Αρχές του 20ου αιώνα στην Άνω Πόλη. Το Taşli Yokuş (η Ανηφόρα με τις Πέτρες) διασχίζει το ανατολικό όριο της μουσουλμανικής συνοικίας Pinti Hasan, από το τέμενος που βρισκόταν στο δυτικό άκρο της περιοχής. Όταν η πόλη άλλαξε χέρια, ο δρόμος πήρε το όνομα του Γύζη, η χάρη του όμως τού έμεινε.
Στη μελέτη του Βασίλη Δημητριάδη για την τοπογραφία της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης, εντοπίζονται επί της Γύζη δύο μικρά, αδιέξοδα δρομάκια με κατεύθυνση προς τα ανατολικά. Το βορειότερο, λίγα μέτρα κάτω από τη σημερινή Βλαχάβα, φέρει το όνομα «Χάριτος», ενώ το δεύτερο, λίγα μέτρα πάνω από την Κασσάνδρου, παραμένει ανώνυμο. Στο ίδιο ύψος, στην απέναντι πλευρά του τετραγώνου, η οδός Αριστομένους, πρώην Arif Bey, ενώνει την Αγίας Σοφίας με την Κασσάνδρου σχηματίζοντας ένα γάμμα.
Σε μια πράξη τακτοποίησης, πιθανόν του 1932, σύμφωνα με το Αρχείο Λεκτικού – μιας και η ημερομηνία στον χάρτη πλέον δεν διαβάζεται – η Χάριτος φαίνεται να μετακομίζει στη θέση του νοτιότερου αδιεξόδου.
Ωστόσο, σε υπομνήματα του 1963 και του 1964 οι δύο δρόμοι για λίγο θα συγκατοικήσουν.
Το παράλληλο τμήμα ονομάζεται πλέον Χάριτος, ενώ η Αριστομένους θα κρατήσει μόνο το κάθετο δρομάκι προς την Κασσάνδρου.
Το 1967 οι δύο παράλληλοι φαίνεται να έχουν ενωθεί και η νέα οδός Χάριτος συνδέει την Αγίας Σοφίας με τη Γύζη. Στο βόρειο τμήμα, το μικρό αδιέξοδο έχει μετονομαστεί απλώς σε «Πάροδος». Όπως αποτυπώνεται σε έγγραφο του 1998 και μέχρι σήμερα, η Πάροδος έχει καταργηθεί, η Αριστομένους συνδέει τη Γύζη με την Αγίας Σοφίας, ενώ σύμφωνα με το Google Maps, η Χάριτος μετακινήθηκε στο κάθετο στενάκι που οδηγεί στην Κασσάνδρου, δίχως κάποια πινακίδα ή σήμανση να τη θυμίζει.
Μια μπάλα φεύγει στην κατηφόρα
Στην αυλή του σχολείου ένα παιδί κλωτσάει τη μπάλα. Το ποδοσφαιρικό παπούτσι, πράσινο φωσφοριζέ με τάπες, βρίσκει με τη μύτη. Η μπάλα παίρνει ύψος. Οι λαιμοί των παιδιών σηκώνονται. Τα πηγούνια τους ακολουθούν την μπάλα, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο στον αέρα. «Θα φύγει έξω», ρίχνεται το σύνθημα. Τα παιδιά κατεβάζουν τα κεφάλια και ορμάνε στα κάγκελα. Παρακολουθούν την μπάλα να κάνει ελεύθερη πτώση και να σκάει στη Βλαχάβα. Στον πρώτο χτύπο πηδάει όσο να φτάσει στον καθρέφτη του αυτοκινήτου που είναι παρκαρισμένο στη γωνία. «Μη, μη, μη», παρακαλούν σαν χορωδία. Η μπάλα αφήνεται στην κατηφόρα, κατρακυλάει. Τραντάζεται στην άσφαλτο, λοξοδρομεί, κατευθύνεται προς ένα αμάξι και σφηνώνεται στην πισινή του ρόδα. Φωλιάζει δίπλα στο λάστιχο, κρυμμένη, στρέφει τα εξαγωνικά της μάτια προς τα παιδιά. Τόση ώρα δεν μιλάει κανείς. Το ματς έχει μόλις αρχίσει κι ο Δημήτρης όλο τα χαλάει με τις καντήλες του. Πάλι καλά δεν βγήκε στην Κασσάνδρου να την πατήσει κανένα αμάξι. Ξαφνικά εμφανίζεται στο στενό ένας άντρας. Όσο σέρνει τα παπούτσια του, το σώμα του καμπουριάζει. Στο τέλος θα σκύψει να φιλήσει την ανηφόρα. Εκείνοι που έμειναν στα κάγκελα ακόμη ελπίζουν. Οι υπόλοιποι κυνηγιούνται. «Κύριε, κύριε κύριε», ακούγεται μια τριάδα. Μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις, ο άντρας έχει στρίψει αριστερά στο στενάκι.
