρέπει να είναι αυτό εδώ η στήλη σας.

Αυτοκράτορας: (με αγωνία) Ποιο;

Υποτακτικός: Να, αυτή εδώ η κολώνα.

Αυτοκράτορας: (υποτιμητικά) Γελοίε. Ανιστόρητε. Η στήλη μου έχει ύψος ίσα με 30 πήχεις. Τι είναι τούτο εδώ που μου δείχνεις; Και πού είναι το υπέρλαμπρο άγαλμά μου; (Ονειροπολώντας) Το μνημείο μου, που κρατά ζωντανή τη μνήμη μου, τη φήμη μου, τη δόξα μου, στην αιωνιότητα. Πούλησα την ψυχή μου στον Άδη για να ταξιδέψω στον απάνω κόσμο, για μία μονάχα μέρα, λαχταρώντας να δω τη δόξα και τις τιμές που μου αποδίδουν ακόμα οι άνθρωποι. Δύο χιλιάδες χρόνια, περίπου, αφότου πέθανα. Δεν έκαμα τόσο μεγάλο και κουραστικό ταξίδι για να δω αυτό το πράμα. Νύχτωσε και ο χρόνος μου τελειώνει. Δεν το δέχομαι να γυρίσω πίσω στον Κάτω Κόσμο άπραγος.

Ο υποτακτικός επεξεργάζεται την κολώνα.

Υποτακτικός: Εδώ, αυτή τη θέση υποδεικνύει ο χάρτης. Δεν μπορεί, δεν υπάρχει αμφιβολία, αυτή είναι η στήλη. Δείτε τα κυμάτια, τις σκοτίες και τους αστραγάλους. Ταιριάζουν απόλυτα με τη διακόσμηση της στήλης σας, μεγαλειότατε. Και η κολώνα αποτελείται από δύο ενωμένα κομμάτια μαρμάρου, όπως και στη δική σας στήλη, δείτε τη σχισμή ανάμεσά τους.

Αυτοκράτορας: Για να δω. Ω, αυτός ο ατάλαντος, δες τι κακοτεχνία που έκανε, δες πώς κατάντησε με τα χρόνια το μνημείο. Μα πού είναι η πλατεία; Πού είναι το άγαλμά μου; Και ποιος τόλμησε να κτίσει δίπλα του κάτι ψηλότερο από το δικό μου μνημείο; (βλέποντας το ψηλό κτίριο πίσω από τον τοίχο).

Υποτακτικός: Δεν το ξέρω, εξοχότατε. Αλλά για να είναι περιφραγμένο με τοίχο, με διπλά και τριπλά συρματοπλέγματα, θα πρέπει να είναι πολύτιμο.

Αυτοκράτορας: Ανοησίες. Τι έκτρωμα είναι αυτό! Σαν και δαύτο έφτιαξα εγώ για να στήσω τις σκαλωσιές για το μνημείο μου και μετά το διέλυσα. Μπάζα και παλιοσίδερα. Βέβαια, δεν το έφτιαξα τόσο μεγάλο. (Απορημένος και με ζήλια) Αλλά πώς μπόρεσαν να το κάνουν τόσο ψηλό; (Κοιτάζει γύρω όλα τα κτίρια και τις πολυκατοικίες και μιλά με βλοσυρό ύφος) Και πώς μπόρεσαν να πνίξουν το μνημείο μου μέσα σε τόσα κτίρια; Το μνημείο μου! Που φαινόταν ακόμα και από τη θάλασσα. Πριν προλάβει πλοίο να πλησιάσει στο λιμάνι, θαύμαζε τη θριαμβευτική στήλη που δέσποζε στην αμφιθεατρική πόλη. Πώς τόλμησαν να τη θάψουν;

Υποτακτικός: Μάλλον δεν θα είχε την αξία που πιστεύετε, εξοχότατε.

Αυτοκράτορας: (Οργισμένος) Αρκετά! Κλείσε το στόμα σου, ειδάλλως θα σου πάρω το κεφάλι.

Υποτακτικός: Έχω πεθάνει ήδη, εξοχότατε, το ξεχάσατε;

Αυτοκράτορας: Χάσου από τα μάτια μου, άσεβε, ανόητε, κακομοίρη. Φύγε. Δε σε χρειάζομαι άλλο. Δεν μπορώ άλλο να ακούω τις ασυναρτησίες σου. Σε διατάζω. Σε διατάζω να χαθείς (θυμωμένα).

Υποτακτικός: (φεύγει κυνηγημένος) Μάλιστα, εξοχότατε.

Ο φανός πέφτει από τα χέρια του υποτακτικού καθώς αυτός φεύγει από τη σκηνή και σβήνει. Ο αυτοκράτορας μένει μόνος στη σκηνή. Παύση. Γυρνά προς την κολώνα και τη χαϊδεύει με τα χέρια του.

Αυτοκράτορας: Η μνήμη μου, η υστεροφημία μου, η ένδοξη εποχή μου. Τι απ’ όλα έχει απομείνει; Ποιος να με θυμάται;

Ο αυτοκράτορας κάνει το γύρο της κολόνας.

Αυτοκράτορας: Και πού είναι η επιγραφή; Δεν βλέπω πουθενά τα μεγάλα χρυσά γράμματα: Αφιέρωμα στον ένδοξο αυτοκράτορα … Μα πώς με λένε; Ε… στον μέγιστο … (παύση).

Ο αυτοκράτορας κοντοστέκεται, προσπαθεί να θυμηθεί. Γυρίζει προς τη μεριά από την οποία έφυγε ο υποτακτικός και σηκώνει τα χέρια.

Αυτοκράτορας: Υπηρέτη! Υπηρέτη! Στάσου! Το όνομά μου; Σε διατάζω να πεις το όνομά μου!

Παύση. Επικρατεί σιωπή. Ο αυτοκράτορας δεν δέχεται καμία ανταπόκριση. Χαμηλώνει και γονατίζει δίπλα στη στήλη.

Αυτοκράτορας: Η μνήμη μου έχει σβηστεί. Έχω πεθάνει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια περίπου και πρώτη φορά μόλις τώρα, αυτή τη στιγμή, νιώθω τον κρύο, τον πραγματικό, τον απόλυτο θάνατο.

Τα φώτα σβήνουν. Η αυλαία πέφτει.

4. Η ιστορία του δαίμονα Γιλάλ — Σάββας Κοντός

Στο σεντούκι της γιαγιάς μου ανακάλυψα ένα παλιό τετράδιο. Σ’ αυτό, ανάμεσα σε συνταγές μαγειρικής και οδηγίες για τη χρήση διάφορων βοτάνων και μαντζουνιών για αρρώστιες, διάβασα την ιστορία του αιμοδιψούς δαίμονα Γιλάλ και το ξόρκι για να μην επιστρέψει στην πόλη.

Διαβάστε επίσης

Περιήγηση σε προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης με ξεναγό τον Γιώργο Ιωάννου από ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ (1982)
Η σύναξη του 1960 στο σπίτι του Κ. Τσάτσου και η αυλαία του ΚΘΒΕ με τον Οιδίποδα Τύραννο στους Φιλίππους
Το τετραώροφο στη Στρατηγού Καλλάρη 5 έχει επιβιώσει από πλειστηριασμούς, απόπειρες κατεδάφισης, πολέμους και σεισμούς