Θεσσαλονίκη 1912: Από τον αρχικό πανικό, στους πανηγυρισμούς σε δρόμους και καπηλειά

Στιγμές της απελευθέρωσης μέσα από μαρτυρίες και τον Τύπο της εποχής

Παραμονές της 26ης Οκτωβρίου, ο ελληνικός στρατός βρίσκεται στα χωριά του κάμπου. Στις 20 του μήνα έχει κερδίσει τη σκληρή μάχη των Γιαννιτσών και προχωρά προς τη Θεσσαλονίκη, την ville convoitee («πολυπόθητη πόλη»), όπως τη λέγανε στη διπλωματική γλώσσα της εποχής, «μήλον της έριδος στο παιχνίδι του ανταγωνισμού των μεγάλων Δυνάμεων», όπως την περιγράφει ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος στο «Παραμύθι της Θεσσαλονίκης».

Έξι στιγμές της Απελευθέρωσης μέσα από μαρτυρίες και τον Τύπο της εποχής.

Θεσσαλονίκη 1912

1. «Πανικός εν Θεσσαλονίκη»

Στην πόλη η ατμόσφαιρα είναι βαριά, η αβεβαιότητα γεννά πανικό. Είναι χαρακτηριστική η ανταπόκριση της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ στις 23 Οκτωβρίου με τίτλο «Πανικός εν Θεσσαλονίκη»:

«Κατά πληροφορίας εκ Θεσσαλονίκης, η ήττα του τουρκικού στρατού και η προσέγγιση της ελληνικής στρατιάς στα πρόθυρα της πόλεως, παρήγαγε μεγάλην συγκίνησην εις τα πλήθη των μουσουλμάνων, πανικόν δε στους χριστιανούς κατοίκους, οίτινες ευλόγως φοβούνται εξέγερσιν του τουρκικού φανατισμού και την επίδοσην εις σφαγάς. Και πράγματι, οι χοτζάδες τεθέντες επικεφαλής του όχλου, προβαίνουν σε ιστορικές διαδηλώσεις κατά των χριστιανών, προέβησαν δε και εις λιθοβολισμόν των ελληνικών καταστημάτων, τα οποία έκλεισαν εκ φόβου διαρπαγών και αιματοχυσίας […]

 

»Είναι απερίγραπτος ο πανικός εν Θεσσαλονίκη. Πλείστοι ξένοι κατέφυγον εις τα Προξενεία των, τα οποία κατέκλυσαν όπως εύρωσιν εις αυτά καταφύγιον. Καθ’ όλην την πόλιν επικρατεί κατάστασις αγωνιώδης. Από στιγμής εις στιγμήν αναμένεται η εμφάνιση των ελληνικών προφυλακών εις στα πρόθυρα της πόλεως και η πρόσκλησις του Διοικητού όπως παραδώσει την πόλιν στον νικητήν Διάδοχον της Ελλάδας. Η θέσις ιδίως των Ελλήνων είναι δεινή. Όλας τας ελπίδας των στηρίζουν εις την όσον το δυνατόν ταχυτέραν είσοδον του στρατού μας».

Ο ελληνικός στρατός περνά τον Αξιό ποταμό στην Κουλακιά, όπως το αποτύπωσε ο ζωγράφος από τη Χαλάστρα Κώστας Καραμπουκούκης.

Ο ελληνικός στρατός άρχισε να καταφθάνει στην Κουλακιά (Χαλάστρα) το απόγευμα της Κυριακής 21 Οκτωβρίου. Το ξημέρωμα της ίδιας ημέρας είχε φτάσει η εμπροσθοφυλακή παλαιών μακεδονομάχων, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Αναγνωστόπουλο. Την επομένη, στις 22 Οκτωβρίου 1912, στο Κιρτζιλάρ (σημερινό Άδενδρο), εγκαταστάθηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος με το επιτελείο του. Οι συσκέψεις με τους επιτελείς αξιωματικούς για την εξεύρεση λύσης του οξύτατου προβλήματος διέλευσης του Αξιού, δεν είχαν αποτέλεσμα.

2. Η συγκλονιστική νύχτα της Κουλακιάς

Η έλευση των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών στην Κουλακιά προκάλεσε συγκίνηση και ενθουσιασμό στους κατοίκους του χωριού. Γράφει σχετικά ο Αλ. Ζάννας: «Στην Κουλακιά, στο μεγάλο καθαρώς ελληνικό αυτό χωριό, είχαμε πολλούς γνωστούς και φίλους από τον Μακεδονικό Αγώνα. Μας δέχθηκαν με αφάνταστο ενθουσιασμό και μας περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν καλύτερα».

