Ο Πέτρος Κερμανιώτης κινείται μέσα στην πόλη κυρίως με τα πόδια. Έχει 18 ανθρώπους που επισκέπτεται στο πλαίσιο του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» και προτιμά να περπατά στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης αντί να περιμένει το λεωφορείο.
«Οι άλλοι περιμένουν μισή ώρα στη στάση. Εγώ έχω ήδη πάει με τα πόδια και κάθομαι και δέκα λεπτά παραπάνω. Έτσι περνάει καλά και ο ωφελούμενος».
Στη Θεσσαλονίκη, 20 άνθρωποι εργάζονται στο «Βοήθεια στο Σπίτι», χωρισμένοι σε τομείς της πόλης. Κοινωνικοί λειτουργοί, νοσηλευτές, οικογενειακοί βοηθοί και γιατροί μπαίνουν καθημερινά σε σπίτια ανθρώπων που χρειάζονται από μια αιμοληψία ή μια συνταγογράφηση μέχρι κάποιον να τους αγοράσει τρόφιμα ή απλώς… να καθίσει μαζί τους.
Στην Παναγία Φανερωμένη επισκεφθήκαμε δύο από τους ωφελούμενους του προγράμματος.
Η Λυδία είναι 90 ετών και ζει μόνη της. Ήρθε από το Καζακστάν στην Ελλάδα το 1995. Έχει τέσσερα παιδιά, όμως σήμερα βρίσκονται μακριά της: δύο στη Γερμανία, ένα στην Αγία Πετρούπολη και ένα στο Καζακστάν.
«Μέχρι τώρα ξένοι είμαστε εδώ», λέει για τη ζωή της στην Ελλάδα. «Αλλά είμαι ευχαριστημένη», συμπληρώνει. «Κανένας δεν με κορόιδεψε. Η πατρίδα είναι πατρίδα, αλλά δεν έχω παράπονο από τον κόσμο εδώ στην Ελλάδα».
Δούλεψε ως δερματολόγος για 33 χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, και ως φροντίστρια ηλικιωμένων για 13 χρόνια στην Ελλάδα. Μένει στο ίδιο διαμέρισμα εδώ και 30 χρόνια.
Στα 90 της επιμένει στην αυτονομία της.
«Πιο τυχερή από μένα δεν υπάρχει. Περπατάω, σηκώνομαι όρθια. Ό,τι θέλω κάνω, ό,τι θέλω μαγειρεύω».
Έχει ιδιαίτερη αγάπη στο ψάρι, και ιδίως στο παστό. Για όσα δεν μπορεί να κάνει μόνη της, υπάρχει το «Βοήθεια στο Σπίτι». Ο Πέτρος θα της φέρει τρόφιμα ή λάδι, θα τρέξει για ό,τι χρειάζεται.
Η ίδια έχει βρει την εικόνα που τον περιγράφει καλύτερα: «Ο Πέτρος σαν πεταλούδα. Τρέχει από εδώ, τρέχει από εκεί».
Και, καθώς μιλάει για την ηλικία της, χαμογελάει: «Το μυαλό μου δουλεύει κανονικά, σαν δημαρχείο».
Η Άννα Πετρομελίδου εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο πρόγραμμα. Έχει περίπου 45 ωφελούμενους και καλύπτει μια μεγάλη περιοχή, από την Κωλέττη μέχρι το Επταπύργιο, μετακινούμενη με τα λεωφορεία.
Το καθημερινό πρόγραμμα δεν είναι ποτέ ακριβώς το ίδιο.
«Βγαίνει ανάλογα με τις ανάγκες του εξυπηρετούμενου», μας εξηγεί.
Μπορεί να χρειάζεται συνταγογράφηση ή παραλαβή φαρμάκων, συνοδεία σε κάποια υπηρεσία ή νοσηλευτική πράξη. Ενέσιμη αγωγή, περιποίηση καθετήρων, μετρήσεις, κατ’ οίκον αιμοληψίες. Άλλες φορές πρέπει να συγκεντρωθούν δικαιολογητικά και εξετάσεις για τα ΚΕΠΑ.
«Έμπαινες μέσα και έδινες χαρά σε αυτούς τους ανθρώπους. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι μοναχικοί. Όταν έμπαινες μέσα, διασκέδαζαν με τις κουβέντες, ήθελαν απλά να μιλήσουν».
Με τον καιρό, οι εργαζόμενοι γνωρίζουν πράγματα για τους ανθρώπους που επισκέπτονται, τα οποία κάποιες φορές δεν γνωρίζουν ούτε τα ίδια τους τα παιδιά.