Η μαμά παραξενεύεται που δεν θυμάμαι το παλιό το σπίτι. Το πρόλαβες αφού, επιμένει. Τον δρόμο τον μικρό που έβγαζε σε δύο σπίτια; Με ξαναρωτάει λες και με την επανάληψη θα μου έρθει κάτι. Θυμάμαι μόνο να βγαίνω και να κοιτάζουμε από το μπαλκόνι. Εκεί, η μαμά δείχνει με το δάχτυλο το παλιό το σπίτι του παππού. Μόλις γίνει το καινούριο θα μένουμε εμείς. Θα έχω και δικό μου δωμάτιο. Είναι χειμώνας και το μπαλκόνι μυρίζει πετρέλαιο. Από κάτω, όμως, κενό, καμία θέα. Στο μυαλό μου πάνω σε ένα τίποτα το χτίσανε το σπίτι.
«Ο εργολάβος τα είχε κλείσει με τους οικοπεδούχους από το 99’. Έξι δικαιούχοι, έβαλε ο καθένας τους λεφτά ανάλογα τα τετραγωνικά. Ένα εκατομμύριο τότε δώσαμε στον δήμο να πάρουμε και την Πάροδο να μπει μέσα στο σχέδιο. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 2000, αλλά μόλις σκάψανε σταμάτησαν όλα για ένα δυο χρόνια. Καθυστερούσαν οι αρχαιολόγοι. Βρήκανε λένε κάτι αρχαία. Κάμποσο καιρό έμειναν τα χώματα και οι πέτρες παρατημένα. Τελικά τα τύλιξαν σε σελοφάν ό,τι βρήκαν και έχτισαν τις κολόνες παραδίπλα…».
Ανασκαφές μεταξύ των οδών Αγ. Σοφίας και Γύζη: «Στο οικόπεδο αυτό εντοπίστηκαν υπολείμματα αρχαιοτήτων που ανήκουν σε επτά μεγάλες χρονικές περιόδους».
Γλιστρούσε πολύ η Γύζη. Θυμάμαι όλο πέφταμε. Τρέχαμε σαν τα ζαβά εμείς τότε μέχρι να γυρίσουμε σπίτι. Όλο βούτες τρώγαμε.
Και πιο παλιά είχε πέτρες όμως τέτοια ανηφόρα δεν ήταν. Τώρα και με μπαστούνι, πάλι με το ζόρι την ανεβαίνεις.
«Στο σπίτι στη γωνία έμενε ένας Τούρκος αξιωματικός. Για να στρίψεις στη Χάριτος έπρεπε να περάσεις στην ουσία μέσα από την αυλή του. Τότε δεν έμενε κανείς βέβαια. Αλλά ήταν πολύ στενά, ενάμισης άνθρωπος χωρούσε, μη βλέπεις τώρα που χωράει αμάξι. Για αυτό και δεν μας αφήνανε βράδυ να περνάμε από εκεί. Έπρεπε να κάνουμε τον κύκλο. Έλεγαν ότι είχε λίρες ο Τούρκος που τις έκρυψε. Τις έθαβαν τότε προτού τους διώξουν.
Ήρθανε και με αυτά τα μηχανήματα που χτυπάνε μπιπ μπιπ μόλις βρούνε μέταλλο. Για σίγουρο το είχανε στη γειτονιά. Τις βρήκανε δηλαδή. Αλλά τώρα ποιος, τι, δεν ξέρω να σου πω. Όχι ότι έβγαλε και κανείς λεφτά μεταξύ μας».
«Κρασί πηγαίναμε και παίρναμε από τη Φωλιά. Είχαν κάτι βαρέλια μεγάλα, ξύλινα, αυτά τα στρόγγυλα που έχεις στο μυαλό σου, με βρυσάκι μπροστά. Κάθε Οκτώβρη, Νοέμβρη που βγαίνει το κρασί, έβαζαν τα καινούρια βαρέλια στο μαγαζί και τα στήνανε στον τοίχο πέρα ως πέρα να μπορεί να πάρει ο κόσμος. Εμένα με έστελνε ο μπαμπάς μου. Μου έδινε ένα μπουκάλι γυάλινο – πλαστικό δεν υπήρχε τότε – και έβγαινα στην Αριστομένους να φέρω στο σπίτι ρετσίνα».
Η Αριστομένους έχει μερικούς μήνες κλειστή. Θα την κάνουν ανάπλαση. Θα μπούνε δέντρα και παγκάκια. Παλιά είχαν βάλει άσφαλτο, τώρα θα μπούνε πάλι κυβόλιθοι να θυμίζουν όσο γίνεται την παλιά όψη. Παρόλο που είμαστε χαμηλά πιάνεται κι εδώ για Άνω Πόλη.