Τις στιγμές εκείνης της «φωτεινής νύχτας» της Κουλακιάς περιγράφει η Χαλαστρινή Βιργινία Τζαλαμάνη, που τότε ήταν μόλις 5 χρόνων:

«Αποβραδίς ήρθε ένα μαντάτο. Έρχεται το ελληνικό. Όλοι ήταν όρθιοι. Δεν κοιμήθηκαν καθόλου εκείνη τη νύχτα. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Όλοι περίμεναν να ’ρθει το ελληνικό. Είχαν μεγάλη λαχτάρα. Μόλις ξημέρωσε, βλέπουμε από τη Γιαντσίδα (σ.σ. Κύμινα) που ερχόταν το ελληνικό. Όλος ο κόσμος βγήκε να υποδεχθεί τους στρατιώτες μας. Παπάδες, δάσκαλοι, μαθητές, όλο το χωριό ήταν στην υποδοχή και δεν ήξεραν τι να κάνουν από τη χαρά τους. Μετά πήγαν όλοι στην αγορά, όπου δόθηκε το σύνθημα να περιποιηθούμε τους φαντάρους μας. Τότε, όλα τα σπίτια είχανε φούρνους. Οι γυναίκες και τα κορίτσια άρχισαν να ζυμώνουν και να φτιάχνουν ψωμί και πίτες ενώ άλλοι έσφαζαν αγελάδες, πρόβατα, κατσίκια, κότες και γουρούνια. Οι φαντάροι έφαγαν, αλλά πού να κοιμηθούν τόσοι νοματαίοι; Τους μαζέψαμε στα σπίτια, άλλοι πήραν δύο, άλλοι τρεις, άλλοι δέκα. Μόνο που δεν τους έβαζαν να κοιμηθούν στις αποθήκες, αλλά στα σπίτια μέσα. Τέτοια λαχτάρα τούς είχαν!»

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δείχνει τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες στρατιώτες (πηγή: εφημερίδα “Μακεδονία”).

Εκείνη τη νύχτα στήθηκε στην Κουλακιά ένα ιδιαίτερο πανηγύρι, με τους κατοίκους να υποδέχονται με ρίγη ενός απερίγραπτου ενθουσιασμού τους Έλληνες στρατιώτες, να τους στρώνουν στα ίδια τους τα σπίτια κι όχι στους αχυρώνες, να ανάβουν τους φούρνους για να φτιάξουν ζεστό ψωμί. Και λίγο πιο μακριά, μέσα στην πόλη, να ράβουν κρυφά γαλανόλευκες και μετά να υψώνουν σημαίες, να πετούν τα φέσια απ’ τα κεφάλια τους, να γλεντούν με μπίρα σαλονικιώτικη, να αγκαλιάζονται, να κλαίνε και να ζητωκραυγάζουν «Χριστός Ανέστη», όπως λένε οι μαρτυρίες, κι ας ήταν Οκτώβρης μήνας!

3. Η διάβαση του Αξιού
Η διάβαση του Αξιού ήταν κρίσιμη για την έγκαιρη έλευση του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη πριν από τους Βούλγαρους. Καρτ ποστάλ εποχής.

Οι κάτοικοι της Χαλάστρας βοήθησαν τον ελληνικό στρατό να στήσει γέφυρες στον «φουσκωμένο» Αξιό, ώστε να καταφέρει να περάσει και να φτάσει πρώτος στη Θεσσαλονίκη πριν από τους Βούλγαρους.

«Δεν ήξεραν την ακριβή σημασία του έργου τους, δεν ήταν στη θέση των στρατιωτικών, που ήξεραν πόση σημασία είχε η έγκαιρη διάβαση του ποταμού. Εκείνη την ώρα τούς καλούσε η ανύπαρκτη ακόμη πατρίδα στο καθήκον. Κι αυτοί το έπραξαν. Δεν ζήτησαν ανταλλάγματα για την προσφορά τους. Ούτε από δημόσια αξιώματα γνώριζαν ούτε από φοροαπαλλαγές. Φτωχοί κι αγράμματοι στη συντριπτική τους πλειονότητα, πεντακόσια σχεδόν χρόνια στον τουρκικό ζυγό, δίχως συνειδητή γνώση της πανάρχαιας ιστορίας που κουβαλούσε ο τόπος τους, έπραξαν ό,τι τους προέταξε η καρδιά τους. Κι αυτή έλεγε “Ελλάδα”»: Γρηγόρης Χαντές, καθηγητής και πρώην δήμαρχος Χαλάστρας (1990-1998).

