Στα συρτάρια του κρύβεται ένας αιώνας Θεσσαλονίκης

Τυπογραφείο Γούσιος: εκδόσεις και μηχανές συνδέουν 4 γενιές με μικρές και μεγάλες στιγμές της εμπορικής και κοινωνικής ζωής της πόλης

Ανάμεσα σε τυπογραφικά μηχανήματα που δουλεύουν ασταμάτητα, υπάρχουν ακόμη συρτάρια γεμάτα μεταλλικά γράμματα, μια μηχανή του 1909 και καρτ βιζίτ από επαγγέλματα μιας άλλης εποχής. Στο Τυπογραφείο Γούσιος, περισσότερο από έναν αιώνα τώρα, η ιστορία της πόλης περνά από μελάνια, γρανάζια και ανθρώπινα χέρια.

Οι μηχανές του Τυπογραφείου Γούσιος εν ώρα εργασίας.

Ο Χρήστος Γούσιος τραβά ένα παλιό ξύλινο συρτάρι. Μέσα, σε μικρές θήκες, παραμένουν τα μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία. Όταν ήταν παιδί, ήταν από τα αγαπημένα του παιχνίδια: κεφαλαία, πεζά, ελληνικά και λατινικά γράμματα. Οι δασείες, οι ψιλές και οι περισπωμένες έχουν… μείνει χωρίς δουλειά από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν καταργήθηκε το πολυτονικό.

Μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία από την εποχή της χειροκίνητης στοιχειοθεσίας: κεφαλαία, πεζά και σημεία που κάποτε σχημάτιζαν τις σελίδες γράμμα προς γράμμα.
Από το 1908

«Τον παππού μου δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Ήμουν έξι μηνών όταν έφυγε, αλλά τραβώντας ένα συρτάρι, νιώθω ότι την ίδια κίνηση έκανε κι εκείνος πριν από 100 χρόνια».

Η οικογενειακή ιστορία στην τυπογραφία αρχίζει το 1908 στις Σέρρες, όταν ο προπάππους του, δημοδιδάσκαλος Αστέριος Δ. Γούσιος, ιδρύει το τυπογραφείο —για να διασώσει το ελληνικό στοιχείο—, αφού είχε ήδη γράψει, το 1894 και το 1901, βιβλία για τον τόπο, τα ήθη και τη γλώσσα του Παγγαίου. Στο τέλος εκείνων των βιβλίων συναντά κανείς ακόμη και έναν πρόγονο του σημερινού crowdfunding: τον κατάλογο των «φιλόμουσων συνδρομητών». Άνθρωποι από τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και το Άγιο Όρος είχαν προαγοράσει τα βιβλία για να μπορέσουν να εκδοθούν!

Στην αριστερή φωτογραφία, Τα Τραγούδια της Πατρίδος μου του Αστερίου Δ. Γουσίου (1901). Στη δεξιά φωτογραφία, παλιά έκδοση της μελέτης Η Δράμα και η Δραβήσκος, ένα από τα έντυπα που διατηρούνται στο οικογενειακό αρχείο.

Το πρώτο βιβλίο διατηρείται ψηφιακά στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης.

1923: το τυπογραφείο στο Καπάνι

Το 1923 ο γιος του, Χρήστος, ανοίγει τυπογραφείο στο Καπάνι της Θεσσαλονίκης. Στην καρδιά, δηλαδή, μιας πόλης που εμπορεύεται, φωνάζει, παζαρεύει, αλλάζει κατοίκους και ξανασυστήνεται μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Από εκεί περνούν βιβλία, περιοδικά, διαφημιστικά, εταιρικές κάρτες και εμπορικά έντυπα. Μέσα στο αρχείο της επιχείρησης συναντάς την ιστορία της εμπορικής και επιχειρηματικής ζωής της Θεσσαλονίκης.

Οι «Νέοι ελληνο-αγγλικοί διάλογοι – Λεξιλόγιον», που τυπώθηκαν το 1940, μαρτυρούν ότι στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τις μηχανές του Γούσιου δεν έβγαιναν μόνο εμπορικά έντυπα, αλλά και πρακτικά εγχειρίδια εκμάθησης ξένων γλωσσών.