Για να κατεβώ στο κέντρο, διασχίζω όλη τη Γύζη και στρίβω στην Κασσάνδρου. Ο μπαμπάς συνεχίζει να περνάει από τις τάβλες που έχουν ρίξει στην Αριστομένους για να μπαίνουν οι κάτοικοι στα σπίτια τους. Επιμένει ότι από εκεί είναι πιο κοντά. Λέμε θα το χρονομετρήσουμε και δεν το κάνουμε ποτέ.
Όταν φτιάξανε τον δρόμο, το δοκιμάζω. Στρίβω στην Αριστομένους. Τα αμάξια τώρα παρκάρουν ανάμεσα στα δέντρα, οι μηχανές στηρίζονται καλύτερα στα παγκάκια και οι γάτες έχουν περισσότερες επιλογές να κάνουν τα κακά τους. Στρίβω από το μικρό στενάκι δίπλα στην ταβέρνα. Δεξιά κι αριστερά φυτρώνουν μπαλκόνια με χτισμένα κάγκελα για προστατευτικό, τα γύρω καταστήματα μάλλον έχουν τις αποθήκες τους εκεί και τα ρολά είναι μισοκατεβασμένα. Προσπερνάω το ιχθυοπωλείο και βγαίνω στην Κασσάνδρου. Ίδια μου φαίνεται η διαδρομή.
Ψάχνω σε χάρτες, σε σάιτ της πολεοδομίας, νιώθω λες και κολυμπάω και έχω βγει έξω από τη σημαδούρα. Βρίσκω μελέτες, κοιτάω στις υποσημειώσεις μήπως και αναφέρει κανείς τίποτα. Προσεύχομαι σε μια παραπομπή. Το Google δεν με καταλαβαίνει. Στους μισούς χάρτες ο δρόμος δεν υπάρχει καν, στους υπόλοιπους δεν έχει ούτε όνομα.
Αντί να απελπίζομαι, στο μυαλό μου στήνεται ένα μυστήριο. Ψάχνω, για να επιβεβαιώσω ότι δεν μπορώ να βρω τίποτα. Εντοπίζω μια μελέτη για την εξέλιξη της πολεοδομίας της Θεσσαλονίκης από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα. Στους δρόμους που καταργήθηκαν κάτω κάτω βρίσκω τη Χάριτος. Μαζί της η Θάλειας, η Νάρκισσου, η Φαίδωνος.
Η θεωρία μου επιβεβαιώνεται. Ένας δρόμος που αλλάζει θέσεις μέχρι που στο τέλος σβήνεται από τον χάρτη. Τόσα χρόνια κάτω απ’ τα πόδια μας. Το λέω στους δικούς μου, σκέφτομαι ήδη τίτλο για κείμενο: Η χαμένη οδός Χάριτος. Όποιον ρωτάω δεν θυμάται τίποτα.
Ανοίγω το Google Maps να δω το τετράγωνο πώς είναι σήμερα. Λες και δεν περνάω κάθε μέρα από εκεί. Δεν μπορεί. Όσο ζουμάρω, το όνομά της πολλαπλασιάζεται. Χάριτος, Χάριτος, Χάριτος. Χαλάει όλη μου η διάθεση. Καθυστερώ κοντά δυο μέρες να το πω στον οποιονδήποτε. Ξαφνικά, ένας ένας αρχίζουν και θυμούνται.
Ξαναπερνάω από τον δρόμο. Αφού, θυμάμαι, την είχα δει τη σβησμένη πινακίδα πριν λίγες μέρες. Δεν μπορούσα να διακρίνω. Θα μπορούσε άνετα να γράφει Αριστομένους, Χάριτος, οτιδήποτε. Τώρα, το Τ και το Ο διακρίνονται άνετα. Συνεχίζω και ψάχνω ελπίζοντας να έχει γίνει κάποιο λάθος.
Πηγές:
Δημητριάδης, Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της τουρκοκρατίας (1430 – 1912). Θεσσαλονίκη 1983.
Δημουλά, Σ. (2023). Μελέτη των μεταβολών του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης (1430–2000) με τη χρήση γεωπληροφοριακού συστήματος. Θεσσαλονίκη 2014 (Διδακτορική διατριβή)
Καρύδας, Ν., “Ανασκαφές μεταξύ των οδών Αγίας Σοφίας και Γύζη”, ΑΕΜΘ 16. (2002) 337- 346
maps.thessaloniki.gr
Ο Θοδωρής Παζαρλόγλου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάζεται ως φιλόλογος.