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ.

Το πρωί της 24ης Οκτωβρίου άρχισε η διάβαση του Αξιού και η 7η Μεραρχία πέρασε πρώτη τον ποταμό.

Το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου, οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, συνοδευόμενοι από τον φρούραρχο της πόλης Σεφίκ Πασά, συναντήθηκαν στο Τεκελί (Σίνδο) με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος ζήτησε την άνευ όρων παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Μετά την αποτυχία της πρώτης συνάντησης, ο Σεφίκ Πασάς επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ο δε διάδοχος στο Τόψιν (Γέφυρα), όπου είχε εγκατασταθεί. Έπειτα από λίγες ώρες, οι Τούρκοι επανήλθαν στο Τόψιν, όμως, δεν συμφώνησαν σε άνευ όρων παράδοση και αποχώρησαν.

4. Η Θεσσαλονίκη παραδίδεται στους Έλληνες: Το μεγάλο νέο φτάνει στη Σίνδο

Το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου, καθώς η εμπροσθοφυλακή προχωρούσε, ο Κωνσταντίνος εγκατέλειψε το Τόψιν και κατευθύνθηκε προς το Τεκελί, όπου εγκατέστησε το Γενικό Στρατηγείο (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός της Σίνδου). Την ίδια ημέρα έφτασε το μεγάλο νέο στο ελληνικό στρατηγείο ότι οι Τούρκοι δέχονταν την παράδοση της πόλης χωρίς όρους. Το γεγονός αυτό βεβαιώνουν ο λοχαγός Αλέξανδρος Μαζαράκης, ο πολιτικός σύμβουλος του διαδόχου και μετέπειτα νομάρχης Θεσσαλονίκης Περικλής Αργυρόπουλος, ο διπλωμάτης Ίων Δραγούμης και οι Άγγλοι δημοσιογράφοι Στίβενς και Γούντλεϊ, απεσταλμένοι της Daily Telegraph και του αγγλικού τηλεγραφικού πρακτορείου Central News, αντίστοιχα.

Το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου, καθώς η εμπροσθοφυλακή προχωρούσε, ο Κωνσταντίνος εγκατέλειψε το Τόψιν και κατευθύνθηκε προς το Τεκελί, όπου εγκατέστησε το Γενικό Στρατηγείο (σήμερα ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός της Σίνδου). Φωτό: Γιάννης Κεσσόπουλος.

Ο Ίων Δραγούμης, λίγες μέρες αργότερα, σε επιστολή του προς τον εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, αναφέρει:

«Την αυτήν ημέραν, περί τας 4 μ.μ., ενεφανίσθη προ των ελληνικών στρατευμάτων, επί της οδού Γιαννιτσών – Θεσσαλονίκης, εις τον Γαλλικόν ποταμόν, απόστολος του Χασάν Ταχσίν, δηλών ότι ο αρχιστράτηγος δέχεται όλους τους όρους του Έλληνος αρχιστρατήγου. Η είδησις αύτη, περί την 5 μ.μ., μετεδόθη τω διαδόχω, ευρισκομένω εις τον σταθμόν Τεκελί».

Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε στο Τεκελί παρά τις αντίθετες εντολές του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου, και έστειλε στη Θεσσαλονίκη τον επιτελάρχη του, Β. Δούσμανη, και τον λοχαγό Ι. Μεταξά, προκειμένου να συνταχθεί και να υπογραφεί το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης με τον Ταχσίν Πασά, όπως τελικά συνέβη.

Το Διοικητήριο, τόπος υπογραφής της παράδοσης της πόλης. Ιστορική φωτογραφία των εγκαινίων του κτιρίου το 1892. Πηγή: Commons, PD/CC.
5. Αγωνία και φόβος σκέπει την πόλη

Κι ενώ αυτά συμβαίνουν λίγο έξω από την πόλη, μέσα στη Θεσσαλονίκη επικρατεί αγωνία μαζί και χαρά στον ελληνικό πληθυσμό, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες της εφημερίδας «Μακεδονία»:

«Την ημέραν του Αγίου Δημητρίου επεράσαμεν ώρες πόνου και αγωνίας» έγραψε η δασκάλα και μακεδονομάχος Αγγελική Τσιώμου – Μεταλληνού για κείνες τις φωτεινές ώρες της μεγάλης νύχτας για τον ελληνισμό της Μακεδονίας.