Οι Νέοι Ελληνο-Αγγλικοί Διάλογοι – Λεξιλόγιον, Θεσσαλονίκη, 1940: ένα πρακτικό εγχειρίδιο εκμάθησης αγγλικών από τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Παραδίπλα, σε μια γωνιά, «στέκονται» ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε εκλογικές αφίσες που πέρασαν από τις μηχανές του τυπογραφείου.

Παλιές εκδόσεις από το αρχείο του τυπογραφείου: βιβλία και φυλλάδια που αποτυπώνουν διαφορετικές εποχές της εκδοτικής ζωής της Θεσσαλονίκης.
Παλιές εκδόσεις από το αρχείο του τυπογραφείου: βιβλία και φυλλάδια που αποτυπώνουν διαφορετικές εποχές της εκδοτικής ζωής της Θεσσαλονίκης.

Ξεφυλλίζοντας το αρχείο, παλιές εκδόσεις αποκαλύπτουν μικρές και μεγάλες ιστορίες της Θεσσαλονίκης. Από το καταστατικό καπνεμπορικής εταιρείας του 1960 και ιατρικά και πανεπιστημιακά συγγράμματα μέχρι επετειακές εκδόσεις της ΧΑΝΘ και του Βαφοπουλείου και ποίηση του Ανέστη Ευαγγέλου.

Το 1980 η επιχείρηση μεταφέρθηκε στο Ωραιόκαστρο. Η στοιχειοθεσία έδωσε σταδιακά τη θέση της στην τεχνολογία όφσετ και στην ψηφιακή εκτύπωση.

Η τεχνολογία της όφσετ διαδέχθηκε σταδιακά τη χειροκίνητη στοιχειοθεσία, χωρίς να εξαφανίσει τη σχέση του τυπογράφου με τη μηχανή.

Εκεί τυπώθηκε, το 1995, και το —πλέον— ιστορικό βιβλίο για τις συγκοινωνίες της πόλης, Μετρό Θεσσαλονίκης – Αρχιτεκτονική Προμελέτη Σταθμών: Συνοπτική Παρουσίαση, Θεσσαλονίκη, Μηχανική Α.Ε., των Κωνσταντίνου Αντωνίου, Γεωργίου Ζωίδη, Εδουάρδου Κάστρο και Στυλιανής Λεφάκη.

Δείγματα γραμματοσειρών.
Αποτυπώματα της κοινωνικής ζωής της πόλης

Οι παλιές καρτ βιζίτ είναι μικρά αποτυπώματα της κοινωνικής ζωής της πόλης. Ανάμεσά τους, η κάρτα ενός νυχτοφύλακα των αρχών του 20ού αιώνα, τυπωμένη για να ευχηθεί καλή χρονιά στους κατοίκους της περιοχής του…

«Αυτό βρίσκω συγκινητικό στην τυπογραφία. Βγαίνουν τα ήθη της κάθε εποχής».

Μικρά κομμάτια χαρτιού που κανείς τότε δεν είχε λόγο να θεωρήσει ιστορικά. Κι όμως, έναν αιώνα αργότερα, είναι.

Σήμερα, παρά την κυριαρχία της διαδικτυακής παρουσίασης μιας εταιρείας ή ενός επαγγελματία, πολλοί είναι εκείνοι που συνεχίζουν να τυπώνουν κάρτες. Η τεχνολογία άλλαξε, αλλά ευτυχώς όχι τόσο η ανάγκη του ανθρώπου για μια πιο προσωπική παρουσίαση και για κάτι που μπορεί να δώσει στον άλλο και να μείνει για πάντα…

Στο τυπογραφείο επιβιώνουν αντικείμενα ανεκτίμητης συναισθηματικής αξίας για την οικογένεια Γούσιου. Μια ξύλινη κασετίνα από τα τέλη του 19ου αιώνα, φτιαγμένη είτε στη Λειψία είτε στο Παρίσι, κρατά τα «κοσμήματα»: τα μικρά σχέδια που στόλιζαν κάποτε το χαρτί, όταν ο τυπογράφος έκανε, σε μεγάλο βαθμό, και τη δουλειά του σημερινού γραφίστα.

Τα «κοσμήματα» της παλιάς τυπογραφίας: μεταλλικά διακοσμητικά στοιχεία με άνθη και μοτίβα, που χρησιμοποιούνταν για να στολίζουν το τυπωμένο χαρτί.