Υπάρχουν ηλικιωμένοι με άνοια που χάνουν την αίσθηση του χρόνου ή δεν θυμούνται ποιος βρίσκεται απέναντί τους. Υπάρχουν και άνθρωποι ουσιαστικά εγκαταλελειμμένοι.
«Είμαστε η εβδομαδιαία συντροφιά που μας περιμένουν», καταλήγει η Άννα.
Η Βέτα Κουσαξίδου γεννήθηκε το 1954 και κατάγεται από τη Νάουσα. Σπούδασε ραπτική και σήμερα θυμάται τη μηχανή της και μια φωτογραφική μηχανή που πλέον δεν λειτουργεί.
«Να είχα τη μηχανή μου… Θα κλεινόμουν από το πρωί μέχρι το βράδυ και θα έκανα σχέδια».
Για εκείνη, ο Πέτρος δεν είναι απλώς ένας εργαζόμενος που εμφανίζεται, ολοκληρώνει μια υποχρέωση και φεύγει.
«Αυτός με φροντίζει, μου κάνει γνωριμίες. Καμιά φορά οι ξένοι σου φέρονται καλύτερα από τους δικούς σου».
Ο Πέτρος μεγάλωσε σε χωριό και λέει ότι από μικρός προτιμούσε να κάθεται στα καφενεία με τους μεγαλύτερους.
«Εμένα μου άρεσε από μικρός να συναναστρέφομαι με μεγάλους ανθρώπους. Στο χωριό, να φανταστείς, καθόμουν με τους μεγάλους στα καφενεία. Παθαίνεις πλάκα με τις ιστορίες τους. Δεν τις ξεχνάς εύκολα».
Θυμάται μια ηλικιωμένη που του έλεγε:
«Γιε μου, εσύ έρχεσαι μία φορά την εβδομάδα. Δεν μπορείς να έρχεσαι μία φορά το καλοκαίρι και να με παίρνεις μαζί σου;»
Όταν εκείνη μεταφέρθηκε σε γηροκομείο, ο Πέτρος συνέχισε να την παίρνει τηλέφωνο, ενώ ο γιος της την είχε ξεχάσει.
Έχει δει όμως και το αντίθετο. Νύφες να φροντίζουν τις πεθερές τους καλύτερα από τα ίδια τους τα παιδιά. Έχει δει γιο να αλλάζει πάνες στον ηλικιωμένο πατέρα του και να κοιμάται δίπλα του για να τον προσέχει.
Τα όρια ανάμεσα στην υπηρεσία και στην προσωπική σχέση δεν είναι πάντα ευδιάκριτα.
«Καμιά φορά μάς παίρνουν τηλέφωνο και λένε: “Δεν επιτρέπεται να του δώσεις το τηλέφωνό σου”. Εγώ το δίνω, παιδιά, γιατί είναι ανθρώπινο».
Κάποτε ένας άνθρωπος που ζούσε μόνος του έπεσε στο μπάνιο και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τον πήρε τηλέφωνο το απόγευμα.
«Ήρθα, τον σήκωσα, γιατί είχε πέσει κάτω και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Δεν είχε κανέναν».
Την επόμενη ημέρα πήγαν μαζί στο νοσοκομείο. «Αυτά είναι ανθρώπινα πράγματα».
Μέρος της δουλειάς είναι και η διανομή του συσσιτίου.
Οι εργαζόμενοι έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις κλειδιά από τις εξώπορτες των πολυκατοικιών. Μπαίνουν, ανεβαίνουν και αφήνουν το φαγητό στην πόρτα.
«Σε περιμένουν στην πόρτα και σου λένε συνέχεια “ευχαριστώ”.
Είναι μεγάλη υπόθεση να κάνεις κάποιον να περάσει καλά και να σου πει “ευχαριστώ”».
Το «Βοήθεια στο Σπίτι» ξεκινά από συγκεκριμένες ανάγκες: φάρμακα, εξετάσεις, νοσηλευτική φροντίδα, έγγραφα, τρόφιμα.
Στα σπίτια όμως που ανοίγουν καθημερινά οι εργαζόμενοι, η ανάγκη συχνά είναι μεγαλύτερη και δυσκολότερο να καταγραφεί σε ένα υπηρεσιακό έντυπο.
Είναι κάποιος να χτυπήσει την πόρτα, να σε ρωτήσει τι χρειάζεσαι και να καθίσει δέκα λεπτά περισσότερο για να ανταλλάξετε μερικές κουβέντες.
Γιατί καμιά φορά η μοναξιά είναι η πιο ανίατη ασθένεια.