»Η 26η Οκτωβρίου βρήκε τη Θεσσαλονίκη με γιγαντωμένους τους παλμούς της χαράς και της ανυπομονησίας για την απελευθέρωσή της. Από το πρωί ομάδες πολιτών έσπευδαν στις δυτικές άκρες της πόλης για να δουν “αν έρχονται”. Οι στέγες πολλών ψηλών οικοδομών είχαν μεταβληθεί σε παρατηρητήρια, από τα οποία ο κόσμος ατένιζε τις λοφοσειρές και πτυχές του εδάφους» αναφέρουν οι δημοσιογραφικές καταγραφές.

»Τα κέντρα ήταν πλήρη και οι συζητήσεις σχεδόν απροκάλυπτες. Υπογράφηκε η παράδοση, δεν υπογράφηκε. Η πόλη θα καταληφθεί με μάχη ή οι Τούρκοι θα βάλουν λεπίδι;

»Νύχτωσε και η κίνηση άρχισε να νεκρώνει. Ο κόσμος “για καλό και για κακό” έσπευδε να καταφύγει στα σπίτια του. Στις 10 το βράδυ στους δρόμους των συνοικιών οι μοναδικοί διαβάτες ήταν Τούρκοι λιποτάκτες και πρόσφυγες. Τα κέντρα της πλατείας Ελευθερίας ήταν ακόμη ανοικτά με λίγους θαμώνες.

»Κατά τις 11 το βράδυ, πέντε έξι ιππείς διέσχισαν καλπάζοντας την οδό Βαρδαρίου και κατευθύνθηκαν στην πλατεία Ελευθερίας, υπό τα έκπληκτα και έντρομα βλέμματα των Τούρκων αστυνόμων και χωροφυλάκων και κάποιων λίγων διαβατών. Ήταν Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες!

»Οι αξιωματικοί Κ. Μαζαράκης, λοχαγός του πυροβολικού και αρχηγός των προσκόπων, ο ταγματάρχης του μηχανικού Μιμήκος, ο λοχαγός του πυροβολικού Κουτσομητόπουλος και ο ανθυπολοχαγός του μηχανικού Αλιμπέρτης, οι οποίοι εισήλθαν στο ζυθοπωλείο “Όλυμπος Παλάς”. Οι λίγοι θαμώνες πετάχτηκαν από τη θέση τους, τους περικύκλωσαν, τους φίλησαν και άρχισαν να τους… αγγίζουν για να πειστούν ότι δεν ήταν όνειρο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε: “Φέρτε μπύρες”»!

Το ιστορικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία.

«Το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου ήταν περασμένες δέκα όταν δυο-τρεις πιο ζωηροί πήραν την απόφαση να δουν τι γίνεται έξω. Επικεφαλής των μπήκε ο αρχηγός ο νεότερος αλλά πολύ ψύχραιμος, ο αλησμόνητος συμπολίτης μας και ισόβιος πρόεδρος του Ηρακλέους Απόστολος Κοσμόπουλος, υπάλληλος τότε της τράπεζας Μυτιλήνης, και από κοντά του ένας ανήσυχος αεικίνητος δημοσιογράφος, αυτός που τα θυμάται τώρα και σας τα αφηγείται. Βγήκαν από την ιστορική μπυραρία του Όλυμπος Παλλάς και τραβήξαν με άγρυπνη προσοχή, με μάτια φακούς, με τσιτωμένο αφτί, ως δίποδα λαγωνικά σε παράτολμες όπως νόμιζαν ανιχνεύσεις μέσα στην βουβή ερημιά της νύχτας.

 

(…) Πουθενά ψυχή ζωντανή κι ούτε ίχνος ήχος. Βουβαμάρα και ησυχία παντού. Οι έρημοι δρόμοι και τα κλειστά σπίτια θύμιζαν τις φανταστικές νεκρές πολιτείες παλιών παραμυθιών. Οι εξερευνητές ξαναγύρισαν στη βάση τους στο διανυκτερεύον Όλυμπος Παλλάς.