Στον κάτω όροφο, μια μηχανή του 1909 —περισσότεροι από τρεις τόνοι σίδερο και χειροποίητα γρανάζια— σώζεται μαζί με το συμφωνητικό αγοράς της. Μια άλλη, του 1954, εξακολουθεί να δουλεύει.

Αριστερά: Μία από τις ιστορικές τυπογραφικές μηχανές που διατηρούνται στο Τυπογραφείο Γούσιος, ανάμεσα σε εξοπλισμό που καλύπτει διαφορετικές εποχές της τυπογραφίας. Δεξιά: Λεπτομέρεια από Heidelberg Cylinder, μία από τις μηχανές που θυμίζουν τη μηχανική πλευρά της τυπογραφίας πριν από την ψηφιακή εποχή.

Την ώρα που συζητάμε, ο Χρήστος Γούσιος χτυπά με το χέρι τον παλιό ξύλινο πάγκο και αναπαράγει τον ρυθμό μιας εκτυπωτικής μηχανής. Έχει γράψει και μουσική χρησιμοποιώντας ήχους μηχανών, έργο το οποίο παρουσιάστηκε το 2003 στη Biennale Νέων Καλλιτεχνών της Ευρώπης και της Μεσογείου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.

Οι ήχοι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του (έχει κάνει διδακτορικό στην Ακουστική), ενώ, όσο μιλάμε, ακούει προσεκτικά και τις μηχανές που δουλεύουν. Ένας διαφορετικός θόρυβος αρκεί για να καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει. Όταν έρχονται οι τεχνικοί, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που κάνουν για μια μηχανή είναι αν «ακούγεται καλά».

Στο συγκεκριμένο τυπογραφείο, τελικά, δεν είναι εύκολο να καταλάβεις πού σταματά η μηχανική και πού αρχίζει η τέχνη.

Η τυπογραφία δεν είναι μόνο εικόνα. Είναι ήχος.

Είναι όμως κυρίως αφή.

Γιατί πριν γίνει κάτι έντυπο, έχει περάσει από χέρια. Χέρια που κάποτε έπιαναν ένα ένα τα μεταλλικά στοιχεία και τα έβαζαν στη θέση τους. Χέρια λερωμένα με μελάνι. Χέρια που γυρίζουν ακόμη μοχλούς και καθαρίζουν μηχανές.

Το βιβλίο είναι ένας υλικός φορέας επικοινωνίας. Μυρίζει. Τσαλακώνεται. Κρατά πάνω του τα σημάδια αυτού που το διάβασε.

Μελάνι πριν περάσει στο χαρτί. Η τυπογραφία παραμένει μια διαδικασία υλική: χρώμα, πίεση, μηχανή και ανθρώπινο χέρι.

Και ίσως γι’ αυτό να μην εξαφανιστεί. Όπως το βινύλιο βρήκε ξανά ανθρώπους που θέλουν να πιάσουν τον δίσκο στα χέρια τους, έτσι θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θέλουν να διαβάζουν σε τυπωμένο χαρτί.

«Παραδοσιακά κομμάτια του πολιτισμού δεν πρόκειται να χαθούν. Και το έντυπο είναι κομμάτι του πολιτισμού».

Στο Ωραιόκαστρο, οι μηχανές συνεχίζουν να ακούγονται.

Ο δισέγγονος του ιδρυτή του Τυπογραφείου Γούσιος τραβά ξανά το ξύλινο συρτάρι. Εκεί, ανάμεσα σε γράμματα που κάποτε σχημάτιζαν λέξεις με το χέρι, δεν φυλάσσεται μόνο η ιστορία μιας οικογένειας.

Φυλάσσονται και τα ήθη της Θεσσαλονίκης, που εδώ και έναν αιώνα αφήνει τα ίχνη της στο χαρτί.

Στο τέλος, η ιστορία επιστρέφει στα συρτάρια: εκεί όπου τα μεταλλικά στοιχεία, τα εργαλεία και τα ίχνη παλαιότερων εποχών εξακολουθούν να φυλάσσονται μέσα στο τυπογραφείο.

Διαβάστε επίσης

Από τον Κήπο του Μπέχτσιναρ και τα καραβάκια της Περαίας, στην καθημερινή βουτιά στη Ντοβίλ και την Αρετσού
Όταν η ΔΕΘ παρουσίαζε την κατάκτηση του Διαστήματος, η Θεσσαλονίκη έχτιζε τον δικό της πύργο του μέλλοντος