Ξαφνικά όμως λίγο αργότερα γοργά ποδοβολητά αλόγων ακούστηκαν έξω από το μεγάλο εκείνο κέντρο και ευθύς αμέσως ύστερα άνοιγε διάπλατα η βαριά δρύινη και δίφυλλη τζαμόπορτα της μπυραρίας. Ήταν ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός. Και ύστερα ένας άλλος. Και ύστερα ένας τρίτος. “Γεια σας” είπαν λεβέντικα και βρόντηξαν τα σπιρούνια. Τόσο απλά και συνηθισμένα ήρθε στους ραγιάδες της Θεσσαλονίκης το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας.

Η ελληνική μπυραρία του Όλυμπος Παλλάς κι αντικρυστά η ζωηρότερη του Πεντζίκη, δεν έκλεισαν όλη τη νύχτα εκείνη. Κι ήταν κατάφωτες ως το πρωί, γεμάτες από τον ελληνικό κόσμο της Θεσσαλονίκης»: Αρίστος Χασηρτζόγλου, δημοσιογράφος.

6. Ο λαός στους δρόμους με μπίρα και κρασί

«Περί την 6ην πρωινήν ώραν της 27ης Οκτωβρίου ολόκληρη η Μεραρχία εισήρχετο και κατελάμβανε την Θεσσαλονίκην υπό τον έξαλλον ενθουσιασμόν των κατοίκων και τους ραντισμούς δι’ ανθέων εκ των παραθύρων και των εξωστών των οικιών» γράφει ο λοχαγός Κωνσταντίνος Ζωρογιαννίδης, στο «Ημερολόγιον Πορειών και Πολεμικών Επιχειρήσεων 1912-1913».

«…Πολλοί, όλοι σχεδόν, γυρίζουν ξεσκούφωτοι. Πανηγυρίζουν το ξεσκλάβωμα!»

Θριαμβευτική υποδοχή του ελληνικού στρατού από τον ελληνικό πληθυσμό της πόλης.

«Όλες οι οικίες ήταν σημαιοστολισμένες, με την ελληνική σημαία να επικρατεί. Σε όλα τα κέντρα επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Κάθε φορά που ένας Έλληνας στρατιώτης μπαίνει σε ένα κέντρο όλοι σηκώνονται, τον φιλούν, τον πνίγουν…»

 

«Την εσπέραν όλα τα ελληνικά καφενεία και καπηλειά των κέντρων και των συνοικιών ήσαν κατάμεστα ελληνικού κόσμου, ο οποίος επανηγύριζε την κατάκτησιν της ελευθερίας των έχοντας εν τω μέσω τους ελευθερωτάς του, αξιωματικούς και στρατιώτας Έλληνας. Αλλά εκείνον το οποίο έγινεν εις το καφενείον Όλυμπος Παλλάς δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί. Όμιλοι έθυον αφθόνως εις τον Βάκχον ζητωκραυγάζοντας και ψάλλοντας τον εθνικόν ύμνον και διάφορα εθνικά άσματα και… χορεύοντες και ξεσχίζοντες τα φέσια εκείνων οι οποίοι δεν εφρόντισον εγκαίρως να τα αντικαταστήσουν διά καπέλων»: Συνταγματάρχης Φεσσόπουλος.

Πέρα από τα διπλωματικά και στρατιωτικά που συνέβαιναν στο Διοικητήριο, στον Άγιο Μηνά και στις παρυφές της πόλης, ο κόσμος πανηγύριζε στα καφέ, στις μπυραρίες και στα καπηλειά της Θεσσαλονίκης. Με κρασί και με μπίρα!

* Με πληροφορίες από την εφημερίδα «Μακεδονία», από την εφημερίδα ΣΚΡΙΠ και από το Ιστορικό Λεύκωμα του Δήμου Δέλτα (εκδ. Αλέξανδρος, 2019).

Διαβάστε επίσης

Περιήγηση σε προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης με ξεναγό τον Γιώργο Ιωάννου από ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ (1982)
Η σύναξη του 1960 στο σπίτι του Κ. Τσάτσου και η αυλαία του ΚΘΒΕ με τον Οιδίποδα Τύραννο στους Φιλίππους
Το τετραώροφο στη Στρατηγού Καλλάρη 5 έχει επιβιώσει από πλειστηριασμούς, απόπειρες κατεδάφισης, πολέμους και σεισμούς